Ιστορίες της βάβως: Mπρος και πίσω τ΄ Αη-Νικόλα η καρδούλα του Χειμώνα. Τα μπόλια και άλλα έθιμα.

Γράφει για την paramythia-online.gr η  Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Τούτες τις μέρες της έντονης βροχής, θυμάμαι, όλο θυμάμαι. Και είναι μια βίτσα αυτή η μνήμη που βαράει τις πιο κρυφές γωνιές της ψυχής μου. Εκεί που ο χρόνος έθαψε τις αναμνήσεις μου βαθειά. Και ξεχύνονται σαν άλογα ατίθασα προσπαθώντας να βρουν το δρόμο της σιωπής. Να βρουν το δρόμο του χαμόγελου και των δακρύων.

Τούτες τις μέρες της ξεκούρασης, μετά τη σπορά που έχει τελειώσει, στον κάμπο της Παραμυθιάς, από το Νιοχώρι ως τη Γλυκή και την Ποταμιά, έρχεται και η ώρα της αγρανάπαυσης και των ανθρώπων, όπως έλεγε ένας μπάρμπας μας ο Αλέξης, παλιός δάσκαλος. Αγρανάπαυση μπάρμπα, λέμε όταν αφήνουμε τα χωράφια να ξεκουραστούν.

Δεν τα φυτεύουμε για ένα η περισσότερα χρόνια, αυτό λέει ο πατέρας μας. Τι να το πω, ανθρωπανάπαυση, δεν πάει. Πάει; Να θυμάστε πως τούτες τις μέρες, από της Παναγοπούλας και μετά αρχίζουν οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα γα την πρωτοχρονιά για τα Φώτα.Κάτστε κάτου σκάνδαλα, να σας πω.

Ετούτες τις μέρες η μάνα σας θα κάνει μπόλια. Θα τα φάμε πολλές φορές, μα τα μπόλια είναι μια παλιά αρχαία γιορτή, όπως και οι αποκριές. Είναι γιορτές, που έρχονται από την Αρχαία Ελλάδα μας.

Παλιός δάσκαλος ο μπάρμπας, δεν είχε μπει σε τάξη να διδάξει. Τελείωσε το Σχολαρχείο, ήταν δάσκαλος, τότε στο Ελληνικό. Τότε, όπως μας έλεγε ο μπάρμπας, ο δάσκαλος δεν είχε μισθό. Ήταν με ξάι. Ξάι πα να πει με τροφές που του πήγαιναν οι μαθητές. Και ότι του πήγαινε το χωριό. Η φαμίλια του, είχε πολλά γιδοπρόβατα. Τι, να είναι δάσκαλος και να βαράει ντέφι στο ζωνάρι του.

Άσε που ο πατέρας του, του είπε. Θες δασκαλίκι θα μάθεις να τρως αέρα κοπανιστό. Μα εμείς τον λέγαμε δάσκαλο και του άρεσε. Και μεις τον αγαπούσαμε πολύ. Κάθε φορά που έρχονταν στο σπίτι κράταγε ξερά σύκα και κυδώνια, μια τσαντίλα τυρί φρέσκο και μια τσαντίλα γκίζα. Η μάνα μας τα αλάτιζε να τα έχει για πίτες στις γιορτές. Βέβαια τυρί έκανε και ο πατέρας της στα μπαντζαριά όμως τούτο το τυρί ήταν το καλύτερο. Έβγαζε και ένα μεγάλο βάζο με βούτυρο λειωμένο και αρωματισμένο με ντιντιλίνα από το σακκούλι και της έλεγε.

Η μάνα σου στέλνει και φάρμακο για τις γιορτές. Να κάνεις κουραμπιέδες και γαλατόπιτες.

Όξω έχω τα λεφτόκαρα να παίξετε τις γιορτές μονά ζυγά. Δεν τα έφερα μέσα γιατί είναι μπροστά τα παιδιά. Το σακούλι είναι ραμμένο. Τα μάτια μας καρφώνονταν στα κυδώνια. Περιμέναμε τη μάνα μας να πει. Άντε βάλτε να τα ψήσετε. Εμάς τα κυδώνια τελείωναν γρήγορα, αφού η μάνα μας τα έκανε γλυκό και μαρμελάδα.. Έτσι γρήγορα γρήγορα τα βάζαμε έτσι χωρίς να τα καθαρίσουμε, απλώς πλυμένα, σε ένα ντεψί χωρίς να ρίξει νερό στην άκρη στο τζάκι και τα σκεπάζαμε με το σιάρτς. Πάνω από το σιαρτς ρίχναμε στάχτη και κάρβουνα. Αυτά ψένουνταν και ο τόπος μοσκοβόλαγε.

Και μεις περιμέναμε να ψηθούν να τα φάμε πασπαλισμένα με ζάχαρη και κανέλα…

Την ημέρα της Παναγοπούλας [τα εισόδια της Θεοτόκου,] η μάνα μας έκανε μπόλια. Από το βράδυ έβαζε το μεγάλο κακάβι με στάρι ρόκες καλαμπόκι[ με το κότσιαλο ] και λίγα ρεβίθια, φασόλια κλπ όμως αυτά πολύ λίγα.

Τους έριχνε λίγο αλάτι και αυτά έβραζαν όλη τη νύχτα. Τα σούρωνε πριν φύγουμε για την εκκλησία και τους έριχνε μέσα αμύγδαλα ασπρισμένα, καρύδια ζάχαρη και κανέλα. Πολλές φορές τους έβαζε και σταφίδες σουλτανίνες.

Πρωί με τα καλά μας για τον Άγιο Νικόλα την εκκλησία μας. Στο τέλος κοινωνούσαμε όλοι, για να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Εκεί μας περίμεναν τα μπόλια. Αφού γυρίζαμε λοιπόν από την εκκλησία, και είχαμε κοινωνήσει μας έβαζε όλους γύρω στο μεγάλο τραπέζι να φάμε όλη η οικογένεια. Μας έβαζε εμάς σε ένα μεγάλο πιάτο και στους μεγάλους στα πιάτα τους. Εμας σε ένα άλλο πιάτο μας έβαζε και από μια ρόκα καλαμπόκι. Το ζωμό τον έκανε κρέμα.

Στο σιδερένιο τηγάνι έβαζε αλεύρι ή σιμιγδάλι σκέτο, χωρίς τίποτε, και το ακουμπούσε στην πυροστιά. Το καβούρδιζε όπως στο χαλβά μόνο που δεν είχε τίποτε μέσα εκτός από το αλεύρι.. Μετά αυτό το σκούρο αλεύρι το έριχνε στο σταρόζουμο έριχνε και ζάχαρη το έκανε κρέμα και το μοίραζε σε όποιον ήθελε. Όλοι οι μεγάλοι θέλανε.

Μια χρονιά καθώς περνούσα μπροστά από την πήλινη λεκάνη που είχε τα βρασμένα μπόλια, άπλωσα το χέρι μου και έφαγα τρία σπυριά. Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών. Με μάλωσαν και δεν με άφησαν να κοινωνήσω. Μα τα έφτυσα δεν τα έφαγα ξεχάστηκα ,,, τίποτε τα παρακάλια δεν πιάνανε τότε. Και δεν έφτανε αυτό, όταν μετάλαβαν όλοι και γυρίσαμε στο σπίτι με κορόιδευαν πως εγώ έπρεπε να μεταλάβω από τον κώλο του παπά. Μα εμείς στο σπίτι μας, μπόλια κάναμε και του Αγίου Ανδρέα, αλλά και της Αγίας Βαρβάρας. Και μια άλλη μέρα πριν τα Χριστούγεννα μα δεν θυμάμαι ποια.

Ήταν μια καλή τροφή πρώτον γιατί είχε όλους τους καρπούς χωρίς λίπος. Δεύτερον έρχονταν με παραδόσεις ανάμεικτες από την θρησκεία μας και την αρχαία μας μνήμη. Τρίτο μαθαίναμε και μεις τα παιδιά τη νηστεία και την εγκράτεια. Έτσι μαθαίναμε ακόμη μαζί με την παράδοση για τα μπόλια που αλλού τα λένε πολύσπορα αλλά και τη σωστή νηστεία. Τα μπόλια είναι καρποί της γης, δυναμωτικοί και υγιεινοί.

Από δω και πέρα θα έρθουν και οι καλικάντζαροι. Τα σπίτια θα καίνε στο θυμιατό τους λιβάνι που διώχνει όλα τα κακά.

Η κουζίνες ψήνουν μπακλαβάδες σπιτικούς, λουκουμάδες, χαλβάδες και απλές τηγανίτες με μέλι. Νηστεύουν όλοι. Όμως χαίρονται δεν κακοπαθαίνουν. Είναι χαρούμενοι. Σε λίγο θα νοιώσουν όλοι την ψυχή τους καθαρή και τη ζωή τους να αναγεννιέται μέσα από τις τόσες μεγάλες γιορτές. Εκείνο που έμαθα τα τελευταία χρόνια είναι ότι το δένδρο και ο στολισμός του είναι αρχαίο Ελληνικό έθιμο.

Την εγκυρότητα της είδησης έχω από τη σχολή Δασολογίας του ΑΠΘ, η οποία Σχολή έχει κάνει πολλές ανακοινώσεις για το θέμα. Επίσης η σχολή δηλώνει πως τα δένδρα που κόβονται είναι τα δένδρα που πρέπει να κοπούν για να αναπτυχθούν τα εύρωστα. Πολλά δε, προέρχονται από καλλιέργεια δένδρων που κάθε έξη -επτά χρόνια κόβονται για το σκοπό αυτό. Δεν το γνώριζα και το μεταφέρω γιατί πολλοί ίσως αισθάνονται τύψεις που στολίζουν δένδρο, και κάνουν καραβάκι.

Φαντάζεσθε όμως να στολίζουν καραβάκι στο Εφταχώρι στα Ζαγόρια και στο Σούλι; Καράβια είχαν τα νησιά. Εκεί στολίζουν καραβάκια.

Ας γιορτάσουμε όλοι ταπεινά όπως ταπεινά γεννήθηκε ο Χριστός μας στη Φάτνη. Απο μας δεν ζητάει τίποτε παρά μόνο αγάπη.

Η νηστεία απλά είναι μια άσκηση εγκράτειας. Παλιά όλος ο κόσμος νήστευε. Οσπρια, πατάτες μπατσαριές και λαχανόπιτες νηστίσιμες. Ρύζι,[ καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια, γαρίδες, καβούρια, μύδια,] αυτά παλιά δεν τα γνωρίζαμε. Και το τσαγάκι ή ο καφές με ψωμί και ελιές, οι τηγανίτες με ζάχαρη ή μέλι, ο χαλβάς ο σπιτικός η ο αγοραστός, τα λάχανα στο νταβά με όσπρια η κριθαράκι, σπανακόρυζο, πρασόρυζο, κουκιά μπριάμ, όλα αυτά είναι πολύ απλά και νόστιμα

Ο Χριστός μας από μας ζητάει μόνο καλοσύνη αγάπη, αγάπη. Πολλές φορές μας το τόνισε. Αν έχεις όλα τα προσόντα μα δεν έχεις αγάπη, είσαι άδειος ντενεκές. Καλό μήνα, και με το καλό να δεχθούμε την γέννηση του Χριστού μας με το φως της ελπίδας για τη σωτηρία και την αναγέννηση της πατρίδας μας. \

Αγαπημένοι φίλοι μου. Σας ευχαριστώ πολύ για την αγάπη σας. Έζησα μαζί σας στιγμές πολύ καλές. Σας ευχαριστώ πολύ. Και γω ξαναθυμήθηκα μαζί σας, φίλους παλαιούς, βρήκα τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, μια πηγή δροσιάς, μια πηγή χαράς…

H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά,είναι συγγραφέας, ποιήτρια,βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation