Οι ιστορίες της Βάβως: Χριστούγεννα του 1956 στην Παραμυθιά, δουλεύοντας στην σχολή ραπτικής.

Γράφει για την paramythia-online.gr, η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Share

Χριστούγεννα, ποτέ οι ώρες και οι μέρες δεν ήταν αρκετές για να κάνουν όλες τις δουλειές οι γυναίκες και να κοιμηθούν μια μέρα ώστε ξεκούραστες και αυτές μάνες, νύφες, κόρες, να μπορέσουν να κοιμηθούν και αφού ξεκουραστούν να γιορτάσουν και κείνες και να χαρούν

Να χαρούν μαζί με όλη την οικογένεια, μα οι γυναίκες δυστυχώς σε ελάχιστα σπίτια είχαν μια καλή θέση στην οικογένεια. Η καλή, ήταν συνήθως η γιαγιά η πεθερά.

Γιορτάζαμε τότε στο σπίτι μας τον αδελφό μου τον Χρήστο, τριών χρονών παιδάκι, όμως μικροί μεγάλοι είχαν την ίδια τιμή, γιόρταζαν τον Άγιό τους ή το Χριστό μας και την Παναγία μας.

Η θεία μου η Γιωργούλα, (Γιωργίτσα τη φωνάζαμε εμείς), ήταν μοδίστρα με σχολή και κάθε εξάμηνο είχε πέντε με έξι μαθήτριες που μάθαιναν ραπτική κοπτική με γεωμετρία, και μη με ρωτήσετε αν η Γιωργίτσα ήξερε γεωμετρία, πάντως το τρίγωνο και το χάρακα τα χρησιμοποιούσε και πολύ καλά. Χριστούγεννα, Πάσχα η θεία μου, είχε πολλές δουλειές, είχε να ράψει πολλές προίκες. Οι γάμοι γίνουνταν ή το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα.

Από το πρωί ως το βράδυ δουλειά. Φαγητό για όλους η γιαγιά και η μάνα μου στα γλυκά και στην προετοιμασία του σπιτιού, μη έρθει ο Χριστούλης και μας γελάσει, χαζομάρες. Και ίσως η μάνα μου να μην καίγονταν τόσο όσο οι άλλοι, ήταν όμως φιλότιμη, προσπαθούσε να κάνει ότι πιο πολλά μπορούσε

Δεν τελείωναν οι προίκες που ήταν από παλτά, μαντό, ταγιέρ, φορέματα απλά καθημερινά μέχρι ρόμπες και νυχτικά ακόμα και βρακιά και σουτιέν, που μαθήτρια της θείας μου είπε,

– Άκου σουτιές; τι θα πει αυτό;
– Και πως να το πούμε; Απαντά η μάνα μου
– Βουζιοκράτια.
– Ωραία λέξη της είπε η μάνα μου

Οι άλλες γέλασαν και όταν ήρθε ο πατέρας είπε πως η μαθήτρια έχει δίκιο και ευγε της, που βρήκε μια καινούργια λέξη γιατι ελληνικά λέγεται στηθόδεσμος.

Αφού λοιπόν δεν τελείωνε η δουλειά για να δουλεύουν έκαναν τη νύχτα μέρα. Όλες γύρω από το Τζάκι μα σε απόσταση μη κάψουν και τίποτε τραγούδι και κουβέντα και καφέ Ελληνικό που τον ανακάτευε η γιαγιά με ρεβύθι για να ξενυχτήσουν για να βγει η δουλειά

Ήταν Χριστούγεννα εκεί στα 1956 ή κυρία *…….* έφερε παραμονές ένα φόρεμα να ράψει με κέντημα. Σάκος το φόρεμα πολύ μοντέρνα η κυρία και πλήρωνε και πολύ καλά και πάνω από το φόρεμα ζακέτα, όμως ο ποδόγυρος του φορέματος και όλο το μπροστά της ζακέτας έπρεπε να κεντηθούν. Μόλις το άκουσε η μάνα μου της είπε:

– Τι έκανες παιδάκι μου αυτό θέλει δέκα μέρες και δεν φτάνουν.
– Φτάνουν λέει η θειά μου.

Ράβω το φόρεμα και τη φόδρα χωριστά την ενώνω μόνο στην πλάτη. Κεντάει η Αλεξάνδρα και η Αθηνά. Όταν τελειώσω και τη ζακέτα θα την κεντήσει ένα νυχτέρι είναι.

Και να δεις που έκατσα νυχτέρι και ήρθαν και τα κορίτσια της θείας μου και η γιαγιά μου μας έκανε κοκόσιες και πατάτες βραστές και κάστανα και χαίρονταν τα κορίτσια και τώρα θυμάμαι που έλεγαν πάρε το το παιδί να σε βοηθήσει μόνο να φάει καλά και ήταν ήσυχη η μάνα πως το παιδί της δεν πεινάει.

Παρ όλο το κέντημα και τα δυο νυχτέρια δεν πήρα μεροκάματο ή για να είμαι τίμια στις συναλλαγές μου η θεία μου κάθε τρεις και λίγο μου έκανε ρουχαλάκια τόσο γιατί τότε είχε πρόβες που όταν ξέφυγα δεν ήθελα ρούχα δεν ήθελα τίποτε μου έφταναν τα περυσινα και ακόμη τριάντα χρόνων μια χαρά είναι. Και η μάνα μου έλεγε πως δεν έχω γούστο και θα γυρίζω σαν την Σιέρω, που εγώ δεν τη γνώρισα.

Νυχτέρια λοιπόν και όχι με ηλεκτρικό αλλά με λάμπες πετρελαίου.

* H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

In this article

Join the Conversation