Οι ιστορίες της βάβως: Το Μαρτίτσι…

Γράφει για την paramythia-online.gr, η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Oι αναμνήσεις μου εκεί μπροστά μου, και εγω τους παραδίνομαι στο ταξίδι της φλόγας τους, που αναμμένη πάντα σιγοκαίει στην ψυχή μου. Πολλές φορές μπλέκονται λες και είναι οι μνήμες κάποιου άλλου. Πολλές φορές τις αποδιώχνω. Και κείνες ξαναγυρίζουν χαμογελώντας. Η ζωή σου είναι, μου λένε, εμείς αυτά που έζησες σου θυμίζουμε. Αυτά που θα ζήσεις θα είναι παρόν και μέλλον.

Πολλές φορές δεν θέλω τούτες τις αναμνήσεις, γιατί είναι από χρόνους κακούς, χρόνους που βάζουν απουσίες στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας. Πολλές φορές είναι μαινάδες που μας κυνηγούν γύρω στα δάση με τον τραγοπόδαρο Πάνα και είναι, λες και πάνε με τους θύρσους εκεί που ακούνε τον Ορφέα να τραγουδά λυπημένος, καθώς ζητά την ευτυχία του, ψάχνοντας τον Άδη την γυναίκα του, την Ευρυδίκη του τη λατρεμένη.

Είναι σαν Άνοιξες, σαν Καλοκαίρια οι αναμνήσεις, μα και κοφτερά μαχαίρια παγωμένοι χειμώνες απόγνωσης. Είναι ιστορία στους βράχους της ζωής, στα ζωγραφισμένα βότσαλα της θάλασσας, στις αστροκλωστές των ονείρων μας. Στο φως των αστερίων στο λαδοκάντηλο της νιότης μας. Έτσι είναι η ζωή. Πότε χαλάζι, πότε βροντές, αστραπές και βροχή. Πότε ήλιος χαράς, με χάδια από θαλασσινό αεράκι, που φέρνει το άρωμα των τριαντάφυλλων και της γαζίας, το άρωμα της ευτυχίας.

Έστω κι αν άνθισαν πρώιμα τα δένδρα του κήπου μας, ενός τόσο δα μικρού κηπάκου, γεμάτου ευτυχισμένες στιγμές, σαν τότε που τα παιδιά μας παίζανε κούνια, στην κρεμασμένη τριχιά πάνω στη βερικοκιά μας. Τα κοτσύφια ξεθάρρεψαν λες και είναι οικόσιτα. Και γω χαμογελώ στο παρελθόν. Στη αγάπη.

Κάθισα στην αυλή και σκεπτόμουνα… Πρέπει να κάνω μαρτίτσια.

Έβαλα μπροστά μου το καλάθι με τις κλωστές, ξεχώρισα άσπρες και κόκκινες, τις σταύρωσα και με ένα βελονάκι έπλεκα πόντους, κόκκινους και άσπρους. Δύο πόντους κόκκινους, έναν πόντο άσπρο, δυο πόντους κόκκινους, έναν πόντο άσπρο. Έκανα και ένα τριαντάφυλλο κόκκινο με λευκές πινελιές πάνω του και μια χάντρα θαλασσιά να μην μαυρίζουν και να μην ματιάζονται.

Βέβαια πως να τους πεις να μη μαυρίζουν, που όλες θέλουν να γίνουν μαυροτσούκαλα. Πάει ο καιρός που οι άσπρες και οι ξανθές ήταν οι άγγελοι που έπεφταν στα πόδια τους λεβέντες. Τώρα η μαύρες έχουν το λόγο. Μαύρες με ξανθά μαλλιά.

Αλήθεια τι είναι τα μαρτίτσια;

Είναι τα μαρτίτσια ασπροκόκκινα βραχιολάκια, μαγικό φίλτρο να μην μας μαυρίζει ο ήλιος. Πόση μαγεία, πόσα ξόρκια δεν είχε τότε η ζωή και ήταν σαν παραμύθια που έλεγε η γιαγιά στο παραγώνι.

Και θυμήθηκα τη γιαγιά μου την Ελένη να στρίβει κλωστές κόκκινες και άσπρες τέσσερεις και μετά έκανε μια διπλωσιά στις κλωστές τις άφηνε από τη μια μεριά και κείνες ξαναστρίβουνταν σαν τρελές και έκαναν ένα όμορφο πλέγμα..

Έδενε τότε τις άκρες και τα είχε έτοιμα πρωί- πρωί να τα φορέσουμε να μην μας μαυρίσει ο ήλιος.

Η μάνα μας τα μαρτίτσια τα έκανε όπως τα σκοινιά από τα βλάχικα σακούλια. Δυο κουβαράκια κόκκινη κλωστή δυο κουβαράκια άσπρη κλωστή.

Τα κρέμαγε σε ένα καρφί και σταύρωνε τα άσπρα, μετά κάτω σταύρωνε τα τα κόκκινα, ξανά τα άσπρα και πάλι τα κόκκινα.

Αυτό το μαρτίτσι ήταν πολύ πιο όμορφο από της γιαγιάς της Ελένης. Εγώ φόραγα τρία της γιαγιάς, της μάνας μας και της θείας της Αθηνάς. Ευτυχώς που δεν χτυπούσαν και δεν έκαναν τρούμου τρούμ, σαν της Γερακίνας…

Η θεία μας η Αθηνά έκανε μια πλεξούδα με δυο κόκκινες και μια άσπρη κλωστή. Πριν τις πλέξει περνούσε μέσα μικρές χάνδρες πολύ μικρές, σπόρια τις έλεγε, έκανε κόμπο να μην φεύγουν και έκανε την πλεξίδα.

Με αυτές τις μικρές χάνδρες τα σπόρια έκανε πολύ όμορφα περιλαίμια. Θυμάμαι πως πριν αρχίσουν να πλέκουν τα μαρτίτσια σταύρωναν τις κλωστές.

Πρώτη του Μάρτη, πρωτομηνιά, Άνοιξη, γιορτές, ξύπνημα της φύσης και των αισθήσεων.

Τα μαρτίτσια τα φορούσαν έως την 25η Μαρτίου. Τότε τα έβγαζαν και τα έβαζαν σε ένα δενδράκι να τα πάρουν τα χελιδόνια να κάνουν τις φωλιές τους. Εμείς και πολλοί άλλοι, τα φορούσαμε μέχρι του Αγιάννη του Ριγανά στις φωτιές.

Τώρα εμείς γιατί τα καίγαμε στη φωτιά του Αηγιάννη τι να σας πω. Κάποιες κοπέλες τα κρατούσαν όλο το χρόνο σαν κόσμημα.

Πολλά κορίτσια εκτός από βραχιόλια κάνανε μαρτίτσια και δαχτυλίδια ακόμη και στολίδια για τα μαλλιά τους, πάντα με τον ίδιο σκοπό μη μας μαυρίσει ο ήλιος.

Βέβαια την πρώτη κάθε μηνός και του Μάρτη, του πρώτου μήνα της Άνοιξης, οι γυναίκες πήγαιναν για αγιασμό στην εκκλησία. Επίσης πήγαιναν σταράκι βρασμένο σκέτο, χωρίς τίποτε και μια λειτουργιά για να λειτουργηθεί υπέρ της υγείας της οικογένειάς. Αυτό το σιτάρι το πήγαιναν και άλλες φορές στην εκκλησία και το έλεγαν ύψωμα.

Στις γιορτές το πήγαιναν αυτό το σιτάρι στην εκκλησιά, όταν είχαν εορταζόμενο. Πολλές φορές όμως δεν το πήγαιναν στην εκκλησία μα πήγαινε ο παπάς στα σπίτια. Εκεί έδινε την ευχή αφού ευλογούσε το σιτάρι και μετά πήγαινε για ευχές ο κόσμος.

Σε πολλά σπίτια στην πρώτη του μηνός ή όποτε είχαν χρόνο έκαναν ευχέλαιο.

Αυτά τα απλά πράγματα που δεν χρειάζονταν κόπο και χρήμα ομόρφαιναν τη ζωή μας γιατί πολλές φορές το χρόνο κάναμε κάτι ξεχωριστό κάποιο έθιμο που θα ενώνει το σκοινί του παρελθόντος με το σκοινί του μέλλοντός μας. Και όλες οι γενιές χάραζαν στο κεραμίδι του χρόνου, το δικό τους παρελθόν, και το παρέδιναν καθαρογραμμένο στους νέους, για αιώνες. Όλες τούτες οι δοξασίες ήταν το αλάτι στην καθημερινότητα.

Σήμερα Τετάρτη, ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ και μη σας δω χωρίς μαρτίτσι έστω και δυο στριμμένες κλωστές μια κόκκινη μια άσπρη. Καλές αποκριές, γιατί ο Μάρτης δεν λείπει ούτε από τις αποκριές, ούτε από τη σαρακοστή. Μήνας γιορτών κεφιού και χαράς.

Και όπως είπαμε δεν λείπει ο Μάρτης από τη σαρακοστή.

Και μετά τη νηστεία που θα μας βοηθήσει να σκεφτούμε, να πάμε στην εκκλησιά να εκκλησιασθούμε και να ετοιμάσουμε, όχι μόνο το σπίτι μας, μα και το σώμα μας και την ψυχή μας, για τη μεγάλη γιορτή. Για να καταλάβουμε το Πάσχα με τα καλά του.

Παροιμίες για το Μάρτη.

Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.
Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μη κάψεις τα παλούκια
Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει.
Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα χαρά στο γεωργό, πού εχει πολλά σπαρμένα

Καλό μήνα και καλές αποκριές. Και μη ξεχάσετε να φορέσετε το μαρτίτσι. Και σεις αγόρια…

H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation