Οι ιστορίες της Βάβως | Πρώτη μέρα στο σχολείο. Η πλάκα, το κοντύλι και τα άλλα…

Γράφει για την paramythia-online.gr  η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Ο πατέρας μου θα πήγαινε δάσκαλος σε ένα χωριό δίπλα στην πόλη της Παραμυθιάς, τις Παγκράτες όπως το λέγανε οι χωριανοί. Τα χωριά και ο κόσμος τους δεν ήταν για τον πατέρα μου άγνωστα. Γνώριζε όλους τους ανθρώπους έναν έναν και ακόμη τις ζωές τους, μιας και με τους περισσότερους ήταν συναγωνιστές στον πόλεμο.

Στα χωριά μας γύρω είχαν δοθεί σκληρές μάχες. Πολλά σπίτια ορφάνεψαν. Άνοιξαν τα σχολεία έστω κι αν ο εμφύλιος συνέχιζε να βάζει τον αδελφό εναντίον του αδελφού.

Με είχε γράψει ο πατέρας μου στο σχολείο της Παραμυθιάς όμως εγώ ήθελα να πάω κοντά στον πατέρα μου στο χωριό.

– Δεν είναι δύσκολο του έλεγα, το χωριό είναι κοντά, μπορώ να περπατήσω.
– Θα κουράζεσαι δεν θα μπορείς.
– Μπορώ, μπορώ.

Έτσι το πρωί που θα άνοιγε το σχολείο αφού είχε πάει και είχε κάνει τις εγγραφές μόνος του, θα με έπαιρνε κοντά του. Ετοίμασε την τσάντα μου, μέσα έβαλε την πλάκα και το κοντύλι. ένα μικρό πλεκτό μαξιλαράκι ήταν ο σπόγγος μου. Το πρωί νύχτα, σηκώθηκε και με ξύπνησε, νομίζοντας πως δεν θα πάω.

Φεύγουμε το γάλα σου. Αμέσως έριξα δυο πλάτσες νερό στο πρόσωπο μου. Είχα και έχω καλή σχέση με το γάλα έτσι του έδωσα μια, ντύθηκα σε τρία λεπτά και είπα πάμε μπαμπά. Τα παπούτσια μου έμπαιναν εύκολα. Ξεκινήσαμε, πήραμε το δρόμο κατά την μπουρδέγγα, ένα μέρος που πήγαινα με τα μεγάλα κορίτσια της γειτονιάς.

Στο δρόμο ή δροσιά ήταν πολύ ωραία και οι στάλες της πάνω στα φύλλα σε μάγευαν. Τα πουλιά κελαηδούσαν και ήταν πολλά. Δεν γνώριζα τις φωνές τους, όμως σήμερα. Nομίζω πως πήγα σε πολλά σχολεία. Στο σχολείο φύση. Στο σχολείο της φύσης, μπορείς να φανταστείς να ακούσεις μόνο τα δικά σου βήματα στο σούρωπο, το νερό από το λάκκο της Χούβιανης να κυλάει ήσυχα, ήσυχα και ο αγέρας ο πρωινός να σου χαδεύει το πρόσωπο;

Σε λίγο φτάσαμε στην ανηφόρα και ήταν πολύ μεγάλη.
– Αν κουρασθείς μου το λες.
– Μια χαρά είμαι.

Κουράσθηκα μα δεν μίλησα. Αν μιλούσα θα έμενα στην Παραμυθιά και γω ήθελα να είμαι με τον μπαμπά μου. Όχι μαμόθρευτό, μπαμπόθρευτο.

Όταν φτάσαμε στο χωριό χτύπησε το σήμαντρο για να μαζευτούνε τα παιδιά. Μαζεύτηκαν πολύ γρήγορα, με τα ταγάρια τους και όσο οι καιροί επέτρεπαν ντυμένα ή παπουτσωμένα. Δεν θυμάμαι να ήρθε παπάς για αγιασμό. Κάναμε την προσευχή μας και μπήκαμε στη τάξη. Ήταν παιδιά μικρά μα και παιδιά μεγάλα που τα βρήκε ο πόλεμος στην δευτέρα, τρίτη, ακόμα και έκτη. Πέντε χρόνια τα σχολεία ήταν κλειστά. Όλα αυτά τα παιδιά βρεθήκαμε σε μια αίθουσα μεγάλη μα σκοτεινή.

Ο δάσκαλος μας, ο πατέρας μου, που εγώ έπρεπε να τον λέω κύριε και όχι μπαμπά την πρώτη μέρα, γνωρίσθηκε με όλα τα παιδιά. Θρανία δεν θυμάμαι να είχαμε, … αυτό το κενό το έχω πολλά χρόνια. Κάναμε τρία διαλείμματα. Ο κύριος, γιατί κύριος είναι τώρα, έχει φέρει μαζί του ένα μικρό φτηνό τόπι για τα αγόρια. Αργότερα μας έφερε μπάλα. Τα έβαλε να παίξουν μπάλα και τους ρώτησε τι παιχνίδια γνωρίζουν. Εμείς τα κορίτσια παίξαμε το περνάει περνάει η μέλισσα κρυφτό γύρω γύρω όλοι, κλπ.

Θεωρούσε ο κύριος μας πολύ σημαντικό το παιχνίδι και όπως ήταν κοντός και αδύνατος ήταν σαν να ήταν μαθητής παίζοντας με τα μεγάλα αγόρια. Ο κυριός μας καθώς τον γνωρίζαμε ήταν αυστηρός μα και τρυφερός. Κράταγε χάρακα μα δεν μας χαράκιαζε όμως όταν δεν προσέχαμε μας τράβαγε το αυτί ή με το δάχτυλό του μας έδειχνε το κεφάλι μας.

Οι πρώτες ημέρες ήταν πολύ εύκολες ο καιρός καλός, φύση ωραία γεμάτη λουλούδια και στα δένδρα καρπούς. Κατόπιν τα πράγματα δυσκόλεψαν όμως παρά το ότι με είχε γράψει στην Παραμυθιά στην κυρία Κατίνα του Σακκά, εγώ έμεινα στο χωριό. Την πρώτη μέρα βέβαια δεν καλοπέρασα γιατί ξεχνιομουνα και τον φώναζα μπαμπά. Δεν μου αποκρίνονταν μέχρι να τον πώ κύριε. Αφού σε έχω μπαμπά του είπα στο δρόμο γιατί; Εκεί είναι σχολείο και δεν υπάρχει μπαμπάς. Εκεί έγώ είμαι ο δάσκαλος και σεις οι μαθητές.

Το χωριό ήταν πολύ καλό και ο κόσμος καλύτερος. Ο πατέρας μου όμως ήταν ένας άνθρωπος παράξενος. Κουβάλησε στο δικό του σακκούλι ελιές ψωμί μια μποτίλια λάδι αλάτι και πιπέρι κόκκινο καυτερό. Δεν θυμάμαι αν είχαμε στους Παγκράτες πρωινό στο σχολείο ή μας έδωσαν μετά.

Είχε φέρει και πολλές πλαστελίνες κανονικές όπως τώρα που παίζουν τα εγγόνια μου και χαρτοπλεκτικές, ακόμη όλο το Καλοκαίρι έκανε γράμματα καλλιγραφικά σε χαρτόνι από τα πακέτα των τσιγάρων που τα μάζευε στα καφενεία από τους καπνίζοντας, γιατί ο δάσκαλός μας δεν κάπνιζε, γράμματα, κεφαλαία, μικρά, και στα φωνήεντα με οξείες, πνεύματα, και στο ωμέγα το ήτα και όσα έπαιρναν περισπωμένη με περισπωμένη ή πνεύμα και οξεία, πνεύμα και δασεία ή πνεύμα και περισπωμένη ή μόνο οξεία ή μόνο περισπωμένη.

Είχε πάρα πολλά σε κούτες από τσιγάρα χύμα και μας έγραφε στον πίνακα λέξεις και μεις έπρεπε να τις κάνουμε με τα γράμματα. Και αυτό κράτησε ένα μήνα γιατί όταν κάναμε τις λέξεις μετά μαθαίναμε και το γράμμα. Κατόπιν αποκτήσαμε αναγνωστικό με την οικογένεια Χωραφά αν δεν κάνω λάθος.

Τα μεγάλα είχαν αναγνωστικό μόνο τα άλλα μαθήματα τα έγραφε ο κύριος στον τοίχο που ήταν ένας μεγάλος πίνακας μαύρος και τα αντέγραφαν. Τον πίνακα τον έβαφε κάθε χρόνο με γάνα [φούμο] από το τζάκι και αυγό με ξύδι.

Κάποτε βρήκε βιβλία που τα έφερε στο σχολείο τα έντυσε με χαρτόνι, που του τα έραψε με την τσαγκαροβελόνα ο κύριος Αποστολίδης, και διάβαζαν τα παιδιά. Πρώι και απόγευμα κάναμε μάθημα. Την Τετάρτη και το Σάββατο το απόγευμα εκδρομή.Εκεί μας έλεγε να βρούμε κάτι που να μας αρέσει από μια πέτρα ένα φυτό ένα ζουζούνι.

Αφού το λέγαμε ο σκαντζόχοιρος κύριε ή η αχλαδιά κύριε ή το χώμα κύριε. Έκανε δικά του παραμύθια για το σκαντζόχοιρο πολύ ωραία και μεις στριμπώ χάναμε ο ένας τον άλλον να είμαστε δίπλα του να ακούμε καλά.Αυτά τα παραμύθια τα κρατώ. Είναι γραμμένα στη γραφομηχανή του και παρακαλώ το Θεό να με αξιώσει όπως έβγαλα ένα τον Παυλάκη και τους καλλικάντζαρούς να βγάλω κι αυτά. Έχει ο Θεός.

Όταν ήρθε η Άνοιξη μας έμαθε να μπολιάζουμε δένδρα, όσο για παιχνίδια πολλά ομαδικά. Μας καλούσανε στα σπίτια, πηγαίναμε έπινε ένα ούζο γιατί δεν έπινε καφέ και το Χειμώνα ένα τσάι. Πριν πάμε τρώγαμε στο σχολείο μας. Γνώριζε πως αυτό το αυγό που θα έδιναν σε μας θα το στερούσαν από τα παιδιά τους.

Και να σας πω, πως όλα τα παιδιά κάναμε χειροτεχνίες με χώμα που μας το έδειξε και ήταν πηλός. Κάναμε βόλους, πουλιά, κύπελα, πιάτα. Τα στεγνώναμε μακριά από τη φωτιά στο τζάκι αφού τα είχαμε αφήσει να στεγνώσουν.

Αξέχαστες εποχές.
Καλή σχολική χρονιά παιδιά μου.

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών



In this article

Join the Conversation