H αντισυνταγματικότητα του άθλιου Νόμου Κατρούγκαλου για τις ασφαλιστικές εισφορές. Του Κ. Σιντόρη

Δικαιώθηκαν και με τον πλέον επίσημο τρόπο οι αγώνες κυρίως του Δικηγορικού Σώματος , που σήκωσε το βάρος των κινητοποιήσεων εναντίον ενός άθλιου και καταληστευτικού Νόμου

Share

Όπως ήδη δημοσιεύθηκε στον τύπο εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1880 και 1888/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας , κατόπιν αντίστοιχων προσφυγών (αιτήσεων ακυρώσεως) των συνδικαλιστικών φορέων των Επιστημονικών Ενώσεων και των Ελεύθερων Επαγγελματιών (Μηχανικών- Δικηγόρων – Ιατρών- Οικονομικού Επιμελητηρίου κλπ).

Δεν θα σταθώ στο επίπεδο της θριαμβολογίας και του γεγονότος ότι δικαιώθηκαν και με τον πλέον επίσημο τρόπο οι αγώνες κυρίως του Δικηγορικού Σώματος , που σήκωσε το βάρος των κινητοποιήσεων εναντίον ενός άθλιου και καταληστευτικού Νόμου (Το «κίνημα της Γραβάτας» όπως χλευαστικά μας αποκαλούσαν), αλλά θα προσπαθήσω να επιχειρήσω (και με την βοήθεια από συλλογή απόψεων και άλλων συναδέλφων) μια ψύχραιμη αποτίμηση, του τι ακριβώς μας λέει το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις δύο αυτές αποφάσεις , όσο αφορά στο σκέλος των εισφορών των ενεργών ασφαλισμένων, και τι πρέπει να γίνει στο εξής, αφού επισημάνω ότι η αποφάσεις αυτές δεν έχουν αναδρομική ισχύ, πράγμα που σημαίνει ότι όσα έγιναν μέχρι σήμερα και όσες εισφορές έχουν καταβληθεί επί πλέον δεν αναζητούνται:

Ειδικότερα με τις αποφάσεις 1880 και 1888/2019 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος η δια των άρθρων 39, 40 και 41 του ν. 4387/2016 θέσπιση ασφαλιστικών εισφορών για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ των μη μισθωτών ασφαλισμένων στο ίδιο ποσοστιαίο ύψος με εκείνο των ασφαλιστικών εισφορών που ο νόμος προβλέπει για την ασφάλιση των μισθωτών, για τον λόγο δε αυτόν ακυρώθηκαν: α) η 61502/3399/30.12.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Προσδιορισμός της βάσης υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών από 1.1.2017», όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 2559/1453/2.6.2017 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, β) η Φ.80000/οικ.60298/1472/23.12.2016 απόφαση του ιδίου Υφυπουργού με τίτλο «Προθεσμία καταβολής, από 1.1.2017, των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένων, ελευθέρων επαγγελματιών και εμμίσθων, οι οποίοι έως την έναρξη του ν. 4387/2016 υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ, του ΕΤΑΑ και του ΟΓΑ» και γ) η 25598/1452/2.6.2017 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Τροποποίηση της 61501/3398/30.12.2016 (ΦΕΚ Β΄ 4330) απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης “Προσδιορισμός της βάσης υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένων στον ΟΓΑ από 1.1.2017”».

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η υπαγωγή στην ασφάλιση, κατά τις διατάξεις αυτές, μισθωτών και μη μισθωτών, ήτοι κατηγοριών ασφαλισμένων με ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και παραγωγής εισοδήματος, υπό ενιαίους κανόνες εισφορών και παροχών (άρθρα 39, 40 και 41 του ν. 4387/2016), αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, από της απόψεως της ενιαίας μεταχειρίσεως προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Πράγματι, κατά το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών, το οποίο επέλεξε ο νομοθέτης για τον νέο φορέα, ασφαλισμένοι οιασδήποτε κατηγορίας από τις υπαγόμενες στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (για τις οποίες κατέβαλαν εισφορές) και τον ίδιο χρόνο ασφαλίσεως αποκτούν την ίδια ασφαλιστική παροχή (κύρια σύνταξη). Στην χρηματοδότηση της παροχής αυτής τόσο η ασφαλιζόμενη μισθωτή εργασία όσο και τα ασφαλιζόμενα επαγγέλματα συμβάλλουν με το ίδιο ποσοστό εισφοράς (20%) επί του εισοδήματος που παράγουν. Την παροχή, όμως, αυτή οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι (αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) αποκτούν έχοντας καταβάλει το σύνολο της ως άνω εισφοράς επί του εισοδήματος που πραγματοποιούν από το επάγγελμά τους, ενώ οι μισθωτοί ασφαλισμένοι αποκτούν την ίδια παροχή έχοντας καταβάλει εισφορά 6,67% επί των αποδοχών τους από την εργασία τους, καθώς το υπόλοιπο της εισφοράς (13,33%) βαρύνει τους εργοδότες τους.

Συνεπώς, οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι, μη έχοντες εργοδότη βαρυνόμενο με τμήμα της δικής τους εισφοράς, καταβάλλουν τριπλάσιο μέρος του εισοδήματός τους ως αντιπαροχή για την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και την απόληψη της ίδιας παροχής σε σχέση με τους μισθωτούς ασφαλισμένους και, μάλιστα, χωρίς το ύψος των καταβληθεισών εισφορών τους να συνδιαμορφώνει, όπως στο σύστημα καθορισμένων εισφορών, το ύψος της ασφαλιστικής παροχής. Ίδιας τάξεως δε διαφορά προκύπτει και στις οριζόμενες στον νόμο εισφορές για την υγειονομική περίθαλψη.

Η κρίση αυτή είναι σύμφωνη με όσα είχε προβάλει το δικόγραφο του Δικηγορικού Σώματος με μακροσκελή ανάπτυξη του ζητήματος, όπως φυσικά και τα δικόγραφα των λοιπών Επιστημονικών Φορέων, αλλά και του Οικονομικού Επιμελητηρίου που εν τέλει έτυχε αποδοχής.

Μετά ταύτα απομένει στην Νέα Κυβέρνηση, αφού πάρει το πλήρες σκεπτικό της απόφασης του ΣΤΕ, να συμμορφωθεί πλήρως με αυτό και να φτιάξει ένα νέο πιο δίκαιο ασφαλιστικό Νομοσχέδιο, και όχι φορολογικό, όπως ήταν το προηγούμενο, το οποίο σαφώς αποσκοπούσε (και σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε) στην φορολογική αφαίμαξη των Ελευθέρων Επαγγελματιών.

Και επειδή, όπως λένε και στο χωριό μου «Κυριακή , κοντή γιορτή», περιμένουμε , με «το όπλο παρά πόδας» τις αποφάσεις της Κυβέρνησης και θα κάνουμε την τελική αποτίμηση του αποτελέσματος.

Υ.Σ. Περιμένουμε επίσης και μια συγγνώμη από όλους αυτούς που μας λοιδόρησαν και μας «κρέμασαν στα μανταλάκια» για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα

Σιντόρης Κων/νος.
Δικηγόρος, Πρώην Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας

In this article

Join the Conversation