Το οδοιπορικό στην Φωτική του Βασίλλη Κραψίτη:
Το λεωφορείο πέρασε το Νιοχώρι τώρα διαβαίνει ανάμεσα σε ολάνθιστες δεντροστοιχίες. Η κρυφή ανάσα της φύσης ευωδιάζει. Πρωινό ειρηνικό.
Κάπου τέσσερα χιλιόμετρα από εδώ η μικρή μου γενέτειρα, η Παραμυθιά. Ο φυσικός της περίγυρος είναι πάντα για μένα ένα ακέριο ψυχικό σύμπαν. Μέσα μου, τώρα που προβάλλει, κάτι δονείται. Αρχίζει να εκτελείται η "ημιτελής" συμφωνία της νιότης. Η καρδιά λαχταράει. Τα σκοτεινά σύννεφα που χρόνια έτρεφαν με αγωνία τη σκέψη πορφυρώνονται. Οι επιβάτες κοιταζόμαστε και σωπαίνουμε. Τέτοιες μυστικές στιγμές μόνον η σιωπή συνδέει τους ανθρώπους.
Την ψυχή κάτι την κροταλίζει. Βιαστικά περνάει η άνοιξη. Θέλει πρόθυμα να μας προσφερθεί με όλες τις μυστικές της ομορφιές.
- Ανοίξτε να μπω! λέει.
Οι δεκαετίες που διάβηκαν μας έχουν δημιουργήσει κάποιο εσωτερικό κενό. Ήρθε η ώρα να το γεμίσουμε.
- Καλώς όρισες, Άνοιξη! ψιθυρίζουμε.
Κοιτάζουμε τα βράχια και τα χώματα. Όλα έχουν μετουσιωθεί σε ιστορία που κρατάει αναστημένη τη μνήμη και το χρέος. Η μοίρα του ιδεολόγου είναι τραγική. Ο αγώνας του ντύνεται την οδύνη. Ποιός όμως μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του; Έτσι τα βήματά μου καρφώνονται τώρα στη θέση "Λιμπόνι". Το αγέρι που έρχεται καβαλώντας τους λόφους φέρνει το μήνυμα του προγονικού μου χώρου. Υπακούω στον πόθο του να αναστήσουμε τη χαμένη αιώνες κάτω από αυτή την καταπράσινη πεδιάδα αρχαία πολιτεία. Χρέος εθνικό και τοπικό. Γνώση και σοφία. Πράξη και ψυχή.
Μας ζώνει το τραγούδι του νερού. Ρυάκια μουρμουρίζουν, βρύσες φλυαρούν, χείμαρροι θορυβούν. Τα νερά της απέναντι μικρής λίμνης κυματίζουν ανάλαφρα. Πόσες φορές δεν στάθηκα εκστατικός στον ξάστερο καθρέφτη της! Σκεφτόμουνα τα μυστικά που κρύβονταν κάτω από τον πυθμένα της. Αναζητούσα πάνω στο χώμα του, σε μήνες που τα νερά, ξεφεύγοντας από μυστηριώδεις σκισμάδες, την έδιναν ολάκερη στην καλλιέργεια, το μυστικό ψιθύρισμα μιας νεκρής πολιτείας. Της Φωτικής, που την έχτισε όταν νίκησε τους Θεσπρωτούς, από τους οποίους αφαίρεσε και την προστασία της Δωδώνης, ο αρχηγός των Χαόνων Φώτιος, από τον οποίο μπορεί και να πήρε το όνομά της. Της πολιτείας που δε διαδέχτηκε την κοντινή Εύροια με την οποία συνυπήρχε, αφού το 557 μ.Χ. που εκείνη καταστράφηκε η Φωτική ζήτησε τη συνδρομή του Ιουστινιανού που την ανανέωσε και επισκεύασε το κάστρο του Άι-Δονάτου της Παραμυθιάς, μια που η Φωτική και η Φοινίκη "ύδασι περιρρεόμεναι" δεν είχαν στέρεο έδαφος να περιτειχιστούν.
Τώρα σκύβω στη ρίζα ενός φράχτη. Κόβω τα πρώτα ζαμπάκια και σκέφτομαι τις πέτρες, τα χώματα, τα λουλούδια που ανανεώνονται, τον αέρα. Πόσα δεν έχουν να πούνε για κείνα τα παλιά. Περπατώ στα χωράφια, σκοντάφτω σε κάποια συντρίμμια και συλλογίζομαι πως κάπου εδώ ήταν τότε μια ξακουστή πολιτεία με μεγαλόπρεπα κτίρια, ναούς και βωμούς, με υψηλή κοινωνική και πνευματική σύνθεση και με πλούσιο από "εύκλωνα δέντρα και πηγάς καλλιρρόους" κάμπο, όπως αυτή την προχωρημένου πολιτισμού εποχή διασώζει με τη σπίθα της πέννας του ο επίσκοπος της Φωτικής Διάδοχος. Και εκείνη η πολιτεία κύλησε ιστορικά και δοξασμένα σα ρωμαϊκή αποικία, σα βυζαντινό κτίσμα, σαν έδρα επισκόπου. Ώσπου έγειρε, πάνω στο μεγαλείο της, γύρω στις αρχές του 13ου αιώνα δολοφονημένη από τις επιδρομές των Σλάβων και των Νορμανδών. Και από τότε ο αέρας έκλεψε το όνομά της και τόκρυψε στη λησμονιά των αιώνων.
Ανάμεσα σε πυκνά φυλλώματα κυλάει μια βάρκα. Και αυτά απέναντι τα φτωχικά ερείπια τα παρομοιάζω με μια ναυαγισμένη στη μέση της θάλασσας βάρκα. Τα κατάρτια της από αιώνες έχουν χαθεί. Το πλήρωμά της πνίγηκε. Η ομορφιά της πέθανε. Ένας γέρος κωπηλάτης σκύβει επάνω στα κουπιά. Ολόγυρα φτερουγίζουν πουλιά. Στα κυματιστά σπαρτά χαμηλώνουν, με κυρτά τα μεγάλα τους φτερά, πελαργοί. Εδώ φτάνει και η αρχαία φωνή του κάστρου της Παραμυθιάς, που φαντάζει σα μια πνιγμένη κραυγή απειλής μες την ειρήνη των γύρω. Σε όλον αυτόν το χώρο έχει καθίσει η σκόνη των αιώνων. Όμως η θέση της Φωτικής είναι πια αναμφισβήτητη.
Πλησιάζω λίγες κολώνες. Κάποτε τις έστησαν οι άνθρωποι. Ύστερα ήρθαν άλλοι άνθρωποι και τις γκρέμισαν. Ύστερα βοήθησαν στον αφανισμό οι σεισμοί, οι βροχές, οι πλημμύρες. Τώρα σ' αυτές τις κολώνες κυριαρχεί το φως. Εδώ πάλαιψαν οι θεοί. Το δωδεκάθεο νικήθηκε. Χύθηκε πλούσιο το φως του ενός θεού. Ο νους νίκησε το χρόνο. Από τον 3ο αιώνα αρχίζουν τα σπέρματα του Χριστιανισμού. Καλλιεργείται η ελπίδα. Και γι' αυτή την ύστερα από το θάνατο ζωή. Υψώνονται ναοί, υμνολογείται η δόξα του Θεού. Να, μπροστά μου στη θέση Λαμποβίθρα λίγα ερείπια του Βυζαντινού ναού με καλλιτεχνικό μωσαϊκό, που ήταν αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου. Οι στερνές του κολώνες διαλύονται σε αιωνιότητα με μια ειρηνική αποδοχή του πεπρωμένου.
Κάποια κολώνα, λες και ψιθυρίζει: - Έτσι κάποτε θα γινόταν.
- Πότε έπεσες; τη ρωτάω.
- Όταν έπεσαν οι μπροστινές μου, φαίνεται πως μου λέει.
Πρώτα έπεσε η μια. Ακολούθησε η δεύτερη και ύστερα όλα πήραν φωτιά και γκρεμίστηκαν. Τα μέγαρα, οι ναοί, οι στοές, οι κρεμαστοί κήποι, όλα πυρπολήθηκαν. Και πάνω τους τώρα ανθίζουν αγριολούλουδα και βόσκουν πρόβατα.
Από την καλύβα των τσοπάνων ανεβαίνει ένας γαλαζένιος καπνός. Στον ίδιο χώρο βρέθηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα μια περίφημη σαρκοφάγος που στολίζει το Μουσείο των Γιαννίνων. Στις τρεις πλευρές της παριστάνει βακχική τελετή με μαινάδες και σατύρους και στην τέταρτη αντιμέτωπα δυο λιοντάρια. Εκείνη η μαρμάρινη της ρωμαϊκής εποχής σαρκοφάγος είχε λεηλατηθεί. Ποιος ξέρει πότε! Από κοντινά της ευρήματα έγινε η σκέψη πως σε αυτήν ίσως να είχε ασφαλιστεί το σώμα του επιτρόπου του Αυγούστου, του Γαλλίσιου, που με τη γυναίκα του την Κλαύδια Πριμιγένεια και την αφοσιωμένη υπηρέτριά τους Φαιονίκη ζούσαν στη Φωτική. Το μαρτυρούν μερικές επιγραφές που βρέθηκαν, οι οποίες πάλι ιστορούν πως ο Γαλλίσιος ύψωσε στη θεά Άρτεμη ναό, τον οποίο στόλισε με πολλά αγάλματα. Είναι ακόμη και άλλες επιγραφές που φανερώνουν τον πολιτισμένο τρόπο ζωής του πληθυσμού αυτής της πολιτείας. Να, το συνέδριο των Φωτικησίων που στα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα τιμάει τον Αίλιο Αιλιανό:
"ΤΩ ΚΡΑΤΙΣΤΩ ΑΙΛΙΩ ΑΙΛΙΑΝΩ,
ΔΟYΚΗ, (ΝΑΡΙΩ,) ΕΚ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΩΝ
ΕΠΙΤΡΟΠΩ, ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΝΟΝΙΩΝ
ΑΛΛΑ ΓΑΡ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑΝ
ΚΗΝΣΕΙΤΟΡΙ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΝΩΡΙΚΟΥ.
ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΦΩΤΙΚΗΣΙΩΝ ΤΩ, ΕΥΕΡΓΕΤΙ
ΨΗ(ΦΙΣΤΑΤΙ) Φ(ΩΤΙΚΗΣΙΩΝ)".
Να, ακόμη και μερικά άλλα κατάλοιπα που μαρτυρούν τη μεγαλοπρέπεια της ρωμαϊκής αποικίας: "Ευρέθη δε ενταύθα και κορμός αγάλματος γυναικείου, όστις εκ της πτυχωτής και μικράς μέχρι γονάτων αφικνουμένης περιβολής, φαίνεται ότι της Αρτέμηδος ην, και το βάθρον δε του αγάλματος τούτου σώζεται εισέτι εις τον αγρόν, εις ον ανεγείρετο ο ναός του Γαλλισίου και της Πριμιγενείας. Σπουδαιότητα δ' επίσης της πόλεως δείκνυσι και η εις τον Σέξτον Πομπήιον αναθηματική επιγραφή των κατοίκων της Φωτικής δια κοινού εράνου.. Αφ' ετέρου τα ευρεθέντα ή σωζόμενα άλλα γλυπτικά έργα κατά την έκτασιν των ερειπίων, ομιλούσιν ευγλώττως περί της μεγαλοπρεπείας αυτής, ως επίσης και τα διάφορα λείψανα των οικοδομημάτων και αι κατεστραμμέναι στοαί και οι διάφοροι και εις πολλά μέρη απαντώντες τάφοι και οχετοί υδραγωγείων.. Ου προ πολλού ανεκαλύφθη ωραίον μωσαϊκόν παρά τον σαρκοφάγον παριστών εν τω μέσω λευκόν πτηνόν με πτέρυγας ανεπεπταμένας, και ανευλαβώς κατεστράφη υπό του ιδιοκτήτου, ελπίσαντος εις υποκειμένους θησαυρούς". Και έρχονται ένα πλήθος ρωμαϊκά, βυζαντινά, ηπειρωτικά, κορινθιακά και της Νικόπολης νομίσματα, αρκετά χρυσά κοσμήματα και σιδερένια όπλα που μιλάνε για την πολυάριθμη και άρτια οργανωμένη αυτή πολιτεία.
Το μάτι μου στοχαστικά παρατηρεί τη λάμψη της φωτιάς που καίει στη γωνιά της καλύβας και τον καπνό που ανεβαίνει παιχνιδίζοντας και χάνεται. Έτσι κάποτε αφανίστηκε η Φωτική και από τότε έγινε αέρας. Αναζητάω τα αίτια αυτών των γεγονότων και αναρωτιέμαι: - Γιατί τα γκρέμισαν; Οι αιώνες σωπαίνουν. Ποιος να μ' αποκριθεί; Από τα βάθη της καρδιάς μου έρχεται κάποια απάντηση.
- Για να μπορούν κάποτε να τα υψώνουν οι κατοπινές γενιές.
Πέρασαν πολλές γενιές από τότε που όλα σβήστηκαν. Καμιά της δε στάθηκε άξια να σκύψει με πραγματικό επιστημονικό και εθνικό ενδιαφέρον πάνω από αυτή τη φορτωμένη με ένα τέτοιο παρελθόν κοιλάδα και να φιλοδοξήσει να αναστήσει το παλιό μεγαλείο μιας ζωντανής ακόμη πολιτείας. Και οι αιώνες κυλάνε και τα μυστικά της βουλιάζοντας.
Η ψυχή μου βουλιάζει στη θλίψη. Στον ουρανό ο μεγάλος κύκλος του ήλιου αχτινοβολάει. Η πλάση τραγουδάει. Σε μια τέτοια ώρα τινάζεται η ελπίδα.
- Ο άνθρωπος δε μπορεί να στάθηκε τόσο άδικος, σκέφτομαι.
Παίρνω το δρόμο πάλι για τα χωράφια, όπου τα λίγα ευρήματα. Ζητάω μια επιβεβαίωση. Θέλω και τώρα να επισημάνω τι έχουμε ως τώρα οι νεότεροι υψώσει από αυτούς τους γκρεμισμένους πολιτισμούς. Η διαπίστωση είναι και εδώ οδυνηρή.
Στον ουρανό περπατάν ελαφρά κάτασπρα σύννεφα. Δυο πελαργοί πετάνε μακριά. Πολλά λουλούδια πέφτουν στη γη πριν μαραθούν. Έτσι κάποτε έπεσαν και αυτοί οι πολιτισμοί. Χωρίς να μαραθούν.
- Μα τι έχουμε ως τώρα υψώσει από αυτούς τους γκρεμισμένους πολιτισμούς; ξαναρωτιέμαι.
Όλα σωπαίνουν. Κάποτε ο τόπος μετουσιώνεται σε φως. Τελικά ο εαυτός μου, απαντάει.
Την αιώνια λησμονιά!..(Β. Κραψίτη: "Ταξίδια στην Ήπειρο")