Οι ιστορίες της Βάβως | To λαμπόγυαλο στην μεταπολεμική Παραμυθιά

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Τότε λίγα σπίτια είχαν ηλεκτρικό ρεύμα  ήταν πολύ ακριβό. Οι μηχανές παραγωγής του ρεύματος ήταν ιδιωτικές. Αυτό στην Παραμυθιά. Στα χωριά ούτε λόγος για ρεύμα.

Σε ένα από αυτά τα σπίτια μείναμε πολύ λίγο. Εγώ ελάχιστα, μιας και έμενα στα χωριά που ήταν δάσκαλος ο πατέρας μου. Το σπίτι αυτό ήταν πολύ μεγάλο, ήταν πολύ ωραίο κτήριο, ένα αρχοντικό. Όμως πολλά από τα κτίσματα ήταν γκρεμισμένα, και άλλα ετοιμόρροπα. Χωρίς σκεπές, χωρίς παράθυρα, μισογκρεμισμένα, θλιβερά κουφάρια ενός πολέμου. Όμως όλο το σπίτι είχε πρίζες και φως. Αυτά λειτουργούσαν όμως εμείς και οι γείτονες που μείναμε σε αυτό το σπίτι δεν το ανάβαμε.

Στα σπίτια των Ελλήνων δεν είχαν φως. Ο παππούς μου, στο σπίτι του δεν είχε ηλεκτρικό και στο μαγαζί έκαιγε ασετυλίνη. Τώρα γιατί όλα αυτά. Έτσι. Προχθές για μισή ώρα έγινε διακοπή ρεύματος. Ευτυχώς έχω πάντα αναμμένο το καντηλάκι μου και κεριά πολλά σε ένα κουτί. Σπίρτα δίπλα στο καντήλι μας. Ωχ, το φως και οι γείτονες στο δρόμο τι πως γιατί δεν μας ειδοποίησαν, που έγινε η ζημιά κλπ κλπ κλπ

Σκέψου να μην είχαμε ρεύμα τι θα κάναμε; Είπε η γιαγιά απέναντι . Ότι κάναμε και παλιά μουρμούρισα και ξεδίπλωσα τις αναμνήσεις μου….

Πρωί – πρωί μετά το πρωινό και την ατομική καθαριότητα με τις συνθήκες βρύση ντενεκεδένια κλπ αρχίζαμε από τις λάμπες. Με προσοχή πρώτα τις μεγάλες μπρούτζινες με λαμπόγυαλο, μεγάλο το Νο δεν το θυμάμαι. Μετά τις γυάλινες με το ντενεκάκι το στρογγυλό πίσω, το σύρμα για το κρέμασμα στον τοίχο και το λαμπόγυαλο, αυτές ήταν μικρότερες…

Τέλος τα λαδοκάντηλα. Οι λάμπες με το λαμπογυάλι θέλανε πολύ προσοχή να καθαριστούν με εφημερίδα και ένα ξυλάκι σαν αδράχτυ. Έσταζαν εύκολα και άντε να τρέχεις για λαμπόγυαλο Νο 8, Νο10, Νο12…

Έπρεπε να καθαρίζονται κάθε μέρα γιατί έπιαναν γάνα ή καπνια. Τα πλέναμε και με σαπουνάδα όπως τα ποτήρια. Τις γεμίζαμε και πετρέλαιο.

Υπήρχαν και κάτι πανέμορφες λάμπες μπρούτζινες βαριές με φυτίλι που τις γεμίζαμε με πετρέλαιο ή λάδι, όπως και ντενεκάνια καντήλια που μέσα το φιτίλι ήταν από στριμμένο βαμβακερό νήμα. Αυτό άλλοι το αγόραζαν έτοιμο, άλλοι το έκαναν μόνοι τους. Η γιαγά μου το έκανε μόνη της, γιατί λέει ήταν καλύτερο και φώτιζε καλύτερα. Εγώ πάντως λόγω της στραβωμάρα μου όλο με κοκκινισμένα μάτια ήμουν. Και να δεις που τα κορίτσια με τη θεία μου τη Γιωργίτσα, έραβαν, στρίφωναν, κένταγαν με το λαδοκάντηλο η τη λάμπα τη μικρή. Και πολλές φορές τραγούδαγαν το, ντίλι, ντίλι, ντίλι, κάθονταν και κένταγε η κόρη το μαντήλι. Και το κένταγε η κόρη το μαντήλι κι ας έπαθε στο τραγούδι χίλια βάσανα. Και μέχρι που έτρωγε το φυτίλι ο ποντικός, που τον έφαγε η γάτα και τελειωμό δεν είχε.

Μα δεν ήταν μόνο ο φωτισμός από το ηλεκτρικό που έλειπε. Τότε δεν είχαμε και ψυγεία και όσοι είχαν, ήταν με πάγο. Εμείς στο σπίτι μας δεν είχαμε ψυγείο αποκτήσαμε το 1959 στην Αθήνα. Πάγο έκαναν νομίζω στην Παραμυθιά. Παλιά τα μαγαζιά φέρνανε πάγο από τη Χιονίστρα στα μουλάρια φορτωμένο μέσα σε σακκιά. Στην Παραμυθιά δεν είχαμε βαρέλες για το κουβάλημα του νερού. Είχαμε γκιούμια και στάμνες.

Στην Παραμυθιά σχεδόν κάθε γειτονιά είχε βρύση, πηγάδι και μπουρίμα. Το Καλοκαίρι που έκανε ζέστη για να κρατάμε κρύο το νερό, βάζαμε τη στάμνα στη μπολίτσα της και την σκεπάζαμε με ένα τσουβάλι βρεγμένο. Βούλωμα της στάμνας ένα καλαμποκίσιο κοτσιαλό ή τσόκαλο, πάρτε όποια εκδοχή θέλετε.

Τα τρόφιμα τα είχαμε στο κατώι και τα καθημερινά στο ντουλάπι των τροφήμων. Το ντουλάπι αυτό ήταν φκιαγμένο από κέδρο με σίτα μπροστά, για να μη χαλάν τα φαγητά και το ντουλάπι όταν ήταν από κέδρο δεν έπιανε σκόρο [ σαράκι ]. Εκεί στο ντουλάπι αυτό ή στο φανάρι ένα ντενεκεδένιο ντουλαπάκι με σίτα, έβαζαν το περίσευμα του φαγητού σε πιάτα και το γαλοτύρι σε ξύλινα κλειδώ ας πούμε ξύλινα τάπερ με σκέπασμα.
Τότε μαγείρευαν μεσημέρι βράδυ το Καλοκαίρι. Το μεσημέρι κανονικό φαγητό το βράδυ κάτι ελαφρύ. Ντοματοσαλάτα, σκορδαλιά με αγγούρι και δυόσμο, ελιές και ομελέτα. Η αλήθεια είναι πως οι οικογένειες τότε ήταν πολυμελείς. Έτσι ένα μεγάλο ταψί φαγητό ή μια κατσαρόλα ίσα που έφτανε για ένα γεύμα.

Τα σκεύη από χαλκό ήταν πολύ επικίνδυνα έχουν πεθάνει κόσμος από δηλητηρίαση, έτσι δεν κράταγαν περίσσευμα φαγητό. Έπρεπε να είναι καλά καλα’ι’σμένα για να αφήσουν μέσα φαγητό και μάλιστα για λίγες ώρες..
Άλλη δουλειά που έκαναν κάθε πρωί ήταν το άσπρισμα της αυλής του κοτετσιού και της σκάλας.

Πολλά πράγματα που σήμερα γίνονται με τον μπλέντερ τότε γίνουνταν με το γουδί. Βέβαια πολλά σπίτια είχαν μηχανή του κιμά ένα μικρό σιδερένιο μηχανάκι, που όμως πολλές δεν το χρησιμοποιούσαν, έκαναν το κιμά με το κεφτεντένι, ένα ειδικά μπαλντα. Ήταν λέει καλύτερος.

Πολλά που τότε είχαν κάποιοι, οι φτωχοί δεν τα ονειρεύονταν. Μήπως αυτό δεν ισχύει και σήμερα, με τα σημερινά μέτρα και σταθμά; Όμως τότε οι δρόμοι ήταν χαραγμένοι από το σπίτι. Αλλαγές δεν δέχονταν. Άλλος είχε το λόγο. Ήταν σαν να ήσουν ύφασμα που σε έκοψαν από ένα τόπι. Και όπως δεν αλλάζεις ποτέ ένα ύφασμα που σου έκοψε ο πωλητής στο κατάστημα έτσι και συ, δεν έχεις το δικαίωμα της αλλαγής.. Κόπκε, θα το πληρώσεις. Τι να το κάνουν.

Έτσι ήταν προκαθορισμένη η ζωή για τα κορίτσια. Και αν καμιά κοπέλα έκανε όνειρα, κοίταγαν να της τα κόψουν.
Ποια είσαι συ που θα χαλάσεις τα χρηστά μας ήθη; Καμιά. Η αλήθεια είναι πως και τα όνειρα τα φύτευαν από την κούνια.
Κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου.
Χρυσαφικά που θα τα κουβαλούσες πάνω σου μια ζωή. Ήταν η ασφάλεια σου η ασφάλεια της οικογένειάς σου, για την αρρώστεια για τη μεγάλη ανάγκη για τη φυγή.
Τα όνειρα απαγορεύονται, καταστρέφουν.
Όμως τα νιάτα κάνουν όνειρα και αγωνίζονται να τα πραγματοποιήσουν. Να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

Και κει μπλέξαμε το ακριβό με το φανταχτερό. Το σπάνιο με το τίποτε. Και η γνωριμία μας με την τεχνολογία μας χάλασε. Χάλασε το γούστο μας. Απλώς θέλαμε να λάμπουν κι ας ήταν ντενεκές βαμμένος χρυσαφής.. Σαν το χρυσό δόντι στο σπόμα μας, που φάνταζε, σαν γέλαγες. Και γέμισε ο κόσμος ξένα χρυσά δόντια σε όμορφες κοπελίτσες σε παλικάρια. Φτάσαμε στο σημείο να ανταλλάζουμε τα υφαντά και τα μεταξωτά με τα νάυλον.

Αλλάξαμε, τα εικονίσματά μας που τα ζωγράφιζαν με νηστεία και προσευχή, για να βάλουμε στα σπίτια μας τυπωμένες εικόνες με γύρω γύρω χρυσόχαρτο. Και δίναμε το ακριβό το σπάνιο για ένα τίποτε. Γυάλιζε το χρυσόχαρτό μα ΄ήταν ψεύτικο. Κατόπιν όταν βάλαμε το ηλεκτρικό χάσαμε για πάντα σε γούστο. Στη θέση που ήταν το καντηλάκι μας βάλαμε ένα φωτάκι ηλεκτρικό.  Ακόμη και στις εκκλησιές μας δεν θέλουν κεριά δεν θέλουν καντήλια. Χαλάνε μας λένε οι εικόνες. Μέγα ψέμα οι εικόνες οι ζωγραφισμένες στο χέρι καπνίζονται θαμπώνουν μα πλένονται με ένα σφιχτό πανάκι και ξαναλάμπουν. Τι λέω, αφού σήμερα όλα έγιναν ίσιωμα. Αφήνω την καρδιά μου και την ψυχή μου να παίξουν κρυφτό το παλιό ή το καινούργιο; Κοίτα τα όμορφα πετρογέφυρα. Πανέμορφα, όμως δε μπορούν να σηκώσουν συρμούς και νταλίκες.

Αφήνω τη καρδιά μου, να φτερουγίζει στα χρόνια της νιότης μου. Δεν ξέρω αν όλοι οι άνθρωποι νοιώθουν έτσι δεμένοι με τα αράχνούφαντα πλεχτά της φαντασίας σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει, μα που εγώ νοσταλγώ.

Είναι σαν ένας έρωτας που σε καλεί ξανά στο πανηγύρι του, στο πανηγύρι της ζωής. Θες να πας, μα δεν πηγαίνεις, βλέπεις δεν είσαι πια δέκα πέντε χρονών με ανέμελα στους ώμους τα ατίθασα μαλλιά σου, με το θάρρος της άγνοιας. Τα εγγόνια σου είναι αυτά που χαμογελούν στο όνειρο, και συ χαίρεσαι γιατί ξέρεις πως η ζωή αυτό είναι. Μια ιστορία, με αρχή, μέση, και τέλος. Εσύ είσαι ο πρωταγωνιστής στη δική σου ζωή. Όλα τα είδες όλα τα κανόνιζες κατά πως πρέπει, έτσι έλεγες….

Τώρα καταλαβαίνεις πως στο τέλος, αν και πρωταγωνιστής είναι μοιραίο να βάλουν την τελεία ο άλλοι. Κομμάτια από τη σάρκα σου, λουλούδια στη γλάστρα της αγάπης σου, δικοί σου καρποί. Τι λέω; Χα, παίζω παρέα με το μυθιστόρημα της ζωής, και τους ήρωές μου, που τους γνώρισα, τους αγάπησα, με αγάπησαν και που έφυγαν πριν από μένα. Έτσι γίνεται πάντα, μια ρουτίνα… Άκου, θα είμαι πάντα μαζί σας. Θα σας σκεπάζω κι από τον ουρανό.

Αυτό λέει ο κάθε ένας μας και προσπαθεί να είναι έτοιμος για τη μεγάλη φυγή. Μα το ξέρω καλά πως την τελευταία πράξη άλλος την καθορίζει. Ακόμα και το χρόνο. Γι΄αυτό ας έχουμε έτοιμες τις αποσκευές μας τις λαμπάδες μας αναμμένες, να μη την πάθουμε σαν τις μωρές παρθένες.

Διαβάστε όλες τις ιστορίες της Βάβως, από εδώ.

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών




In this article

Join the Conversation