Οι ιστορίες της Βάβως | Ο Λάμποβος πριν από 60 χρόνια…

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Ήρθε ο Οκτώβριος, ήρθε και ο Λάμποβος στήθηκαν οι πάγκοι, μπήκαν τα εμπορεύματα, και οι δρόμοι γέμισαν με κόσμο.

Οι φούρνοι δεν προλάβαιναν να βγάζουν πλαστάρια, ψωμιά, κουλούρια, και να ψένουν φαγιά. Τυρόπιτες, δυάρες, τσουρέκια, δεν θυμάμαι να έβγαζαν. Ρώτησα και τα αδέλφια μου μα ήταν πιο μικρά από μένα, τέτοια δεν θυμάμαι να έβγαζε κανένας.

Τα εστιατόρια έβαζαν όλη τους τη μαστοριά μοσκοβόλαγαν οι δρόμοι κανέλα δάφνη και γαρίφαλο, για να πω και κάτι που μου έκανε φοβερή εντύπωση ήταν πως όλες οι γυναίκες της πόλης μας, ήταν πολύ καλές μαγείρισσες και ζαχαροπλάστισσες.

Γλυκά αγοραστά μόνο πάστες και σοκολατάκια και το καλοκαίρι παγωτά από την ΕΒΓΑ που έρχονταν κάθε Σάββατο…. τις πάστες τις αγοράζαμε όταν βγαίναμε με κάποια παρέα που θέλαμε να την ευχαριστήσουμε, τα σοκολατάκια για να κερνάμε.

Ένα σχέδιο ήταν τα σοκολατάκια τότε οι μαργαρίτες, ήταν και κείνα τα μισοφέγγαρα στο κόκκινο ασημόχαρτο που κόλλαγαν στα δόντια, αυτά δεν άρεσαν στις κυράδες τα λουκούμια ήταν καθημερινά και πολλές τα έκαναν μόνες τους.

Στο δρομάκι πάνω από το φαρμακείο ήταν μια οικογένεια που έκανε κοκκοράκια και μήλα καραμελωμένα μοσχοβόλαγε το σοκάκι. Κάθε μέρα τα πούλαγαν στο σχολείο και τον Λάμποβο στο δρόμο.

Ήρθε μια μέρα ο κουμπάρος από τη Γλυκή, πάει η θεία μου Σοφία να τον κεράσει και αντί να βάλει το πιατάκι με τον καφέ και δίπλα σε άλλο πιατάκι το σοκολατάκι πιάνει τη σοκολατιέρα που είχε φέρει από την Αθήνα η θεία μας η Αθηνά και πάει όλα τα σοκολατάκια στον κουμπάρο και του λέει. Πάρε κουμπάρε μου. Απλώνει ο κουμπάρος και παίρνει όλα τα σοκολατάκια και έτρεμε η θεία που σε ξένο σπίτι έκανε τέτοια γκάφα.

Όλα τα άλλα γλυκά πάντως οι παραμυθιώτισσες τα έκαναν μοναχές τους.

Πολύς ο κόσμος λοιπόν στο Λάμποβο, που πολλές φορές έμενε στα συγγενικά σπίτια ή σε σπίτια φίλων. Όλα αυτά ήταν καλά μα ήταν και κείνοι που είχαν εντάσεις που θα τους βάλουμε κλπ.

Όλες οι γυναίκες φρόντιζαν να κάνουν κάτι το καλό για το μουσαφίρη, πρώτα γιατί έτσι πρέπει και τούτο το πρέπει παλιά, έσβηνε όνειρα, σκότωνε ελπίδες, χάλαγε ζωές, πρέπει, πρέπει.

Έτσι, εκτός από τις χαρές της κοσμαντάμωσης, βλέπαμε και την ένταση, ακόμα και καυγάδες.

Αείμνηστοι είναι όλοι, όσοι θα αναφερθούν, όμως δείχνει τη δική μας σκέψη, το δικό μας τρόπο ζωής τότε, όπως θέλετε ας το πείτε.

Κουνάμενη σινάμενη μια μέρα, κρατώντας τον αδελφό μου το Φάνη από το χέρι, πηγαίναμε στο μαγαζί του παππού μας. Πριν γυρίσουμε στο μαγαζί και ενώ είχαμε περάσει το φαρμακείο του κυρίου Καντηλά ακούμε φωνές και φασαρία. Αντί να πάμε στο μαγαζί φτάσαμε κοντά στο φούρνο.

– Τι μου έκανες μωρέ χαμένε;
– Τίποτα δεν έκανα σε σένα, σε μένα έκανα που σε κρατάω ακόμα πελάτισσα ουστ, ουστ.
-Εσύ με κρατάς ζουλάπι του κερατά ή εγώ που σου δίνω τα λεφτά μου.
-Να πας αλλού να τα δώσεις να πας αλλού……
– Θα πάω, τι νομίζεις, πως μου έκαψες το φα’ι’ και δεν θα μου το πλερώσεις. Θα μου το πλερώσεις και θα σκάσεις.

Εδώ άρχιζαν τα ακατάλληλα που δεν τα καταλαβαίναμε, όπως κάποιες σκόρπιες βρισιές όλο κι όλο γιατί τότε οι βρισιές ήταν άλλες, τώρα λένε ένα μ—κα και δεν ξέρεις αν του λένε, γεια σου φιλαράκο ή σκάσε βλάκα. Όλοι οι άνδρες με λίγες εξαιρέσεις έτσι λένε ό ένας τον άλλον, λές και δεν τους βάφτισαν… Τον αείμνηστο Λαμπρο Μίχο τον γνωρίζαμε την γυναίκα όχι. Μάθαμε πως τη λέγαμε Μυγδάλω.

Πήγαμε στο μαγαζί του παππού μας, πήραμε ότι μας είπε η μάνα μας και εγώ άκουσα τα εξ αμάξης γιατί στάθηκα ως κουτσομπόλα να ακούσω τον καυγά, έσένα τι σε κόφτει ποιος τσακώνεται και με ποιον; Τι λέει ο ένας κι ο άλλος τι λέει ο κόσμος;
– Μα μαμά, της είπε ο Φάνης, ήταν πολύς κόσμος εκεί και γελάγανε.
– Εσύ είσαι μικρός, στην αδελφή σου το λέω, που είναι μεγάλη.

Μη νομίσετε πως αυτό ήταν απλώς κάτι που δεν το άκουγες συχνά, όχι, όχι, ήταν κάτι συνηθισμένο. Νομίζω πως ήταν την άλλη μέρα, όταν πάλι με το Φανάκι από το χέρι πηγαίναμε να βρούμε τον παππού το Χρήστο στο Γαλατά που ήταν τα ζώα. Πάμε εκεί και βλέπουμε το θείο μας τον Αλέξη αείμνηστοι είναι όλοι να τσακώνεται με το Βρούλη και τον είχαμαν και σόι.
-Πήγες με μπαμπεσιά να μου φας τον πελάτη
-Εγώ ξεπούλησα, κατι λίγα έχω και φεύγω. Εγώ φέρω Α.Α.Α πράγμα έχω πρόσωπο όσα να φέρω θα τα διώξω [πουλήσω].
– Έτσι λες, μόνε βάνεις τον πατέρα σου μπροστά που έχει πρόσωπο ,αλλιώς είσαι για τη λίμνη της κυρα Φροσύνης μαυρόγυφτε.

Εκεί πάει κάποιος γνωστός να τους μιλήσει, τι διάολο κάνετε έτσι χαλασιά σας… Μη μπαίνεις στα δικά μας, γιατί θα μετανοιώσεις του λέει ο Αλέξης.
– Εσύ να μη μπαίνεις στα χωράφια μου, γιατί δεν θα ξεμπερδέψεις καλά,δεν θα ξεπλέξεις εύκολα.
– Πάμε μου λέει ο Φανάκης να το πούμε στον πατέρα μας ή στον παππού μας.

Εκεί μας είδαν οι μπαρμπάδες, και ο Αλέξης και ο Βρούλης και μας έπιασαν αγκαλιά, βρε καλώς τα τα ρούσα μας, [ξανθα ] βρε καλώς τα μανάρια μας [το αρνάκι του πάσχα που το έχουν στο σπίτι και το καλοτα’ι’ζοουν για να το φαν ]. Πάρτε φράγκα να πάρετε ζαχαρκά.

Τα πήραμε αφού τους είπαμε ότι μας είπε η μάνα μας, και έπιακαν την κουβέντα σαν να μην έγινε τίποτε. Και λέγανε για μένα. Τούτη θα μας ντροπιάσει το σόι, είναι μπασμένη σαν τον πατέρα της. Μα δεν με ενδιέφερε και πολύ, ήμουν το κοριτσάκι στο Παυλαίικο και ήμουν μια χαρά. Ο θείος ο Αλέξης έκανε προσπάθεια να υπερασπιστεί τον πατέρα μας, μα δεν του έβγαινε. Τι να πει πως είναι δάσκαλος, αυτό ντροπή ήταν, αυτοί μπορούν με τα λεφτά που βγάζουν να αγοράσουν όσους γραμματισμένους θέλουν και γιατρούς και δικηγόρους ότι θέλουν…

Ένα βράδυ ένας δάσκαλος ένας γραμματικός τσακωθήκαν με γροθιές στη μέση στο παζάρι για μια τσιγκίστρα [τραγουδίστρια ]. Και ήταν φίλοι.
Εκείνη τη χρονιά ένα κορίτσι δέκα πέντε χρονών από κοντινό χωριό χάθηκε. Δεν το βρήκαν ποτέ. Είπαν πως πήγε με τα όργανα να γίνει τραγουδίστρια. Κάποτε ήμουν στην Αθήνα άκουσα πως βρέθηκε είχε τραγουδήσει κάμποσα χρόνια ύστερα παντρεύτηκε και άφησε το τραγούδι, έτσι είπανε. Αλήθεια ψέματα τι να σας πω.

Στο καφενείο που ήταν απέναντι από του Γιάννη Μπάρμπα, που είχε πόρτες και από το δρομάκι κι από τον κεντρικό δρόμο είχε όργανα πολύ καλά. Εκεί είχε και μια όμορφη και καλή τραγουδίστρια. Να πάμε όλοι μαζί αποφάσισαν οι μεγάλοι. Χαρές και μεις που θα χορεύαμαν, που θα γλεντάγαμαν τι να σας πω. Μεγάλο το τραπέζι, πολλά τα άτομα και ωραία η κυρία που τραγουδούσε με το φουστάνι μαζεμένο και όλο κούναγε το δάχτυλά της να κάνει τριγκι ντρούγκου…

Μπήκαν ο κόσμος στο χορό, ήταν χαρτούρα, τι χαρτούρα δηλαδή, μερικοί για να κάνουν το κομμάτι τους, πέταγαν λίρες χρυσές. Ο παππούς μου ο Παύλος και η γιαγιά δεν ήρθαν, είχαν πένθος. Τα κορίτσια ήταν στην Αθήνα. Η Αθηνά εργάζονταν εκεί και η Γιωργίτσα είχε πάει για σχέδια και πατρόν.

Πήγαμε εμείς οι Παυλαίοι και οι Κουκαίοι όλοι με τα ψυχοπαίδια τους, αφού είχαν ξεπουλήσει. Και ο παππούς μου που είχε πιει δυο τρία, απαιτεί να χορέψει το τσουπρί, δηλαδή εγώ.
– Άστην αυτή, αυτή άμα σκιωθεί δεν κάθεται, του λέει η μάνα μου. Να χορέψει ο κόσμος πατέρα.
– Να χορέψει το τσιουπρί λέει ο παππούς και πετάει δυο λίρες στα όργανα…

Σηκώθηκαν όλοι, σηκώθηκαν και φίλοι να κρατήσουν, που θα χόρευε το τσιουπρί.
– Τον αετό λέω και να καμάρι εγώ, και ύστερα, την παπαλάμπραινα, και κει στο Ντέλβινο, σηκώνεται ο παππούς που είχε δώσει δυο λίρες στα όργανα και πετάει άλλες δυο λίρες.
– Κάτσε κάτω, μου λέει η μάνα μου.
– Άστην τσούπρα να χορέψει. Πόσο θα ζήσω, που τα βλέπω τα καμάρια μου να που έγινα και καμάρι!
-Εγώ είχα τον ακάθιστο.
– Άσε μωρή να τη χαρώ που χορεύει σαν νεράιδα. Να που η μπασμένη έγινα και νεράιδα, να δεις πόσες φορές άλλαζα, τι να σας πω, τι να σας μολογήσω..
– Χόρεψε βίτσιο βίτσιο μου εσύ, [μικρή αγελάδα, μοσχαρούλα σημαίνει το βίτσιο βίτσιο ] να σκάσουν οι οχτροί μας.

Είχε πιει ο παππούς και όλο γέλαγε, ήταν πολύ καλός όταν έπινε, και μεις όλο του λέγαμε, θες παππούλη ουζάκι. Και όλο ήθελε. Έριχνε λεφτά ο παππούς, αγρίευε η μάνα μου και να το κρασί και να οι μεζέδες, και να οι πορτοκαλάδες πήγαιναν δώρο στα τραπέζια.

Για να μην πάθει εγκεφαλικό η μάνα μου, της είπαν πως μόνο δέκα λίρες θα κρατήσουν τα όργανα, τα άλλα θα τα γυρίσουν πίσω. Αλήθεια ήταν, γιατί ρίχνοντας ο παππούς μου λίρες έριχναν και οι άλλοι. Αυτά είδε ο Θεός και είπε, αυτή δεν την μαζεύουν ούτε γριά από το χορό. Ας της κόψω τα πόδια. Τα πόδια τα έχω το περπάτημα και το χορό δεν έχω. Τι να κάνουμε δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα…

Ύστερα απο δέκα τέσσερεις μήνες ήρθε στην πόλη μας η τραγουδίστρια, βρήκε το δάσκαλο και του είπε να την παντρευτεί, γιατί τότε στο Λάμποβο της είπε πως θα την πάρει και του έκατσε και έπιακε το παιδί και το έκανε το παιδί και ήταν δικό του να το ίδιο είναι με σένα.
Πήγε όμως και στο γραμματικό και του είπε τα ίδια. Εγώ δεν σε ακούμπησα ποτέ να πας στο δάσκαλο της είπε ο πονηρός ο δάσκαλος παίρνει περσότερα.

Θα πάω στα δικαστήρια, είπε στο δάσκαλο. Θα με πάρεις και θα σκάσεις. Πήγε στην Ηγουμενίτσα, στον επιθεωρητή πήγε παντού. Τότε εξετάσεις, τίνος είναι το παιδί δεν υπήρχαν. Πήγαν και μάρτυρες πως στο Λάμποβο κοιμούνταν με πολλούς αθώος ο δάσκαλος. Ύστερα από χρόνια και αφού είχε παντευτεί έλεγε η ίδια, το είπε και στον άντρα της πως το παιδί ήταν του γραμματικού και πως ο γραμματικός, την έριξε δίπλα και στο δάσκαλο.

Ξέρω τέτοια θέλετε να σας πω, μα τι, νομίζετε θα γίνω κουτσομπόλα; Πα, πα, πα, πα, πα, πιπέρι…

Και άλλα τέτοια γίνονταν συχνά και καυγάδες και έρωτες και εγκαταλείψεις και κουτσομπολιά μα τι περίεργο εκεί που μάλωναν εκεί φίλιωναν και δεν χρειάζονταν δικαιολογία έτσι απλά σαν να μην είχαν πει χθες, τίποτε. Μέσα στην εβδομάδα του Λάμποβου, μέσα στη χαρά, φωνές ακούγονταν πικρές λέξεις μα περίεργο όλα τελείωναν έτσι γρήγορα όπως άρχισαν.

Να μη ξεχάσω πως μέσα σε τούτο το γιορτάσι γίνονταν και πολλά προξενιά. Τότε στον πολύ τον κόσμο έτσι ήταν. Μια κοινωνία που γνώριζε καλά πως έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Ο καυγάς η φασαρία τα μικροσυμφέροντα ήταν εκεί. Μα ήταν και τα άλλα εκεί η ανάγκη που είχαν γιατί και τότε οι καιροί ήταν δύσκολοι.

Ο παππούς μου ο Χρήστος με τα παιδιά του, ο Βρούλης και ο Λαμπράκης θα πήγαιναν να πάρουν τα ζώα για να πάνε στη Φιλιππιάδα που είχε μεγάλη ζωοεμποροπανήγυρη, μεγάλη, μα όχι σαν το δικό μας Λάμποβο.

Τι δεν ξεχνάω ποτέ, τους μύλους τους πολύχρωμους που κρατούσαν τα πιο πολλά παιδιά και τις τουλούπες από το μαλλί της γριάς.

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά,
είναι συγγραφέας, ποιήτρια,
βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation