Οι ιστορίες της Βάβως: Μπροστά στο Μπουχαρί

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Πόσα αχ πόσα θυμάμαι, τα βράδια τα ατέλειωτα του Χειμώνα.

Μια οικογένεια, με παππούδες, γιαγιάδες, θείους, θείες και ένα τσούρμο παιδιά και η μικρή πριγκίπισσα η αφεντιά μου και δεν θέλω ου, ου, ου… Το δωμάτιο αυτό ήταν το χειμωνιάτικο, ήταν εργασιών. Ήταν δεν ήταν πέντε επί πέντε ή κάπου εκεί.

Στο κέντρο της βορινής πλευράς το τζάκι. Από δω κι από κει τα μπάσια με τα ριγέ χράμια. Μεγάλα υφαντά μαξιλάρια στόλιζαν τον τοίχο. Μπροστά η μεγάλη τάβλα με τα κούτσουρα ολόγυρα. Στην δεξιά γωνιά ο παππούς μας και γύρω εμείς σαν τα χελιδόνια.

Πάνω από τον μπουχαρή στις μπολίτσες έκαιγαν τα λαδοκάντηλα και κοντά στην θύρα ήταν έτοιμος ο φακός που θα μας πήγαινε δίπλα στο σπίτι.

Στον Νοτιά είχε δυο μικρά παράθυρα με σιδεριές και παντζούρια από ξύλινες τάβλες. Εδώ ήταν το μαγειριό ήταν το χειμωνιάτικο μας. Καθώς οι φλόγες του τζακιού παιζότρεμαν,στον δικό τους υπέροχο χορό, εμείς ταξιδεύαμε στις χώρες των μύθων που ήταν δίπλα μας. Στο εικόνισμα οι δυο θαμπές από τον χρόνο εικόνες μας μιλούσαν.

Σαν χτύπαγε το ρολόι της Πόλης μας εφτά ακούγονταν η φωνή του παππού μας.
-Άντε Λένη, τραχανά.
-Τραχανά, τραχανά, φωνάζαμε όλα μαζί, αφήνοντας τα βιβλία μας.
-Το νερό είναι έτοιμο σε λίγο θα φάμε.

Η κατσαρόλα με το αρβάλι ήταν πάνω στην πυροστιά, που ήταν σκεπασμένη με ένα ντενεκέ.Αυτό για να μην μαυρίζουν οι κατσαρόλες και άντε να τις τρίβεις με σιούρο ψιλό για να αστράψουν… Μέχρι να βράσει ο τραχανάς αρχίζαμε τα παιχνίδια και τα λιανοτράγουδα.Γέμιζε ήχους το σπίτι, το περβόλι, η γειτονιά.

Οι τρελοπαυλαίοι πάλι γλεντούν.Ναι γλεντούσαμε κι ας ήταν γύρω μας ο πόνος στα μάτια των μεγάλων…

Ο ζεματιστός τραχανάς έμπαινε στα σινιά, πάνω στις τάβλες. Κατέβαιναν τα ξύλινα κουτάλια.Τραχανάς και μεταλλικό κουτάλι δεν ταιριάζουν.. Γύρω σε κάθε τάβλα οι άνδρες, τα κορίτσια, τα παιδιά.

Ο παππούς άρχιζε την προσευχή και όλοι την λέγαμε σιγά σιγά. Μετά, κάναμε τον σταυρό μας και αρχίζαμε να φυσάμε τον τραχανά. Φου – φου – φου, και τρώγαμε όλοι σιωπηλά.

Όταν τελείωνε το φαγητό τα κορίτσια μάζευαν τα σινιά τα κουτάλια και το κακάβι να τα πάνε έξω για πλύσιμο. Ο παππούς ετοίμαζε τον ψήστρη και μεις τραγουδάγαμε. Θα μας έψηνε καλαμπόκι, να γίνει κοκόσιες καρύδια και αμύγδαλα.

Αυτά που πήγαιναν για πλύσιμο πήγαιναν έξω στις βρύσες, τις ντενεκεδένιες που ήταν γεμάτες ζεστό νερό. Σε ένα πλεχτό μαξιλαράκι ήταν το σαπούνι και σε ένα μικρό ζάνι στάχτη και άμμος.Τώρα τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στον μπουχαρή. Σε λίγο θα ακούγαμε τον θόρυβο που κάνουν καθώς χοροπηδούν τα σπόρια του καλαμποκιού.Όταν τελείωνε το χοροπηδητό η γιαγιά τράβαγε τον σύρτη του ψήστρη και γέμιζε καλούδια ένα ταψί.

Δεν ζητούσαμε ποτέ. Ο παππούς μας, μας γέμιζε από ένα χωνάκι λαδόκολλας και μεις χαιρόμαστε σε λίγο θα μας πουν και παραμύθι. Πρώτα θα παίξουμε σ΄αγαπώ σ αγαπώ , ύστερα την κολοκυθιά και κατόπιν τα παραμύθια.

Το ρολόι της Πόλης μας χτυπούσε μια φορά και μεις γνωρίζαμε πως ήταν εννιά μαι μισή.

Εκεί, σε τούτον τον μικρό χώρο χώραγε η αγάπη του Θεού. Παίζαμε κότσι ακούγαμε αστεία, αινίγματα, πειράγματα και ήταν σαν αυτό το δωμάτιο να τα έκανε όλα αυτά, σαν να είχε όλες τις καρδιές μας, κρυμμένες σε μια μεγάλη καρδιά.
Τόσα παιδιά και δεν μας μάλωσε ποτέ κανείς. Τόσα παιδιά και δεν χρειάζονταν να μας πουν τα καθήκοντά μας. Ξέραμε σαν από πάντα τι έπρεπε να κάνουμε.

Ναι, υπήρχε κάποια ζαβολιάρα, ε,,, τώρα ένα κοριτσάκι είχαν. Στις δέκα, στα κρεβάτια μας. Μα πριν χτυπήσει το ρολόι δέκα, είχαμε κοιμηθεί.

Άστα να κοιμηθούν εδώ, έλεγε η γιαγιά.
-Κακομαθαίνουν, έλεγε η μάνα μας.
-Τι με βάζετε και στρώνω κρεβάτια έλεγε η θεία μας.
-Αύριο δεν θα στρώσεις κρεβάτια,θα πλύνεις τα πιάτα και έστρωνε τα κρεβάτια κι ας ήταν πολλά, γιατί το πλύσιμο των πιάτων το συχαίνονταν σαν ο διάολος το λιβάνι.

Μου άρεσε πολύ το χειμωνιάτικο. Μου άρεσαν οι πιατοθήκες με τα πιάτα να αστράφτουν με τις κατσαρόλες και τα νταψιά γανωμένα σαν καθρέφτες μαγικούς., με τα κουταλοπειρουνα στη θέση τους φρεσκογανωμένα. Τις ξύλινες κουτάλιες κρεμασμένες Οι μικρές κεντητές πετσέτες χεριών σε μια κορδέλα κόκκινη. Μας άρεσε η καλημέρα πίσω από την πόρτα. Τα ντουλάπια με τα βάζα της γιαγιάς μας.Ο φούρνος ..Αλλοίμονο .τώρα δεν υπάρχουν…

Μας άρεσαν τα καλάθια με τα τσίγαλα τις κοκόσιες τα λεφτόκαρα τα ξερά σύκα τις συκομαήδες… Μας άρεσε πολύ το χειμωνιάτικο, εκεί που όλη η οικογένεια ήταν γεμάτη αγάπη και σχέδια για το αύριο. Ένα, δόξα τον Θεό ακούγονταν κάθε μέρα.

Τώρα πια δεν υπάρχει ο μπουχαρής. Τώρα δεν υπάρχουν πολλά παιδιά. Τώρα, ο κάθε ένας, ζει την μοναξιά του, σε εικόνες που του προσφέρονται μέσα από το κουτί της αποβλάκωσης.

Η μοναξιά δεν αντέχεται. Αλλά εμείς την επιλέξαμε. Φοβηθήκαμε να κάνουμε παιδιά. Φοβηθήκαμε να μεγαλώσουμε ήρωες.

Όλα τώρα είναι από αλουμηνόχαρτο χωρίς αξία, που το τσαλακώνουμε μετά από μια χρήση, και το πετάμε στα σκουπίδια..

Αχ και νάχα ένα μπουχαρή γεμάτο φωτιές και καπνούς να πετάω στις φλόγες του κάθε πίκρα και καημό να λυτρώνω κάθε μέρα την ζωή απ τα φαρμάκια της.

Και έχει, κι αν δεν έχει πίκρες και φαρμάκια, η ζωή

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation