Συμφωνία των Πρεσπών | Μια χαριτωμένη υπόθεση, μια προβληματική συμφωνία και μια εκκρεμότητα…

Γράφει ο Κώστας Πανταζής

Share

Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή οι Έλληνες «τρελάθηκαν». Αλλάζουν το Σύνταγμά τους  και μετονομάζουν την πατρίδα τους από Ελλάδα σε «Ευρώπη». Υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη ήταν Ελληνίδα από τη Θήβα, την οποία, με βάση το μύθο, ερωτεύτηκε και άρπαξε ο Δίας και την οδήγησε στην επίσης ελληνική Κρήτη.

Όμως οι Έλληνες δεν στέκονται εκεί. Ισχυρίζονται ότι οι Έλληνες είναι το μόνο ευρωπαϊκό έθνος, αλλάζουν τη γλώσσα τους από ελληνική σε «ευρωπαϊκή» και υποστηρίζουν ότι κανένα κράτος δεν δικαιούται να αυτοπροσδιορίζεται ως ευρωπαϊκό. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα και η ευρωπαϊκή κληρονομιά , λένε οι Έλληνες, ανήκει αποκλειστικά στην «Ευρώπη», που είναι αποκλειστικά και μόνο η γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας.

Όπως είναι φυσικό, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες εξεγείρονται. Από την Πορτογαλία μέχρι τη Ρωσία και από την Ιταλία μέχρι τη Φινλανδία είναι  ανάστατοι με την προκλητικότητα των Ελλήνων να μονοπωλήσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Ανοίγεται μια διεθνής διένεξη που κρατάει χρόνια, με κύριο χαρακτηριστικό την κλιμάκωση της διαμάχης παρά την ηρεμία και τη νηφαλιότητα.

Όλα αυτά μέχρι την ώρα που μια μετριοπαθής ηγεσία στην «Ευρώπη» αποφασίζει να διαπραγματευτεί  με τα υπόλοιπα κράτη μια οριστική λύση. Μαζεύονται όλοι μαζί και συμφωνούν τα εξής: Η Ελλάδα οφείλει να αλλάξει το όνομα της από «Ευρώπη» σε «Νότια Ευρώπη», αλλάζοντας το Σύνταγμά της. Οι υπόλοιπες  χώρες συμφωνούν ότι η «Νότια Ευρώπη» αποτελείται από «ευρωπαίους» πολίτες, με «ευρωπαϊκή» ιθαγένεια και εθνικότητα, η γλώσσα τους είναι η «ευρωπαϊκή» (με διευκρίνιση ότι οι ρίζες της ανάγονται στην αρχαία Ελληνική), η ταυτότητα της «Νότιας Ευρώπης» είναι αμιγώς «ευρωπαϊκή» χωρίς όμως η «Νότια Ευρώπη» να διεκδικεί κάτι από την ιστορική κληρονομιά των Σαξόνων, των Λατίνων, των Ρώσων, των Άγγλων, των Γάλλων και των Πορτογάλων! Με άλλα λόγια, η «Ευρώπη» άλλαξε το όνομα της σε «Νότια Ευρώπη» αλλά οι πολίτες της συγκροτούν τον «ευρωπαϊκό» λαό, με  «ευρωπαϊκή» ιθαγένεια. με «Ευρωπαίους» πολίτες που μιλούν την «ευρωπαϊκή» γλώσσα!

Είναι βέβαια περιττό, να σημειώσουμε ότι στην ιστορική εξέλιξη της Ανθρωπότητας, οι «δαιμόνιοι» Έλληνες κατάφεραν επί της ουσίας να κατοχυρωθούν ως οι μόνοι Ευρωπαίοι, με Ευρωπαϊκή ταυτότητα και γλώσσα. Όποιον και αν θα ρωτήσεις, από την Αυστραλία ως την Αμερική, την Ασία και την Αφρική, με την έννοια «Ευρωπαίος» θα λογίζεται ο Έλληνας. Και ας φωνάζει ο Γερμανός, ο Ιταλός, ο Ρώσος και ο Ολλανδός. Και γιατί φωνάζουν άραγε, θα αναρωτηθεί ο Βραζιλιάνος και ο Ταϊλανδός . Μήπως οι κυβερνήσεις τους δεν υπέγραψαν «Ευρωπαίοι» να είναι οι Έλληνες; Ας μην τα υπέγραφαν. Άλλωστε μικρή χώρα είναι η «Νότια Ευρώπη» και δεν πρόκειται να μας δημιουργήσει πρόβλημα, όπως υποστήριζαν μερικοί «προοδευτικοί» στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Αν η παραπάνω χαριτωμένη υπόθεση εργασίας φαίνεται σε κάποιον αναγνώστη απόλυτα φυσιολογική, τότε ίσως δεν έχει νόημα να συνεχίσει να διαβάζει το παρόν κείμενο. Είμαι όμως σίγουρος ότι οι περισσότεροι προβληματιστήκατε και, έστω, από περιέργεια θα συνεχίσετε την ανάγνωση, που μέσα από τη γλαφυρή αυτή εισαγωγή, επιχειρεί να θέσει και να παρέμβει  στην ουσία της διαμάχης σχετικά με την ονομασία της γειτονικής χώρας. Και η ουσία είναι η εξής: Ένα κράτος (εν προκειμένω η FYROM), που καταλαμβάνει περίπου το 1/3 της γεωγραφικής Μακεδονίας (η Ελλάδα καταλαμβάνει πάνω από το μισό), επιχειρεί να μονοπωλήσει την ταυτότητα της Μακεδονίας, με πυλώνες το Μακεδονικό Έθνος και τη Μακεδονική γλώσσα. Στην προσπάθεια αυτή, η FYROM είχε μια μακροχρόνια εκκρεμότητα και διαμάχη με την Ελλάδα και κάποια πιο χαμηλής έντασης αλλά υπαρκτή διαφωνία με τη Βουλγαρία.

Με την περιβόητη όμως «Συμφωνία των Πρεσπών», η κυβέρνηση της Ελλάδας τερμάτισε τη διένεξη με τη FYROM, συνομολογώντας αφενός την αλλαγή του ονόματος της γειτονικής  χώρας σε «Βόρεια Μακεδονία» αφετέρου την αποδοχή και αποσαφήνιση μιας σειράς ζητημάτων που εντάσσονται στο σκληρό πυρήνα της υπόστασης ενός Κράτους αλλά και ενός Έθνους. Με αυτή την παρέμβαση, επιχειρώ να αναδείξω τις προβληματικές διαστάσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Συμφωνία όχι μόνο δεν έλυσε τη διένεξη αλλά  παράγει πολύ προβλήματα και πολύ περισσότερες εκκρεμότητες από όσες επιχειρεί να διευθετήσει. Και ασφαλώς ότι η παραπάνω Συμφωνία αποβαίνει εις βάρος των εθνικών συμφερόντων της Πατρίδας μας, όπως αυτά είχαν εκφραστεί επί μακρό χρονικό διάστημα.

Η επιχειρηματολογία μου θα εστιαστεί, μεθοδολογικά, στην αντίκρουση των επιχειρημάτων των υποστηρικτών της Συμφωνίας των Πρεσπών. Άλλωστε, από την υπογραφή της Συμφωνίας, τον Ιούνιο του 2018, ο δημόσιος διάλογος δεν χαρακτηρίστηκε ούτε από νηφαλιότητα ούτε και σοβαρή τεκμηρίωση, πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων. Μάλιστα διαβάσαμε και ακούσαμε επιχειρήματα υπέρ της Συμφωνίας από υποστηρικτές της στην Ελλάδα, που ούτε οι ίδιοι οι Σκοπιανοί διανοήθηκαν να επικαλεστούν.

Αντιλαμβάνομαι ασφαλώς την εσωτερική πολιτική διαμάχη και ένταση στην Ελλάδα. Ο ίδιος μάλιστα ο Πρωθυπουργός, ο Αλέξης Τσίπρας, έδινε την εντύπωση ότι περισσότερο τον ενδιέφερε η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα και οι εσωτερικοί πολιτικοί συσχετισμοί, με εργαλείο τη Συμφωνία των Πρεσπών, παρά να επιλύσει ουσιαστικά ένα όντως χρονίζον ζήτημα διένεξης με τη γειτονική χώρα. Η μη σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών και η πλήρης άγνοια της Αντιπολίτευσης σχετικά με το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων προ της υπογραφής της Συμφωνίας συνηγορούν υπέρ αυτού του επιχειρήματος.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, για λόγους οικονομίας του κειμένου δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Απλά επισημαίνω ότι όσες φορές προσπαθούσαμε να επιλύσουμε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό της χώρας, συνήθως δεν πετυχαίναμε τους στόχους μας. Και αυτό αν δεν το αντιλαμβανόταν (;) ο Πρωθυπουργός , ίσως θα έπρεπε να του το υπενθυμίσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Επίσης δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ συστηματικά με διάφορους τόσο ενάντιους όσο και υποστηρικτές της Συμφωνίας, οι οποίοι διακρίνονται από ιδεολογικές ή κάθε είδους εμμονές. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι λεγόμενοι «μακεδονομάχοι», οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία άλλη Μακεδονία εκτός από αυτή που βρίσκεται στην Ελλάδα και ότι κανένα άλλο κράτος δεν έχει δικαίωμα στην ανά τους αιώνες Μακεδονική κληρονομιά. Αυτό είναι ένα τεράστιο σφάλμα και ασφαλώς είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος των εθνικιστών στα Σκόπια και παλιότερα στη Βουλγαρία, που ύψωναν αγάλματα του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλέξανδρου, όταν οι ίδιοι οι ηγέτες τους παραδέχονταν δημόσια (Κίρο Γκλιγκόροφ, 3 Ιουνίου 1992) ότι είναι Σλάβοι, που εγκαταστάθηκαν στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας τουλάχιστον χίλια χρόνια μετά από τους Αρχαίους Μακεδόνες Έλληνες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν ορισμένοι «παλαιοκομμουνιστές» που αδιαφορούν πλήρως για τα ζητήματα αυτά, για λόγους ιδεολογικής καθαρότητας, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν Εθνικοί Αγώνες αλλά μόνο ταξικοί.

Όπως επίσης και ορισμένοι κατ’ επάγγελμα «κοσμοπολίτες» , για τους οποίους «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» , «δεν υπάρχει Βόρεια Ήπειρος», στη Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε «συνωστισμός» στην προκυμαία της Σμύρνης και λοιπά «χαριτωμένα». Ασφαλώς  δεν συμμερίζομαι την άποψη τους γιατί, ίσως η δική μου ιδεολογική ταύτιση με τη  Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη, που αποτελεί την ιδεολογικοπολιτική μου μήτρα, με γαλούχησε με μια θεώρηση των Εθνικών θεμάτων φύσει Πατριωτική.

Τέλος, δεν με ενδιαφέρουν οι πολιτικοί καιροσκοπισμοί, χωρίς να έχω καμία αμφιβολία ότι αν τη Συμφωνία την υπέγραφε άλλη Κυβέρνηση στην Ελλάδα, η στάση πολλών, με πρώτο ίσως τον Έλληνα Πρωθυπουργό,  θα ήταν τελείως διαφορετική. Αντιλαμβάνομαι την αγωνία κάποιων να αποκτήσουν πολιτική υπόσταση από τα «αζήτητα» της ιστορίας ή κάποιων άλλων «λύκων» που αντλούν οφέλη από την «αναμπουμπούλα» αλλά αυτούς ας τους κρίνει το εκλογικό σώμα, όταν έρθει η ώρα. Προτίθεμαι συνεπώς να απαντήσω σε όσους επιχειρηματολογούν ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια καλή Συμφωνία, που επιλύει την εκκρεμότητα και εξυπηρετεί πλήρως τα εθνικά μας συμφέροντα.

Τι άλλο θα μπορούσε να είναι πιο Πατριωτικό από μια Συμφωνία με αυτά τα χαρακτηριστικά; Και προχωρώ αμέσως στην  ουσία της Συμφωνίας, παρακαλώντας για την κατανόηση και την επιείκεια σας ως προς τη μεθοδολογία και τη συστηματικότητα του κειμένου. Το κείμενο ξεκίνησε ως «άρθρο» αλλά λόγω της μεγάλης έκτασης του, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι. Ούτε όμως και επιστημονική μελέτη χαρακτηρίζεται, αφενός γιατί η επιστημονική μελέτη υπακούει σε άλλους μεθοδολογικούς κανόνες αφετέρου γιατί δική μου επιθυμία  είναι να μην απολέσει την αμεσότητα, την επικαιρότητα αλλά και τον ελεύθερο και περιπαικτικό λόγο που διακρίνει ένα άρθρο. Σκοπός μου είναι να αποτυπωθεί η προσωπική μου θέση και παρέμβαση  στο συγκεκριμένο θέμα, την ώρα μάλιστα που ψηφίζεται η Συμφωνία στην Ολομέλεια του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Τα επιχειρήματα των υποστηρικτών της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως έχουν αποτυπωθεί στο δημόσιο διάλογο δύνανται να συστηματοποιηθούν και να οργανωθούν ως εξής:

Το όνομα της γειτονικής χώρας

Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας, σε σχέση με το όνομα εκθέτουν μια πειστική κατά βάση επιχειρηματολογία. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, στο πλαίσιο της συνεργασίας με την ενιαία Γιουγκοσλαβία, είχε  έρθει σε συμφωνία και με την τότε «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Μακεδονίας», που ήταν συνιστών μέρος του Ομόσπονδου κράτους της Γιουγκοσλαβίας. Έπειτα υποστηρίζουν ότι τον Απρίλιο του 1993, η χώρα αυτή εντάχθηκε στον ΟΗΕ ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (FYROM), η Ελλάδα μάλιστα με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 είχε αναγνωρίσει σύνθετη ονομασία, καθώς το «Μ» ασφαλώς και σημαίνει Μακεδονία.

Εν κατακλείδι η ίδια η Ελληνική Βουλή το 2008, είχε ζητήσει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, οπότε «τι σας πειράζει το όνομα Βόρεια Μακεδονία»; Θέλω να είμαι ειλικρινής και ξεκάθαρος. Σε σχέση με το όνομα, οι δυνατότητες της Ελληνικής πλευράς είναι πολύ λίγες έως μηδαμινές. Δεν παύει όμως η παραπάνω επιχειρηματολογία να αποτυπώνει τη «μισή αλήθεια». Και η μισή αλήθεια πολλές φορές είναι εργαλείο να λέγονται τα μεγαλύτερα ψέματα. Είναι αλήθεια ότι το Ελληνικό Κράτος είχε συνάψει διπλωματικές σχέσεις με την Ενιαία Γιουγκοσλαβία. Όπως είναι αλήθεια  ότι ο Τίτο, κομμουνιστής ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, είχε προχωρήσει το 1944 για πρώτη φορά στην ίδρυση του ομοσπονδιακού κρατιδίου με το όνομα  «Μακεδονία», στα γεωγραφικά όρια της σημερινής FYROM, πλάι στα υπόλοιπα ομόσπονδα κρατίδια. Η κίνηση αυτή του Τίτο είχε προφανή στόχευση να συντηρήσει και να εξυπηρετήσει τις αλυτρωτικές σερβικές σκοπιμότητες και συμφέροντα σε σχέση με την κυριαρχία των Σέρβων στο σύνολο της Μακεδονίας. Είναι όμως αλήθεια και ότι η σύναψη διπλωματικών σχέσεων αναφέρεται στο κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος και όχι στα συνιστώντα μέρη του.

Συνεπώς, οι διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία, δεν δημιουργούσαν ποτέ την υποχρέωση να αναγνωρίσει και τα ομόσπονδα κρατίδια, πολύ περισσότερο δε αν αυτά ζητούσαν την ανεξαρτησία τους. Για παράδειγμα, αν η Βαυαρία ανεξαρτητοποιηθεί από τη Γερμανία, η Αυστρία και η Ουγγαρία δεν είναι υποχρεωμένες να αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο κράτος αλλά θα σταθμίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Πολύ περισσότερο σε μια ταραχώδη περιοχή, όπως η Βαλκανική με σύνθετα και χρονίζοντα ζητήματα, και με κεκτημένο την διαχρονική παρέμβαση και επιρροή των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων. Συμπερασματικά, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν υπήρχε καμιά υποχρέωση της Ελλάδας να αναγνωρίσει το νέο ανεξάρτητο κράτος, πολύ περισσότερο όταν αυτό το κράτος ήθελε να μονοπωλήσει και να ιδιοποιηθεί το όνομα Μακεδονία και όλα όσα απορρέουν από το όνομα.

Είναι αλήθεια ότι η Ελληνική εξωτερική πολιτική είχε παλινωδίες. Το 1992, συγκλήθηκε στην Ελλάδα το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών, όπου ομόφωνα κατέληξε στην εξής διατύπωση «Η πολιτική ηγεσία της χώρας, με εξαίρεση το ΚΚΕ, συμφώνησε ότι η Ελλάδα θα αναγνωρίσει το ανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων μόνο εάν τηρηθούν και οι τρεις όροι που έθεσε η ΕΟΚ στις 16 Δεκεμβρίου του 1991, με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι στο όνομα του κράτους αυτού δεν υπάρχει η λέξη Μακεδονία». Δυστυχώς, ο τότε Πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διέρρηξε στην πράξη την απόφαση αυτή, συζητώντας στο παρασκήνιο σύνθετη ονομασία, εκπέμποντας διεθνώς το σήμα ότι η Ελλάδα ήταν διατεθειμένη να διαπραγματευτεί.

Συνέπεια αυτού ήταν η συμβιβαστική λύση της ένταξης στον ΟΗΕ,  του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων, τον Απρίλιο του 1993, με τη γνωστή προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (FYROM). Θεωρώ ότι αυτό το τετελεσμένο, καθόρισε ξεκάθαρα τη μετέπειτα πορεία της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη σύνθετη ονομασία. Το 1993, ο επανεκλεγείς Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου λαμβάνει σκληρά οικονομικά μέτρα (εμπάργκο) κατά των Σκοπίων (FYROM) και μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις και διεθνείς πιέσεις, οι δύο χώρες, Ελλάδα και FYROM, συνάπτουν την Ενδιάμεση Συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 1995. Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών, θεωρούν τη Συμφωνία αυτή ως φυσιολογική εξέλιξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Ισχυρίζονται ότι με την Ενδιάμεση Συμφωνία τους αναγνωρίσαμε με σύνθετη ονομασία με το όνομα «Μακεδονία και ότι δεχτήκαμε την είσοδο τους με τη σύνθετη αυτή ονομασία σε κάθε διεθνή οργανισμό, δίχως να έχουμε δικαίωμα αρνησικυρίας (veto).

Οι υποστηρικτές βέβαια της Συμφωνίας των Πρεσπών αποκρύπτουν επιμελώς ορισμένα βασικά στοιχεία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Πρώτον, η Ενδιάμεση Συμφωνία διατηρεί σε εκκρεμότητα το θέμα του ονόματος, το οποίο παραπέμπει σε καλόπιστες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Δεύτερον, υπάρχουν σαφείς αναφορές σε αποφυγή αλυτρωτικών ενεργειών, δράσεων και κινήσεων εις βάρος της κάθε χώρας (και επειδή προφανώς η Ελλάδα δεν είχε ούτε έχει αλυτρωτικές βλέψεις, η διατύπωση αυτή αφορούσε τη FYROM). Τρίτον, η είσοδος στους διεθνείς οργανισμούς συνυφαινόταν με την καλόπιστη εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Και τέταρτον και σημαντικότερο, με την Ενδιάμεση Συμφωνία, η Ελλάδα κατήγαγε μια συμβολική νίκη, που ήταν η αλλαγή της σημαίας του γειτονικού κράτους, που αφαίρεσε από το εθνικό του σύμβολο τον «Ήλιο της Βεργίνας».

Δυστυχώς, έμελλε να είναι και η μοναδική διπλωματική επιτυχία και υποχώρηση των γειτόνων, από την ώρα που δημιουργήθηκε η διεθνής διαμάχη, με την ανεξαρτησία των Σκοπίων. Παρέλκει να αναφερθούμε στις μακρές και διαρκείς διαπραγματεύσεις και προσπάθειες συμβιβασμού για 23 χρόνια, μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Η ουσία είναι ότι η Ελληνική Διπλωματία κατέληξε, από το 2008, στη λύση της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων (erga omnes) και για όλες τις χρήσεις.  Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο και χρήσιμο να προχωρήσουμε σε κάποιες αποσαφηνίσεις. Καταρχάς, η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό αποτελεί υποχώρηση της Ελληνικής πλευράς και όχι παραχώρηση των Σκοπιανών.

Μάλιστα, υποστηρίζω ότι η σύνθετη ονομασία είναι και συνεπής προς όλο το πνεύμα μετριοπάθειας για το Μακεδονικό ζήτημα, που έχει επιδείξει η Ελληνική εξωτερική πολιτική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα ποτέ δεν διεκδίκησε το μονοπώλιο στη Μακεδονία. Διεκδίκησε όμως, με το αίμα χιλιάδων πατριωτών, γυναικών ανδρών και παιδιών, ότι καμιά χώρα δεν έχει το μονοπώλιο στη  Μακεδονία. Κατά δεύτερον, η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό είναι erga omnes και για όλες τις χρήσεις. Αυτό σημαίνει ξεκάθαρα ότι η συμφωνημένη ονομασία αφενός δεν αφορά μόνο τη σχέση Ελλάδας και FYROM αλλά αφορά και όλα τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς συμπεριλαμβανομένου και του εσωτερικού της FYROM αφετέρου ότι η όποια σύνθετη ονομασία δεν προσδιορίζει μόνο το όνομα του Κράτους αλλά διαπερνά και όλα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα μιας κρατικής οντότητας. Και αυτό είναι πολύ κρίσιμο να το διευκρινίσουμε.

Ασφαλώς το όνομα έχει την συμβολική του αξία και από το όνομα πηγάζουν τα επιμέρους θέματα  αλλά δεν είναι και θέσφατο. Για παράδειγμα, αν οι Σκοπιανοί, σε ένα «κρεσέντο» μεγαλοθυμίας ονόμαζαν τη χώρα τους «Βαρδάρη» αλλά όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (έθνος, γλώσσα, ιθαγένεια, ιστορία, επικράτεια κλπ) συντηρούσαν ένα δυναμικό αλυτρωτισμό απέναντι στη χώρα μας, ασφαλώς και η επίλυση της διαφοράς δεν θα στηριζόταν σε γερές βάσεις. Η Συμφωνία των Πρεσπών, αναγνωρίζοντας τα Σκόπια ως «Βόρεια Μακεδονία», περιλαμβάνει όντως μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, που θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι κατευνάζει τις ανασφάλειες των Ελλήνων, με την έννοια ότι αναφέρεται στο τμήμα (το Βόρειο) και όχι στο όλον της διεθνώς γνωστής γεωγραφικής Μακεδονίας.

Ωστόσο έχει δύο τεράστιες αδυναμίες. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στην γεωγραφικά Ελληνική Μακεδονία (η οποία καλύπτει άνω του μισού της Μακεδονίας). Στη Συμφωνία των Πρεσπών αναφέρεται μόνο η «Βόρεια περιοχή του Πρώτου μέρους», πράγμα που «τσαλακώνει» το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων Μακεδόνων, που είναι μια από τις σημαντικότερες Περιφέρειες της Πατρίδας μας. Και το πιο σημαντικό, τα υπόλοιπα άρθρα της Συμφωνίας των Πρεσπών αναδεικνύουν ότι η σύνθετη ονομασία δεν είναι για όλες τις χρήσεις, πράγμα που διασπά ξεκάθαρα την εθνική γραμμή της Ελληνικής διπλωματίας.

Για το λόγο αυτό είναι άτοπο οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών να αναρωτιούνται προσχηματικά μόνο για το όνομα, «αμελώντας» τις προβλέψεις της Συμφωνίας, όπως περιέχονται στα επόμενα άρθρα. Ήρθε η ώρα όμως να μπούμε στα βαθιά της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η γλώσσα της γειτονικής χώρας

Η Συμφωνία των Πρεσπών, στο άρθρο 1&3 εδ.γ διαλαμβάνει ότι η επίσημη γλώσσα της «Βόρειας Μακεδονίας» θα είναι η «Μακεδονική» γλώσσα, όπως αναγνωρίστηκε στην Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών το 1977 στην Αθήνα για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων. Κατά το άρθρο 7&3 και &4 της ίδιας Συμφωνίας, η «Μακεδονική» γλώσσα ανήκει στην κατηγορία των νότιων σλαβικών γλωσσών.

Στο σημείο αυτό έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοφανή περίπτωση στα χρονικά των διεθνών διενέξεων και διαπραγματεύσεων. Γιατί είναι πρωτοφανές ένα κράτος (η Ελλάδα) να αναγνωρίζει στο έτερο κράτος (τα Σκόπια) ως επίσημη γλώσσα του τη «Μακεδονική», αποδεχόμενη ένα επιχείρημα, που ακόμα και οι Σκοπιανοί θα το θεωρούσαν απίστευτης ελαφρότητας. Είναι πρωτοφανές να αποδεχόμαστε ως Έλληνες ότι αναγνωρίσαμε «Μακεδονική» γλώσσα, σε μια ήσσονος σημασίας διεθνή διάσκεψη του 1977, που σκοπό είχε να τυποποιήσει και να μεταγραμματίσει  στο λατινικό αλφάβητο γεωγραφικά τοπωνύμια χωρών που χρησιμοποιούσαν άλλα αλφάβητα από το λατινικό!

Και μάλιστα ο μεταγραμματισμός γινόταν με δήλωση του κράτους που τυποποιούσε στα Λατινικά τα γεωγραφικά του τοπωνύμια!!! Δηλαδή η δήλωση της Γιουγκοσλαβίας το 1977 ότι μεταγραμμάτισε στη λατινική το «σερβοκροατικό» και «μακεδονικό» της αλφάβητο για τις γεωγραφικές της περιοχές, εκλήφθηκε από την Ελληνική κυβέρνηση ως αναγνώριση «Μακεδονικής» γλώσσας και μάλιστα περιλαμβάνεται στη Συμφωνία με ρητή παραπομπή!!!! Πρόκειται για μια απογοητευτική και ολέθρια «απροσεξία», που δεν συγχωρείται σε καμία διαπραγμάτευση. Είναι περιττό να αναφέρουμε το ρόλο που έχει μια γλώσσα στη διαμόρφωση της Εθνικής ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας.

Με πολύ απλά λόγια, κράτος με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» που έχει ως επίσημη γλώσσα τη «Μακεδονική», στρώνει πρόσφορο έδαφος για τη Μακεδονική συνείδηση του Μακεδονικού Έθνους, σε συνδυασμό μάλιστα με το άρθρο 7 αλλά και τα ζητήματα της εθνικότητας και υπηκοότητας . Αυτό λοιπόν αναγνώρισε δυστυχώς με ελαφρότητα η Ελληνική κυβέρνηση. Ορισμένοι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών παραπέμπουν στο άρθρο 7&4 για να βρουν θεραπεία στο θέμα της γλώσσας. Ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρει ρητά (όντως έτσι είναι) ότι η «Μακεδονική» γλώσσα στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών.

Αναρωτιέμαι όμως πως αυτό εξυπηρετεί την Ελλάδα. Και η σέρβικη γλώσσα ανήκει στην  κατηγορία των Νοτίων Σλαβικών γλωσσών αλλά μιλούμε για Σερβία και Σέρβικο Έθνος. Και η βουλγάρικη γλώσσα ανήκει στην κατηγορία των Νοτίων Σλαβικών γλωσσών αλλά μιλούμε για Βουλγαρία και βουλγάρικο Έθνος! Συνεπώς γιατί αύριο να μη μιλούμε και για σκέτη «Μακεδονία» και «Μακεδονικό» Έθνος. Γιατί πολλές φορές, στην πρακτική των διεθνών σχέσεων, η πραγματικότητα υπερβαίνει αυτούς που υπήρξαν αμελείς στη διατύπωση των διεθνών συμφωνιών. Και εν προκειμένω οι Σκοπιανοί αποδείχτηκαν πολύ επιμελείς σε αντίθεση με την Ελληνική πλευρά.

Άλλοι υποστηρικτές της Συμφωνίας έφτασαν να θυμηθούν και την Πηνελόπη Δέλτα με την αναφορά της στα «μακεδονίτικα», το αλφαβητάρι Abecedar, που είχε τυπώσει (και κυκλοφόρησε πειραματικά ένα μήνα το 1926 και αποσύρθηκε) η ελληνική κυβέρνηση το Μάιο 1925 για τους σλαβόφωνους της Ελληνικής Επικράτειας αλλά και ομιλίες Ελλήνων αξιωματούχων της δεκαετίας του 1950-1960. Με ικανοποιεί το γεγονός ότι η Συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε αφορμή για να μελετήσουν αρκετοί συμπατριώτες μας το Μακεδονικό Αγώνα, την εξέγερση του Ίλιντεν, έστω και τα «Μυστικά του Βάλτου» αλλά αυτά είναι επίσης ελαφρότητες.

Μια απλή γνώση του ιστορικού πλαισίου στο οποίο συντελέστηκαν τα παραπάνω γεγονότα, μας οδηγεί στην απάντηση. Τότε δεν υπήρχε καν υποψία δημιουργίας Μακεδονικού κράτους ή ύπαρξης Μακεδονικού Έθνους αλλά ξεκάθαρος ανταγωνισμός Ελλάδας και Βουλγαρίας για την κυριαρχία στη σημερινή Ελληνική Μακεδονία. Μην λησμονούμε άλλωστε ότι για πολλές δεκαετίες οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Βόρειας Ελλάδας λογίζονταν στο εσωτερικό ως «Βούλγαροι» και το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να αποσπάσει το ντόπιο αυτό στοιχείο  από τη βουλγαρική επιρροή, αναδεικνύοντας τα ξεχωριστά του χαρακτηριστικά.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και από πρακτικά της συνάντησης και τις συνομιλίες ανάμεσα στους πολιτικούς αρχηγούς των Σκοπίων που διέρρευσαν, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι ίδιοι οι Σκοπιανοί παραδέχονται τη μη αναγνώριση της Μακεδονικής γλώσσας εκ μέρους της Ελλάδας (Πρακτικά συνάντησης ενημέρωσης για το ζήτημα του ονόματος, που διοργάνωσε το υπουργείο Εξωτερικών στα Σκόπια, στις 27 Ιανουαρίου 2018). Τι θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε σχετικά με τη γλώσσα; Η γραμμή της σύνθετης ονομασίας για όλες τις χρήσεις έδινε μια κατεύθυνση και για τη γλώσσα. Έχει μια βάση όταν αναφέρεσαι σε Βόρεια Μακεδονία να αναφέρεσαι σε «Βορειομακεδονική» γλώσσα. Έχει μια βάση όταν την κατατάσσεις στην κατηγορία των σλαβικών γλωσσών, να αναφέρεσαι σε «σλαβομακεδονική» γλώσσα. Δεν υπάρχει όμως καμία δικαιολογία να μιλάς για κράτος με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» με γλώσσα αμιγώς «Μακεδονική». Και δυστυχώς αυτό συνέβη και στο πεδίο της ιθαγένειας/εθνικότητας, στο οποίο θα αναφερθώ αμέσως.

Η Ιθαγένεια και η ταυτότητα των κατοίκων της γειτονικής χώρας

Η συνέχεια των «αμελειών» και παραλείψεων της ελληνικής κυβέρνησης αποτυπώθηκε δυστυχώς και στα πεδία της ιθαγένειας/εθνικότητας αλλά και της ταυτότητας του γειτονικού κράτους. Η Συμφωνία των Πρεσπών διαλαμβάνει στο άρθρο 1&3 εδ. β ότι η ιθαγένεια της Βόρειας Μακεδονίας θα είναι Μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας. Στο αγγλικό κείμενο ο όρος αναφέρεται ως nationality, που αποδίδεται στα ελληνικά ως ιθαγένεια/υπηκοότητα αλλά μπορεί να αποδοθεί και ως εθνικότητα. Ως γνωστόν, η εθνικότητα είναι ο δεσμός ενός ατόμου με ένα συγκεκριμένο Έθνος, ενώ η ιθαγένεια είναι ο δεσμός ενός ατόμου με ένα συγκεκριμένο κράτος. Κοντολογίς, ένας Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία έχει ελληνική εθνικότητα αλλά μπορεί να έχει γερμανική υπηκοότητα. Έχει υπάρξει μεγάλη κουβέντα σχετικά με τη χρήση των όρων αυτών.

Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι κάθετοι ότι ο όρος nationality αφορά αποκλειστικά στην ιθαγένεια και προς επίρρωση της θέσης τους επικαλούνται την πρόσφατη ρηματική διακοίνωση των Σκοπίων (στις 16.1.2019), όπου ξεκαθαρίζουν και οι Σκοπιανοί ότι ο όρος nationality της Συμφωνίας των Πρεσπών αναφέρεται στην ιθαγένεια, η οποία δεν προδικάζει και την εθνικότητα. Αυτό είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, δεδομένου ότι ο όρος nationality θα μπορούσε να προκαλέσει συγχύσεις, ενώ ο πιο καθαρός όρος θα ήταν citizenship. Σε κάθε περίπτωση όμως, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνικά ζητήματα όταν η ίδια η Συμφωνία παράγει προβλήματα πολύ μεγαλύτερα από τη μετάφραση κάποιων όρων από τα αγγλικά στα ελληνικά.

Και τα προβλήματα είναι πολύ συγκεκριμένα, όπως αποτυπώνονται τόσο στο άρθρο 1&3 εδ. β όσο και στο άρθρο 7 (κατά την προσωπική μου άποψη το πιο προβληματικό άρθρο). Καταρχάς είναι βαθιά προβληματικό το ζήτημα ότι η άμεσα ενδιαφερόμενη Ελληνική Κυβέρνηση, δεν επέμεινε η σύνθετη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» να συνοδεύει ξεκάθαρα και τον ορισμό της ιθαγένειας. Αυτό είναι πρωτοφανές και είναι πλήρης διάρρηξη της εθνικής γραμμής. Οι πολίτες της Νότιας Αφρικής είναι Νοτιοαφρικανοί, οι πολίτες της Βόρειας Κορέας είναι Βορειοκορεάτες.

Οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας γιατί είναι Μακεδόνες/ πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας και όχι «Βορειομακεδόνες»; Αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 7 αλλά και με το γεγονός ότι δεν αναφέρονται πουθενά στη Συμφωνία οι Έλληνες Μακεδόνες συνιστά τραγικό ολίσθημα. Τι διαλαμβάνει όμως το περίφημο άρθρο 7; Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών επικαλούνται ότι δεν αναγνωρίζεται πουθενά Μακεδονικό Έθνος αναφερόμενοι στο άρθρο 1. Μα ουδείς σοβαρός αναγνώστης της Συμφωνίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 1 μας μιλάει για Εθνότητα.

Αντιθέτως για Μακεδονική Εθνότητα και Μακεδονική ταυτότητα «φωνάζει» το άρθρο 7. Η διατύπωση είναι χαρακτηριστική: «Αναφορικά με το Δεύτερο Μέρος (δλδ τα Σκόπια), με αυτούς τους όρους (δλδ Μακεδονία και Μακεδονικός) νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7&2». Υπενθυμίζω μάλιστα ότι το 7&2 αναφέρεται όχι στην Ελληνική Μακεδονία αλλά στη «Βόρεια περιοχή της Ελλάδας».

Με πολύ απλά λόγια. Θα έχουμε ένα κράτος με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία», που θα καταλαμβάνει περίπου το 35% σε μια γεωγραφική Μακεδονία που η Ελλάδα έχει περίπου το 50% και η Βουλγαρία το 15%. Και σε αυτό το κράτος, η Ελλάδα επιτρέπει δια της υπογραφής της , να χρησιμοποιούν τον όρο αμιγώς Μακεδόνες και Μακεδονικός σε στοιχεία που συγκροτούν το σκληρό πυρήνα ενός έθνους, όπως ο πληθυσμός, η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός και η κληρονομιά, κατά την αντίληψή τους, αρκεί που αναγνώρισαν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Έλληνας! Ένας και πλέον αιώνας αγώνων αιματηρών και σταθερής διπλωματικής προσπάθειας να μην ιδιοποιηθεί κανένα κράτος αποκλειστικά την ταυτότητα της Μακεδονίας και του Μακεδόνα, κατέρρευσε στις πανέμορφες Πρέσπες, που ειρήσθω εν παρόδω κατά τη Συμφωνία ανήκουν γεωγραφικά στη Βόρεια περιοχή της Ελλάδας και όχι στην Ελληνική Μακεδονία! Για γέλια και για κλάματα.

Τι θα μπορούσε να κάνει η Ελληνική πλευρά. Μα ασφαλώς να ζητήσει η σύνθετη ονομασία να συνοδεύσει και την ονομασία του λαού της Βόρειας Μακεδονίας, θωρακίζοντας παράλληλα τη σύγχρονη ταυτότητα της Ελληνικής Μακεδονίας αλλά και «βάζοντας στο κόλπο» και τη Βουλγαρία, η οποία σημειωτέον δεν έχει αναγνωρίσει ούτε μακεδονική γλώσσα ούτε μακεδονικό έθνος. Δύο περιστατικά έρχονται να επιβεβαιώσουν πανηγυρικά τις επιφυλάξεις και ανησυχίες που διατύπωσα τόσο στο θέμα της γλώσσας όσο και στο θέμα της εθνικότητας. Το πρώτο αναφέρεται στις τροπολογίες, που κατέθεσαν οι Αλβανοί βουλευτές της FYROM.

Οι τροπολογίες αυτές βασίστηκαν στη σπουδή των Αλβανών βουλευτών (ως γνωστό η FYROM έχει πολύ ισχυρό αλβανικό εθνικό στοιχείο) να διευκρινίσουν ότι οι πολίτες της FYROM θα έχουν ιθαγένεια μακεδονική/ πολίτη της Βόρειας Μακεδονίας, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος παρανόησης ότι όλοι οι πολίτες της γειτονικής χώρας είναι εθνοτικά Μακεδόνες! Και είναι απορίας άξιον ότι στην Ελλάδα πανηγυρίζαμε ως επιτυχία τις τροποποιήσεις στο Σύνταγμα της FYROM, επειδή οι Αλβανοί φρόντισαν να προστατεύσουν την εθνική καταγωγή τους ενώ αντίθετα εμείς  «περί άλλων τυρβάζαμε»!

To δεύτερο περιστατικό συνέβη πριν καν «στεγνώσει» το μελάνι των υπογραφών στη Συμφωνία των Πρεσπών. Σε συνέντευξη του στο Κανάλι 5 της γείτονος χώρας, ο Πρόεδρος Ζάεφ ανέφερε ξεκάθαρα ότι «είμαστε πλέον ένα αναγνωρισμένο Μακεδονικό Έθνος με Μακεδονική γλώσσα». (Ζόραν Ζάεφ , 20.6.2019). Και αυτό αποτελεί και την πιο αποστομωτική απάντηση στους εν Ελλάδι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών. Γιατί αν είχαμε αναγνωρίσει γλώσσα και δεν έχουμε αναγνωρίσει Έθνος, τότε ο κατεξοχήν αρμόδιος, ο Σκοπιανός Πρωθυπουργός δεν θα μιλούσε για «πλέον»…

H γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και ο εξ Ανατολών κίνδυνος

Ένα πολύ σημαντικό επιχείρημα, που εγείρουν οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι τα ζητήματα των γεωπολιτικών προκλήσεων, της αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας μας, μέσα από την επίλυση των διαφορών με τους γείτονες της, προκειμένου να μη σπαταλά διπλωματικό κεφάλαιο και να στραφεί προς τον πραγματικό ανταγωνιστή που είναι η Τουρκία. Επισείουν τον κίνδυνο ότι, όσο διατηρείται η εκκρεμότητα, κινδυνεύει η σταθερότητα στα Σκόπια και είτε θα τους «καταπιεί» η Αλβανία είτε θα τους οδηγήσουμε στην «αγκαλιά» της Τουρκίας. Δεν πρόκειται να παραστήσω τον ειδικό σε θέματα γεωπολιτικής ούτε και είμαι σε θέση να γνωρίζω προκλήσεις, συνωμοσίες και σχέδια, που εξυφαίνονται πίσω από κλειστές πόρτες.

Σέβομαι και συμμερίζομαι την αγωνία οποιουδήποτε για την αναβάθμιση της θεσης της Πατρίδας μας. Είμαι υπέρ της επίλυσης των εκκρεμοτήτων αλλά με τρόπο που δεν γεννούν νέα προβλήματα και οικοδομούν σχέσεις σταθερότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αλλά μπαίνω στον πειρασμό, απέναντι σε αυτά τα επιχειρήματα, να θέσω κάποια καλόπιστα ερωτήματα. Αμφιβάλλει κανείς ότι η σπουδή να λυθεί το θέμα της διαφοράς ανάμεσα στην Ελλάδα και τη FYROM, οφείλεται σε πιέσεις πρωτίστως εξωτερικών παραγόντων και όχι σε μια  συντεταγμένη Εθνική στρατηγική της Ελλάδας να το επιλύσει;  Όποιος πάντως αμφιβάλλει, τον διαψεύδουν «μαρτυριάρηδες» Υπουργοί της κυβέρνησης Τσίπρα! Αμφιβάλλει κανείς ότι, παρά την ύπαρξη της εκκρεμότητας, η Ελλάδα και το Ελληνικό Κεφάλαιο υπήρξε για πολλά χρόνια κυρίαρχος παράγοντας στην Οικονομία της FYROM; Αμφιβάλλει κανείς ότι η κατάρρευση της Ελληνικής Οικονομίας οδήγησε εν πολλοίς και στη μείωση της στρατηγικής της παρουσίας σε αρκετές βαλκανικές χώρες; Αμφιβάλλει κανείς ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας θα βασιστεί πρωτίστως στην ενίσχυση της Οικονομίας της και σε ένα Εθνικό σχέδιο, που θα δομήσει ευρύτερες συναινέσεις στο εσωτερικό της χώρας, εκπέμποντας ένα ισχυρό σήμα ομοψυχίας στο εξωτερικό; Αμφιβάλλει κανείς ότι σήμερα αυτό ασφαλώς και δεν υπάρχει στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα, αντίθετα κυριαρχεί η πόλωση και ο διχασμός; Αμφιβάλλει κανείς ότι, είτε λυθεί είτε όχι, η Τουρκία θα επιχειρεί προσπάθειες ισχυρής στρατηγικής παρουσίας στα Βαλκάνια;

Αμφιβάλλει κανείς ότι είχε υψηλό συμβολισμό, αμέσως μετά τις πρόσφατες συνταγματικές αλλαγές στη FYROM, η επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών  Νικολά Ντιμιτρόφ στην Άγκυρα, στις 17.1.2019; Υπενθυμίζω μάλιστα ότι στη συγκεκριμένη συνάντηση, ο μεν Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών με ύφος «νεοσουλτάνου» δήλωσε περιπαικτικά ότι «η Τουρκία θα σας αποκαλεί σκέτο Μακεδονία» , ο δε Υπουργός Εξωτερικών της FYROM μίλησε για τη «ρομαντική» σχέση της χώρας του με την Τουρκία. Αμφιβάλλει κανείς ότι είναι μεν χρήσιμος ένας συμβιβασμός αλλά όταν εγκαταλείπεις πάγιες εθνικές θέσεις και γραμμές της εξωτερική σου πολιτικής (τέτοια ήταν όπως επισημάναμε ότι κανένα κράτος δεν έχει το μονοπώλιο της Μακεδονίας), τότε μάλλον ανοίγεις την όρεξη σε κακόβουλους γείτονες, όπως η Τουρκία ή η Αλβανία, παρά τους αποθαρρύνεις;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η μακροσκελής αυτή παρέμβαση, θα μπορούσε να αναφερθεί και σε άλλα επίμαχα και πολύ σημαντικά σημεία της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως είναι τα σήματα, οι εμπορικές συμφωνίες, η πρόσβαση στην Ελληνική ΑΟΖ, η μεικτή επιστημονική επιτροπή Ελλάδας και Σκοπίων για τα ιστορικά ζητήματα και πολλά άλλα. Δεν τα θεωρώ ήσσονος σημασίας, αλλά αφενός θεωρώ ότι η θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε αφετέρου άλλου είδους εγγυήσεις και προβλέψεις, δεν δημιουργούν τόσο δυσάρεστες προβληματικές όψεις.

Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι το ζήτημα της διαφοράς με τα Σκόπια είναι κατεξοχήν ζήτημα της Εθνικής μας αυτοσυνειδησίας και ταυτότητας, γι αυτό και έχει μεγάλη σημασία να αναλύσουμε τα προβληματικά σημεία, που αναφέρονται στην ονομασία της FYROM, στην εθνικότητα, τη γλώσσα, την ταυτότητα, στοιχεία που συγκροτούν άλλωστε το περιβόητο ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού».

Το ιδεολόγημα δηλαδή, περί δήθεν «διαμελισμένης μακεδονικής πατρίδας», που αποτελείται από την «Μακεδονία του Αιγαίου», που είναι υπό ελληνική κατοχή, την «Μακεδονία του Πιρίν», υπό βουλγαρική κατοχή και την «Μακεδονία του Βαρδάρη» (Σκόπια), που είναι το μόνο τμήμα, που κατάφερε να ελευθερωθεί και να γίνει Κράτος. Δυστυχώς η Ελλάδα, με τη Συμφωνία των Πρεσπών, όχι μόνο δεν αντιμετώπισε το ιδεολόγημα αυτό αλλά επέτεινε τις συγχύσεις και τον προβληματισμό. Συνοψίζοντας, ο Αλέξης Τσίπρας και η Ελληνική κυβέρνηση, με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, και με την καθοδήγηση, αν όχι πίεση, του διεθνούς παράγοντα, υπέγραψε και κυρώνει (μάλλον) σήμερα στην Ελληνική Βουλή μια προβληματική για τα εθνικά συμφέροντα Συμφωνία, που συγκυριακά επιλύει τη διαφορά , στην πραγματικότητα βασίζει την επίλυση σε σαθρές βάσεις. Επαναλαμβάνω.

Ουδείς υποστηρίζει ότι η ασφάλεια και ακεραιότητα της Ελλάδας διασαλεύεται σήμερα από ένα ανίσχυρο κράτος, όπως η FYROM. Εδώ όμως είναι Βαλκάνια και στα Βαλκάνια, διαχρονικά, επικρατεί αυτός που έχει τις πιο ισχυρές συμμαχίες και όχι το πιο ισχυρό βαλκανικό Κράτος. Χάθηκε η ευκαιρία, σε ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και με μια μετριοπαθή ηγεσία στα Σκόπια, να βρούμε οριστικές λύσεις στη βάση ενός έντιμου συμβιβασμού και όχι ατυχών εθνικών υποχωρήσεων. Και κάτι τελευταίο.

Η Συμφωνία περιλαμβάνει ρητά ότι η Βόρεια Μακεδονία θα απέχει από ενέργειες αλυτρωτισμού, όπως η έγερση μειονοτικών ζητημάτων στην Ελλάδα. Αναρωτιέμαι όμως αν αυτό αφορά και την έγερση ζητημάτων τέτοιων από Έλληνες πολίτες της χώρας μας. Ελπίζω ειλικρινά να με διαψεύσει η ιστορία. Σε μια πρόσφατη ανοικτή επιστολή, 12 Έλληνες πανεπιστημιακοί εκφράζουν τις επιφυλάξεις και διαφωνίες τους  καταλήγοντας στο κείμενο τους  πως «η κυβέρνηση μας έχει εναποθέσει τη δυναμική της Συμφωνίας των Πρεσπών στις μελλοντικές επιλογές των Σκοπίων».

Δυστυχώς όχι μόνο στα Σκόπια θα προσέθετα εγώ…

In this article

Join the Conversation