Οι ιστορίες της Βάβως | Ευαγγελισμός της Θεοτόκου & αναμνήσεις Εθνικής Υπερηφάνειας της 25ης Μαρτίου

Γράφει για την paramythia-online.gr, η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Ίσως πολλοί από σας, που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δεν θα μπορέσετε να πιστέψετε πως η ζωή μας γυρίζει στα χρόνια τα παλιά και πολλές φορές οι μεγάλοι άνθρωποι αναμασούν το χτες λες και δεν υπάρχει το σήμερα.

Όμως το σήμερα είναι εδώ μπροστά σου, είναι εδώ και το ζεις. Μα σαν πιάσεις της κλωστή αυτή αρχίζει από τότε από τότε που μικρό παιδί νόμιζες πως είχες τον κόσμο στο χέρι σου. Τότε που τα νιάτα μπορούσαν να βλέπουν μπροστά και να χαίρονται όλα.

Έτσι εμένα με πάει η ζωή στα παιδικά μου χρόνια αυτά που έζησα σε διάφορα μέρη της ζωής μου και στην πόλη μας την Παραμυθιά.

Χωρίς να το θέλω τέτοιον καιρό θυμάμαι τα χελιδόνια και τους πελαργούς που γέμιζαν τις φωλιές τους τις παλιές, που γέμιζαν με τα τιτιβίσματα των χελιδονιών και την φωνή του πελαργού.

Όμως τούτος ο καιρός ο Μάρτης έφερνε και τις γιορτές του Ευαγγελισμού μα πριν τους χαιρετισμούς.

Όλοι τότε σε όλες τις γιορτές πηγαίναμε στην εκκλησία το πρόγραμμα δεν είχε προτεραιότητα η ξεκούραση και τα γλέντια…  πρώτα είχε την Θεία λειτουργία και μετά όλα τα άλλα. Και φυσικά νηστεία…. τότε όλοι νήστευαν.

Ντυμένοι με καθαρά και κάπως καλά ρουχαλάκια πηγαίναμε κάθε απόγευμα Παρασκευής στους χαιρετισμούς. Τα καλά μας θα τα φορούσαμε στο Άγιο Πάσχα.

Οι μανάδες έβαφαν με ασβέστη το σπίτι και έβγαζαν τα κιλίμια να τα αερίσουν. Αν ο καιρός πήγαινε καλός τα μάζευαν και θα τα έπλεναν τον Ιούνιο να στεγνώσουν για να μπουν στο γιούκο. Έβγαζαν και το καλό γιουκοσκέπασμα που ήταν κεντημένο στη μηχανή κοφτό. Αν δεν ήταν καλός ο καιρός τα κιλίμια τα ξανάστρωναν.

Σε πολλά σπίτια τα έπλεναν και τα έστρωναν δηλαδή όλο το χρόνο είχαν στρωμένα τα κιλίμια. Ακόμη κάποια μαξιλάρια που θα στόλιζαν το σπιτι μας το Πάσχα κεντημένα σε εταμιν έβγαιναν από τις καρσέλες.

Στην εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το πρωί όλες μας ντυμένες με τις πλυσεδένιες φούστες μας τα λευκά πουκαμίσα και τα κοντά μας ζακετάκια ήμασταν πολύ κομψές όπως και τα παιδιά (Παιδιά για όποιον δεν κατάλαβε έλεγα τα αγόρια) που φορούσαν μπλε παντελόνια άσπρα πουκάμισα και το καπέλο τους με την κουκουβάγια με βήμα σταθερό περνούσαν από τους επισήμους και τα καμάρωνε ο γυμναστή μας.

Σήμερα θυμάμαι πως ένα τσούρμο παιδιά κάτω από την επίβλεψη του δασκάλου μας θα κουβαλούσαμε, (εκτός των ωρών του μαθήματος) κλαδιά από δάφνη. Πολλά κλαδιά. Τα κορίτσια θα πλέκαμε στεφάνια να στεφανώσουμε τους ήρωες που γελαστοί μέσα στη φορεσιά τους με τις μπιστόλες σταυρωτά στη μέση με το περήφανο βλέμμα, να μας κοιτάν σαν να μας λένε  «Ευχαριστούμε που δεν μας ξεχνάτε».

Θα κάναμε μια σκηνή που τότε μου φαινότανε τεράστια και γύρω γύρω στα όρθια ξύλα της σκηνής θα βάζαμε δάφνης κλαδιά. Στο κέντρο της αίθουσας η Παναγιά μας με τον Άγγελο τον κρίνο να μας κοιτάει η μάλλον εμείς να την κοιτάμε πάντα με σεβασμό και αγάπη. Πάντα γύρω τριγύρω, άκουγες τη φράση. Βοήθα Παναγία μου ή σχώραμε Παναγία μου.

Μέρες όλα τα παιδιά μαθαίναμε τα ποιήματά μας και τα τραγούδια μας τα πατριωτικά. Κανένα παιδί χωρίς ποίημα ή ένα κομματάκι από διάλογο.

Είμασταν όλα δεμένα στου πατριωτισμού την άμαξα κι αυτή μας περνούσε από τα καραούλια και τα βουνά, τις μάχες τον ηρωισμό των προπαππούδων μας.

«Αν ο γιος μου δεν θέλει να πεθάνει για την πατρίδα τότε δεν είναι άξιος να ζήσει».  Αυτά τα λόγια του Τζαβέλα, το τραγούδι τα κλεφτόπουλα, και κείνο το ΄΄αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει΄΄.

Μας σφράγισαν για όλη μας τη ζωή. Ποτέ δεν θα αντικρίσουμε τη Σημαία μας, χωρίς τα μάτια μας να γεμίσουν δάκρυα. Γιατί όλα τα χωριά της Σκάλας η Ρίζα, η Ντουσκάρα, το Φανάρι, ήταν στον αγώνα των Σουλιωτών μα και πολλοί ήταν παιδιά οι απόγονοι από σουλιώτικες οικογένειες.

Πόσο θα ήθελα να παίξω και τώρα σαν τότε τη Δέσπω, ένα μικρό θεατρικό που έγραφε για μας ο δάσκαλός μας και ποτέ δεν ήταν το ίδιο. Είχε τόσους ήρωες ο τόπος μας, τόσους Αγίους εθνομάρτυρες που ευτυχώς μέσα από το δημοτικό τραγούδι θα ζουν…

Είχαμε κάνει πολλές πρόβες που θα κάναμε την παρέλαση μπροστά στους επισήμους καθώς και στους γονείς μας. Μικροί ή μεγάλοι, μαθητές Δημοτικού ή Γυμνασίου ετοιμάζονταν για την παρέλαση και ακόμα για κάποιο θεατρικό.

Για το θεατρικό έπρεπε να φέρουν δάφνη ώστε να στολίσουν τη σκηνή και τους ήρωες του 1821, βέβαια εμείς βάζαμε ποιο πολλούς Ήρωες Σουλιώτες. Και τα κορίτσια κάναμε πολλές πρόβες στο χορό αν είχαμε και κάποιους χορούς τους χορεύαμε πάνω στη σκηνή η μπροστά. Όμως ποιο σύνηθες ήταν τα ποιήματα και τα σκέτς με πατριωτικά νοήματα.

Θυμάμαι ένα που έλεγε.
«Πατρίδα μου τι θες να σου χαρίσω για τον καινούριο χρόνο που θαρθεί;
Παιδί μου το κορμί το λιονταρίσιο και τα παλλικαρίσιο το σπαθί.
Και τη νεραί΄δογέννητη τη χώρα μαζί με το δικέφαλο αετό,
δεν θέλω εγώ καινούρια ή ξένα δώρα παλιά δικά μου πλούτη σου ζητώ.»

Και άλλα όπως και τραγούδια που έκαναν τους πάντες να δακρύζουν. Και καμαρώναμε που τα καταφέρναμε και ευχόμαστε μικροί μεγάλοι και του Χρόνου…

Εκείνη την ημέρα όλη η πόλη μας μύριζε μπακαλιάρο και σκορδαλιά. Αφού τρώγαμε, πέρναμε κουδούνια ταψιά κουτάλια και ντενεκάδες που τα χτυπάγαμε φωνάζοντας.  «Φευγάτε φίδια φευγάτε γκουστερίτσες, έρχεται ο Ευαγγελισμός σας κόβει το κεφάλι το ρίχνει στο ποτάμι να το φαν τα ψάρια και τα καλαμάρια…»

Έτσι η 25η Μαρτίου ήταν η πιο γεμάτη μέρα του Μάρτη. Βάλτε και πόσους Βαγγέληδες γιόρταζαν, γλέντι και χαρές, μη με ρωτήσετε για τις Βαγγελίτσες στην πόλη μας τότε οι γυναίκες δεν γιόρταζαν.

Τα γλυκά που κερνούσαν ήταν ο μπακλαβάς και το γκαντ’ι’φι με λάδι. Πολλές γυναίκες το μπακλαβά τον έκαναν με σπιτικό φύλλο. Στις γιορτές στα σπίτια έκαναν ένα σιτάρι υπέρ υγείας και περνούσε από το σπίτι ο παπάς που το ευλογούσε.

Ήταν τόσο όμορφες αυτές οι ημέρες του Μάρτη. Τον μπακαλιάρο τον κάναμε τηγανητό, με σκορδαλιά από πατάτες ή με σκορδαλιά με καρύδια και ψωμί που ήταν και η καλύτερη.

Εμείς που ήμασταν μεγάλη οικογένεια εκτός από τηγανητό μπακαλιάρο κάναμε και μπακαλιάρο πλακί ή με πατάτες στη γάστρα.Δεν γιόρταζε κανένας στο σπίτι μας όμως πάντα στις γιορτές βάζαμε στο τραπέζι ένα γυάλινο κανάτι με κρασί.

Αυτό ήταν που έδειχνε ότι είχαμε γιορτή.

H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
In this article

Join the Conversation