Οι ιστορίες της Βάβως | Έτσι ζούσαμε την Λαμπρή στην Παραμυθιά…

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Share

Κάθε φορά που παίρνω το μολύβι μου, να γράψω για την Παραμυθιά και τα παιδικά μου χρόνια, νομίζω πως είμαι εκεί. Πέρασαν πολλά χρόνια μα πως να ξεχάσεις το άρωμα που χύνονταν στους δρόμους από τα λουλούδια και τα χρώματα. Χτισμένη στην πλαγιά του Γκορύλα δέχεται τις αχτίδες του ήλου και το αεράκι που μαζί με το κελάρυσμα του νερού δίνει την αίσθηση του παραδείσου.

Το Πάσχα, η Παραμυθιά είναι υπέροχη. Τα σπίτια και οι αυλές, τα δένδρα είναι όλα άσπρα από τον ασβέστη. Οι αυλές και τα γκαλντερίμια δίνουν το χρώμα της πόλης. Κουρτίνες, κουρτινάκια, κρεβατόγυροι λευκά με νταντέλες ομορφαίνουν τα σπίτια. Στις καρέκλες και στα μπάσια μαξιλάρια κεντημένα στον αργαλειό ή στο χέρι. Πάνω σε τραπέζια είναι ακουμπισμένα πιατέλες με κόκκινα αυγά, κουλούρια κάτασπρα σαν κουραμπιέδες, μπακλαβάδες και σοκολατάκια.

Το αρνί κρεμασμένο στο τσιγκέλι μέσα σε μια πάνινη σακούλα στη δροσιά του κατωγιού ή στο πηγάδι μέσα σε ένα μεγάλο κουβά. Αυτά είναι λίγα για την ημέρα της γιορτής της Ανάστασης του Χριστού μας.

Το πιο όμορφο είναι η νυχτερινή λειτουργία της Ανάστασης. Ο Δεσπότης μας στο Δεσποτικό του θρόνο με τα χρυσά του άμφια. Ο κόσμος με ότι καλύτερο είχε και τα ζευγάρια τα νιόγαμπρα με τα καλά τους.

Οι νύφες να φορούν τα χρυσαφικά τους και να κρατάν λαμπάδες στολισμένες με κορδέλες και λουλούδια από ύφασμα. Πολύς ο κόσμος μα έμενε ως το πρωί να ακούσει τον κόσμο να να λαβαίνει μέρος και αυτοί που δεν είχαν εξομολογηθεί να παίρνουν μέρος στην τράπεζα της θυσίας όταν ο παπάς λέει νηστεύσαντες ναι μη νηστεύσαντες.

Και μετά ο Δεσπότης να μοιράσει τα κόκκινα αυγά.

Η πιο συγκλονιστική μέρα είναι η μέρα της Μεγάλης Πέμπτης και την Μεγάλης Παρασκευής. Την Μεγάλη Πέμπτη όταν γίνεται η Σταύρωση στο Σήμερον κρμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας, βουρκώνανε μάτια σπαράζανε καρδιές. Τη Μεγάλη Παρασκευή στην Παραμυθιά τότε δεν είχε ανθοπωλεία. Πρωί πρωί όλα τα κορίτσια ξεχύνονταν για λουλούδια. Τα πιο πολλά ήταν ζαμπάκια άσπρα και μωβ. Πολλές γλυσίνες και τριαντάφυλλα. Από τα σπίτια εκτός από τα τριαντάφυλλα έφερναν και παρθενόκρινους.  Ο επιτάφιος της Παναγίας της Παραμυθιάς συναντούσε στο πηγάδι της αγοράς τον επιτάφιο του Αγίου Νικολάου. Στον ουρανό έλαμπαν πολλές δεκάδες πυροτεχνήματα που όμως δεν κάνανε κρότους. Αυτά κάνανε σχέδια καθώς ανοίγανε στον ουρανό. Όλη η πόλη είχε έξω από τις πόρτες θυμιατά που έκαιγε λιβάνι να περάσει ο κύριος μας, ο Χριστός μας νεκρός ως άνθρωπος. Εμείς ενώ πηγαίναμε στον επιτάφιο της Παναγιάς συνεχίζαμε στην πομπή του επιταφίου του Αγίου Νικολάου.

Θα πηγαίναμε εκεί που ήταν οι νεκροί μας. Κάθε βράδυ που πηγαίναμε στην εκκλησία νοιώθαμε ή ζούσαμε μαζί με τους μαθητές τα Άγια Πάθη του Χριστού μας. Εκείνος ο υπέροχος ύμνος θρήνος της Παναγίας μας έλιωνε. Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος; Θρήνον συνεκίνει η Παναγνός Σου μήτηρ σου Λόγε νεκρωθέντος.

Σκηνές με γυνναίκες να κλαίνε Χριστέ μου Χριστέ μου. Ο κόσμος τότε φτωχός πολλές φορές έκρυβε τη γύμνια του σε αποφόρια, είχε όμως πίστη και χαρά για το αύριο. Η φτώχεια δεν ήταν ελάττωμα, ήταν η δύναμη για κάτι καλό για κάτι παραπάνω.

Κανένα παιδί δεν έκανε φροντιστήριο όλα και όλοι εργάζονταν. Είχαν πίστη είχαν όνειρα. Πολλές φορές θέλω να σας πω με πάθος όλη αυτήν την απλή ζωή που της φύγαμε να γλυτώσουμε από τη φτώχεια μας που ήταν πλούτος. Και ξεφύγαμε για να μην μπορούμε να χαιρόμαστε να τρέχουμε για πράγματα που δεν φέρνουν καμια χαρά. Χρόνια πολλά. Ας γυρίσουμε πίσω στα παλιά μας. Σε αυτά που μας έδιναν ζωή.

Το Πάσχα το 1954

Ο καιρός ήταν καλός. Η φύση οργίαζε. Τα πουλιά, χελιδόνια, πελαργοί, ήταν στις φωλιές τους. Και μεις παιδιά ζούσαμε στην ανεμελιά του καιρού. Δεν είχαμε σχολείο για πολλές μέρες, θαύμα θαυμάτων. Εγώ κανονικά θα έπρεπε να φοράω μια ποδιά και να κάνω δουλίτσες. Η μάνα μου πολύ θα το ήθελε. Μα πως να τα βάλει με όλους τους άλλους που έλεγαν πως είμαι μικρή! Στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα ήταν κρεμασμένο ένα λευκό ταφταδένιο φόρεμα. Ο θείος ο Σωκράτης μου είχε φέρει παπούτσια τελατίνη άσπρα από την Αθήνα και η Θεία μου η Γιωργίτσα μου έφτιαξε ένα τεράστιο φιόγκο για τα μαλλιά μου που ήταν ίδιος με το φόρεμα. Στα αδέλφια μου είχαν ράψει κουστουμάκια μαύρα βελούδινα από ένα φόρεμα που δεν έκανε της μάνας μας.

Το διόρθωσε όμως στα βελούδα οι ραφές φαίνονται έτσι έγιναν κουστουμάκια για τα παιδιά. Δεν ήθελα φιόγκο ήμουν μεγάλη πια. Μα δεν το έλεγα, γιατί η μάνα μου θα με έστρωνε στις δουλειές. Αυτό το Πάσχα έπρεπε να είναι το καλύτερό μας. Θα έρχονταν τα σόγια από την Αθήνα και το Μεσολόγγι. Η μάνα μου φρόντιζε να υπάρχουν τα πάντα. Δίπλα μας στο σπίτι του Κίτσιο Κούρτη.

Η κυρά Ζωίτσα μια μοναδική σιωπηλή γυναικά έκανε τυριά γιαούρτια με τις κόρες της και κουλούρια πολλά κουλούρια και φρόντιζε τα πάντα όρθια σιωπηλή. Πάντα στη δουλειά, μα αόρατη, σιωπηλή, με μια γλυκιά μελαγχολία, με τις κόρες της να τρέχουν δίπλα της, εκτός από την Ελενίτσα που ήταν πιο μικρή και από μένα. Πιο μικρή είπα και έγραψα όχι πιο κοντή. Πιο κοντή ήμουν εγώ. Παραδίπλα η Καλλιόπη με τη φινετσάτη παρουσία της, φρόντιζε για τη δική της οικογένεια, πόσο όμορφη ήταν η Γιολάντα σαν νεράιδα.

Παραδίπλα τα κορίτσια του Παπαγρηγόρη έδιναν μαθήματα νοικοκυριού και κομψότητας. Ήταν σα μεγάλες, κουμάνταραν τη ζωή, σοβαρές, γλυκές και γω ήθελα να τους μοιάσω όπως και στις Κουρτοπούλες. Εκεί πήγαινα εγώ και με χτένιζαν, όλο με χτένιζαν και μου έβαζαν λεπτές υπέροχες βελούδινες κορδέλες και όχι τεράστιους φιόγκους σαν αυτούς που μου έκανε η θεία μου η Γιωργίτσα. Με μάθαιναν και ράψιμο, ήταν χρυσοχέρες υπέροχες πανέμορφες. Η μόνη που ήταν στον κόσμο των ξωτικών ήταν η Ντίνα. Αυτή δεν έκανε τίποτε. Κοιτούσε μόνο τα παιδιά και έκλαιγε. Είχε χάσει το Χρηστάκη της, το μοναχογυιό της, και όλο μάλωνε με τον άνδρα της.Ήταν σαν ο ένας να έρριχνε το βάρος για το θάνατο του παιδιού τους στον άλλον.

Τα κοφίνια με τα κουλούρια, τα κόκκινα αυγά, τα αμυγδαλωτά ήταν έτοιμα. Στις κοφίνες των παιδιών είχαν άλλα κουλούρια, άλλα γλυκά όχι αυτά που είχαν για τον κόσμο.. Εμείς τσουρέκια δεν κάναμε, ούτε αγοράζαμε έτοιμα. Η μάνα μας έκανε κουλούρες για το σπίτι και για τα ζώα του παππού μας. Έκανε και κουλούρες και κουλούρια που θα τα πηγαίναμε στους νονούς μας τη Δευτέρα του Πάσχα. Οι αυλές μοσχομύριζαν ασβέστη και τριαντάφυλλα. Πάνω στα σιδερόφρακτα παράθυρα είχαν βάλει τις πιο ανθισμένες γλάστρες, έτσι τις έλεγαν, ντενεκέδες ασπρισμένοι ήταν, με βασιλικούς, γαρουφαλιές χιόνι, μερτζούσια.

Το Πάσχα γιορτάζαμε και το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο αν το Πάσχα έπεφτε αργά. Ήρθανε και τα σόγια. Η θεία μας η Μαριάνθη φορούσε κάτι μακρυά μοντέρνα ρούχα και γάντια, της άρεσε και το ούζο. Κάπνιζε η θεία μας η Μαριάνθη σαν αράπης και η γιαγιά μας αντρέπουνταν που θα γενούμασταν ρεζίλι και χαντακωμάρα στον κόσμο. Μα η θεία η Μαριάνθη ήταν οδηγός γεωργικού τρακτέρ, πως να την καταλάβει η γιαγιά μας;. Αυτά ήταν η προετοιμασία. Κάθε απόγευμα εκκλησία. Μα τα καλά μας θα τα φορούσαμε την Ανάσταση.

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί όλοι στον Άγιο Νικόλα για να εκκλησιαστούμε και να μεταλάβουμε. Πάνω από την εκκλησιά έμεναν οι συγγενείς και κουμπάροι μας του Τσίλη Δήμου. Εκεί θα πηγαίναμε για καφέ και μεις τσαγάκι. Με έπαιρνε η Ελευθερία από το χέρι να με πάει στο λιβάδι να μάσουμε μελισσάκια. ( Είναι τα μελισσάκια Ελληνικές ορχιδέες.) Μετά τον καφέ πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι της γιαγιάς μας. Τα παιδιά σκαρφάλωναν στις μεγάλες πέτρες και ο παππούς τους φώναζε.

Σήμερα δεν πρέπει να χτυπήσετε και να βγει αίμα πήρατε το Χριστούλι σε μεταλαβιά. Προσέχαμε πολύ, μα στο παιχνίδι αν τραυματίζονταν κανείς, ρούφαγε το αίμα του να μη πέσει κάτω γιατί είχε μέσα το Χριστούλι μας. Αύριο θα ήταν το Άγιο Πάσχα. Εμείς πηγαίναμε πάντα στον Άγιο Νικόλαο για εκκλησιασμό εκτός από τη Μεγάλη Παρασκευή και το Βράδυ της Ανάστασης. Αυτές τις δυο μέρες πηγαίναμε στη Μεγάλη εκκλησια στην Παναγία την Παραμυθία μας. Αύριο θα τρώγαμε μαγειρίτσα, μόλις γυρίζαμε από την εκκλησία. Θα παίρναμε το αυγό από το χέρι του Δεσπότη μας όταν τελείωνε η θεία λειτουργία.

Στον εκκλησιασμό το βραδινό της Ανάστασης επειδή μεταλαβαίναμε το Μ Σάββατο μόλις έλεγε ο Παπάς το Χριστός Ανέστη που το ψάλαμε όλοι μαζί, αλλάζαμε ευχές και φιλιά, τρώγαμε το αυγό και το κουλούρι που είχαμε σε ένα μαντήλι στην τσέπη μας. Τα τσόφλια τα δίναμε στη μάνα μας που τα έβαζε στην τσάντα της. Τρώγαμε λοιπόν και το κουλούρι και προσπαθούσαμε να μην γεμίζουμε τα ρούχα μας ζάχαρη άχνη. Οι μεγάλοι αλλάζανε φιλιά και ευχές αφού πρώτα αγκάλιαζαν εμάς. Μετά τη θεία λειτουργία της Ανάστασης όλοι μαζί στο σπίτι μας. Έμπαινε η μαγειρίτσα στο τραπέζι και ξεσκέπαζαν τα πιάτα που είχαν τα τυριά το γιαούρτι τις σαλάτες.

Η μάνα μας μετά τη μαγειρίτσα είχε και πατσά δυο καττσαρόλες και χορδές. Στις μεγάλες γιορτές είχαμε όλοι ποτήρια νερού και κρασιού και όχι κύπελλα, είχαμε και τις κανάτες για το νερό και το κρασί, δεν είχαμε το χαλκό όπως τις άλλες μέρες. Σε πολλούς άρεσε ο πατσάς με σκορδοστούμπι. Οι πολιτισμένοι τον έτρωγαν αυγολέμονο, και η γιαγιά μας έλεγε Αχ να ήταν και ο Μήτσιος μου.

Λένη μου, πάψε, της έλεγε ο παππούς μας, σήμερα είναι χαρά. Το μεσημέρι η μάνα μας θα έβαζε στη γάστρα κρέας με λάχανα και χορδές με σπανάκι μυρουδιές, τυρόπιτα, λαχανόπιτα, και γαλατόπιτα γλυκειά. Η γιαγιά μας την πίτα της την κρεατόπιτα, μια μοναδική πίτα. Τα δυο αρνιά κρέμονταν στο γκουμπέ. Ευτυχώς που δεν έμπαιναν οι γάτες να μας κάνουν νοικοκυραίους όπως έλεγε η μάνα μου. Την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στην Παναγιά θα ψήναμαν το αρνί μας και θα γλεντάγαμαν. Αν δεν είχε καλό καιρό θα γιορτάζαμε στο σπίτι το θείο μας το Σωκράτη που τον λέγανε και Γιώργο. Από το πρωί κομμένη η καλημέρα. Λέγαμε Χριστός Ανέστη και μας απαντούσαν. Αληθώς Ανέστη. Σαράντα μέρες θα λέγαμε πρωί- απόγευμα το Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη….

Η θεία η Μαριάνθη έπαιρνε ένα καραφάκι ούζο πήγαινε στη βρυσοπούλα και γω πήγαινα πίσω της με ένα πιάτο πίτα. Οι άλλες θείες μας, κάθονταν και έλεγαν, τι ωραία είναι στο χωριό, θαύμα θαύμα, τι νόστιμα τα φαγητά, υπέροχα υπέροχα, θα είναι το ξύλο έλεγε η μια που δεν ήξερε να βράσει αυγά. Μπορεί, μα να δεις εγώ τι κάνω υπέροχες μαγιονέζες και πολύ ωραία σου για γλυκό που κάνω έλεγε η άλλη. Ούτε ένα ποτήρι δεν έπλεναν. Και η μάνα μου χαρούμενη,,,, όποια έχει συνταγές που δεν ξέρω,,, θα ήθελα να μου δείξει εγώ είμαι από χωριό τίποτε δεν κατέχω, η πεθερά μου με έμαθε. Μα δεν της έδειχνε καμιά ήταν καλύτερα τα έτοιμα ή οι παίνιες..

Μπούτσκες έλεγε η μάνα μου και μπόφκες. Κάνε με νύφη μακρυά να ξέρω να παινιούμαι και γέλαγε πλατύκαρδα. Τις πιο πολλές φορές μετά το Πάσχα άρχιζαν οι γάμοι. Πολλοί γάμοι γίνονταν στα σπίτια, κατάλοιπο από την τουρκοκρατία. Σε όλους τους γάμους εκτός από τα δώρα έπρεπε να πάνε και κανίσκι. Η μάνα μου και η γιαγιά μου για το κανίσκι έκαναν πίτες ή ψωμιά και πήγαιναν και κρέας. Μια φορά τη Δευτέρα του Πάσχα μετά την εκκλησιά ήρθε ο θείος μας ο Κοσμά Καλόγερος. Κάθεται στην καρέκλα και για να πειράξει το θείο μας το Σωκράτη, βάζει μια δεσμίδα χρήματα στην καρέκλα να καθίσει.

Τι είναι αυτά Ξάδερφε του λέει ο Θείος, αχ μωρέ ξάδερφε, μισή ρόδα από το αυτοκίνητό μου είναι. Βλέπετε τα πειράγματα ήταν οικογενειακά και καλόκαρδα. Ο δε θείος μας ο Σωκράτης πολύ χωρατατζής Αν δεν γιορτάζαμε το θείο γιατί του Αηγιωργιού έπεφτε μετά το Πάσχα πηγαίναμε τη Δευτέρα στον Αηγιώργη ή στο χάλασμα της Παναγιάς και ψήμαμαν εκεί το αρνί μας. Εκεί το γλέντι ήταν τρικούβερτο. Το αρνί του Πάσχα ήταν συνήθως δώρο από αναδεχτούρια.

Το έφερναν και πάνω του ζωγράφιζαν με κόκκινη μπογιά ένα σταυρό. Οι νουνοί είχαν για τα αναδεχτούρια δώρο απλά ρουχαλάκια ή ένα χάλκωμα και λαμπάδες. Σε όλη την πόλη της Παραμυθιάς, τις ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδος είχαν γλέντια. Γραμόφωνα και ραδιόφωνα στη διαπασόν. Και τότε όλος ο κόσμος άκουγε ελληνικά τραγούδια δημοτικά ελαφρά ή ρεμπέτικα. Και χόρευαν και γλένταγαν φτωχοί και πλούσιοι, το Πάσχα ήταν γιορτή για όλους. Έσφαζε ο παππούς μας ο Χρήστος της μάνας μου ο πατέρας 50-80, αρνιά ή κατστίκια. Τις πατσιές αφού τις άδειαζε τις πήγαινα εγώ σε οικογένειες φτωχές να κάνουν Πάσχα.

Έβαζε και λίγες δραχμές για να έχει πολλές δουλειές. Του έλεγε ο παπα Ηλίας και το μοναστήρι του Διχουνιού που ο παππούς μας αγόραζε τα ζώα του. Δίνεις με το ένα στα δίνει ο θεός διπλά και τριπλά του έλεγε ο παπα Ιάκωβος.. Ήταν η ζωή μας όνειρό. Πολλές φορές ρώτησα τον εαυτό μου, γιατί; Μα είμασταν παιδιά. Τις φουρτούνες τις είχαν οι μεγάλοι. Ύστερα τότε υπήρχε η αλληλοβοήθεια. Υπήρχαν οι δεσμοί οικογένειας έως πέμπτα ξαδέρφια. Είμαστε από την ίδια ρίζα έλεγαν. Κανένας δεν τολμούσε να πειράξει σόγια. Όλοι μαζί για να μην τους ντροπιάσουν. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Στη μικρή μας αυλή θα βάλουμε τη σούβλα που θα τη γυρίζει το μηχανάκι. Τα παιδιά δεν θα τσακώνονται ποιος θα τη γυρίσει. Δεν θα ακούς τη φωνή, μη κλέβεις την πετσούλα, δεν θα ψηθεί καλά, θα γίνει ξερό, θα χάσει τους χυμούς του. Μα μεις όλο κλέβαμε και όλο μας έλεγαν. Όποιος κλέβει πετσούλα δεν θα φάει μετά. Μα δεν τρώγαμε γιατί είμασταν συνέχεια κοντά στην καλαθούνα με τα δικά μας ( των παιδιών )κουλούρια. Μη σπάτε τα αυγά δεν θα έχω για τον κόσμο.

Έβαψα και γω εκατό έλεγε η γιαγιά μας. Έχω και άβαφα πολλά στο κατώι. Τώρα οι οικογένειες είναι μικρές. Ο κόσμος διψάει δια λίγη εξοχή. Εμεις ακόμη το Πάσχα το θέλουμε όλοι μαζί στο σπίτι μας, όπως και τα Χριστούγεννα. Παλιοί άνθρωποι, παλιές ιστορίες. Το Πάσχα τότε είχε πολλά στολίδια μα πάνω από όλα είχε τη φύση που οργίαζε σε χρώματα και αρώματα. Είχε την ευσέβεια των χριστιανών, ακόμα δεν ήταν ο κόσμος υλιστής και άθεος.

Σήμερα πηγαίνουν στην εκκλησία μόνο να ακούσουν το Χριστός Ανέστη που δεν το ακούν από τις στρακα στρούκες, και να τρέξουν για τη μαγειρίτσα. Ένα φα’ι’ που το κάνουν μόνο μια φορά το χρόνο και απορείς, αφούςτους αρέσει τόσο, γιατί δεν κάνουν μαγειρίτσα κάθε μήνα;;;

Εγώ κάνω πολλές φορές το χρόνο. Κοκκορέτσι δεν κάναμε, αγοράζαμε αν έκανε ο Σιαμάς, που η γυναίκα του, ήταν σόι της γιαγιάς μου της Ελένης.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ

Φωτογραφία αρχείου

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation