Οι ιστορίες της Βάβως | Η βιβλιοθήκη του Μάνθου Στατηρά και οι άλλοι…

Γράφει για την paramythia-online.gr η  Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Share

Μια φορά κι έναν καιρό”, έτσι άρχιζαν τα παραμύθια, έτσι άρχιζαν και κείνα που ήταν ζωγραφισμένα με χρωματιστές ζωγραφιές, στα χοντρά βιβλία που πήγαιναν από χέρι σε χέρι για πολλές γενιές. Τα άλλα αυτά που ήταν για μεγάλα παιδιά χωρίς πρόλογο έμπαιναν στο θέμα. Αγαπημένος του πατέρα μου, ο Ιούλιος Βέρν που όμως τον συμπλήρωνε πάντα με τη φράση, αυτό το έχει γράψει ο τάδε αρχαίος, αυτό ο άλλος αρχαίος. Τίποτε δεν ήταν που να μην είχαν γράψει αυτοί οι αρχαίοι. Ήμουν πολύ θυμωμένη που τα είχαν γράψει όλα οι αρχαίοι και τώρα μας τα σερβίρουν με κάτι δικό τους οι ξένοι.

Ένα τέτοιο βιβλίο κρατάω στα χέρια μου. Έχετε αγκαλιάσει βιβλίο στοργικά σαν να είναι τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου; Εγώ το κάνω συχνά. Αυτό το βιβλίο είναι δώρο του πατέρα μου. Η γλώσσα του σήμερα ακατανόητη. Έχει πνεύματα οξείες, βαρείες, περισπωμένες, έχει ακόμη μια ουρίτσα κάτω από το ήτα και το ωμέγα ‘ήταν λέει το (ι) που το βάζανε κάτω από τα γράμματα η, ω, α, άντε τώρα να τα θυμάμαι η βάβω. Αυτό το βιβλίο εκδόθηκε πολλά πολλά χρόνια πριν το πάρουμε στα χέρια μας εμείς. Τότε τα παιδικά βιβλία τα έβγαζαν οι εκδόσεις, ΑΓΚΥΡΑΣ με σήμα την άγκυρα και οι εκδόσεις ”ΔΑΜΙΑΝΟΥ” εγκυκλοπαίδειες ο δικός μας Χάρης Πάτσης (ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ)

Το 1950 ο πατέρας μας έφερε πολλά βιβλία, βιβλία ωραία με χρωματιστά χονδρά εξώφυλλα που τα αγόρασε σε ένα υπόγειο παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι. Όταν πήγα στην Αθήνα, είχε γίνει ο αγαπημένος μου τόπος, έγραφα σε ένα χαρτί ότι θα έψαχνα και με το χαρτί στο χέρι με τρόπο χανόμουνα στη σκόνη του παλαιοπωλείου.. Αγόραζα και άλλαζα τα βιβλία μου με ελάχιστα χρήματα. Τότε σαν και τώρα το χρήμα ήταν πολύ ακριβό κι ακριβοθώρητο. Τα διαβάζαμε και τα χαιρόμαστε, μα τα διάβαζαν και οι μεγάλοι.

Έτσι έπιανε το μάτι μας τον παππού μας να διαβάζει το ΄΄ΤΑ 500 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΠΕΚΟΥΜ΄΄ και το ΄΄ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ 80 ΗΜΕΡΕΣ΄΄ κλπ και νοιώθαμε σαν μεγάλοι αφού και ο παππούς μας διάβαζε τα ίδια βιβλία που διαβάζαμε και μεις. Βέβαια είχαμε μια απορία, αφού ο παππούς μας και ο πατέρας μας τα γνώριζαν όλα, γιατί διάβαζαν; Δεν το ρωτάγαμε όμως, γιατί μια φορά που ρώτησα το θείο μου το Σωκράτη, μου απάντησε, Αλεξάνδρα λές βλακείες, κι εγώ δεν ήθελα να λέω βλακείες.

Εκείνον τον καιρό στην Παραμυθιά υπήρχε ένας άνθρωπος με μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκεί στο μαγαζί του συναντούσες όλους όσους είχαν πάθος με τη γνώση. Και η γνώση δεν έρχεται μόνο με τις παραστάσεις τις καθημερινές, ούτε με τις συζητήσεις ή την παρακολούθηση της φύσης, η γνώση θέλει σπουδή και η σπουδή είναι καλά κρυμμένη μέσα σε βιβλία και παπύρους ή αρχαία κεραμίδια

Έτσι το μαγαζί του Μάνθο Στατηρά η Σωτηρά, όπως πολλοί τον λέγανε ήταν ο παράδεισος της γνώσης.

Ο αείμνηστος Μάνθος ήταν ένας παχουλός ευγενικός καλός και πανέξυπνος άνθρωπος. Μιλούσε και έγραφε πέντε γλώσσες. Εκεί σε κείνον τον παράδεισο πήγαινα κι εγώ με θράσσος πολλές φορές να ζητήσω να διαβάσω κάτι. Ο αγαθός (πολύ καλός) γιατί τώρα το αγαθός σημαίνει βλάκας κόπανος κλπ… κοσμητικά επίθετα, μου έλεγε…

– Άκου κουκλίτσα μου, θα έρθεις με τον μπαμπά σου, να σου διαλέξει βιβλίο και θα καθίσεις αν σου επιτρέψει ο μπαμπάς σου, να το διαβάσεις εδώ, τα βιβλία από εδώ δεν βγαίνουν….

Ήταν κάτι που ποθούσα με όλη μου την ψυχή να καθίσω εκεί που κάθονταν δάσκαλοι, καθηγηταί, και πολλοί άλλοι και πολλές φορές συζητούσαν πολλά και σπουδαία θέματα. Ένα από αυτά για πολύ καιρό ήταν αν έπρεπε να ρίξουν τις βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι και δεν καταλάβαινα πως πολλοί έλεγαν πως καλά έκαναν και πως έτσι έκλεισε ένας πόλεμος ατελείωτος. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που να μην σκέπτονται αυτούς που εξαερώθηκαν από τις φρικτές βόμβες, αυτούς που έγιναν μισοί και ανάπηροι σε όλους τους άλλους που τους ξετόπισαν από τις πατρογονικές τους εστίες.

Δεν ρωτούσα για την άρνησή του αείμνηστου Μάνθου, απλώς πίστευα πως κάποια στιγμή θα μου κάνει το χατίρι. Γνώριζα πολύ καλά, πως τα βιβλία του ήταν ιερά.

Οι γερμανοί που δυο φορές τον πήραν για ανάκριση τον απογύμνωσαν από όλες του τις οικονομίες και είχε πολλές. Μα τα βιβλία του τα σεβάσθηκαν. Του πήραν λίγα βιβλία μόνο, ίσως γιατί πίστευαν πως θα μπορούσαν να τα πάρουν όταν θα έκαναν ένα ταξίδι στον τόπο τους. Για την ώρα ήταν καλά φυλαγμένα στα ράφια του μαγαζιού του. Οι γερμανοί έφυγαν νικημένοι ξαφνικά και έτσι τα βιβλία έμειναν στα ράφια τους. Δεν τα μετέφερε σε άλλο σημείο πλην δυο τριών γιατί υπήρχαν και οι προδότες.

Ήταν ένας από τους χαρακτηριστικούς τύπους της πόλης μας. Βέβαια τότε στην Παραμυθιά υπήρχαν πολλοί πολύγλωσσοι. Βλέπετε επί τουρκοκρατίας με τις σχέσεις τους με τα διάφορα προξενεία που είχαν την έδρα τους στα Γιάννενα έπρεπε να γνωρίζουν γλώσσες και ύστερα με την ΑΝΤΑΝΤ αναγκάσθηκαν να μάθουν όλοι σχεδόν όσοι ήταν στο στρατό. Γιατί τώρα δεν μαθαίνουν τόσο εύκολα; Μα γιατί δεν υπάρχει ανάγκη. Να μην ξεχνάμε πως οι μουσουλμάνοι δεν αγαπούσαν τα γράμματα. Ήταν αγράμματοι εκτός από ελάχιστους που έτσι κι αλλιώς ήταν οι πράκτορες των ιταλών στη χώρα μας, των τούρκων και των αλβανών. Έτσι οι μουσουλμάνοι χρειάζονταν τους Παραμυθιώτες στις συναλλαγές τους, στο εμπόριο, κλπ αν και πάντα είχαν καχυποψία πως μπορεί και να τους γελάσουν οι ρωμιοί… όμως, ανάγκα και θεοί πείθονται… τουυς χρειάζονταν.

Νομίζω πως πολλοί Παραμυθιώτες χρωστούν ένα ευχαριστώ στον σημαντικό αείμνηστο Μάνθο και στη βιβλιοθήκη του, μέσα στα βιβλία του είχε μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με το Κεφάλαιο του Μάρξ σε τόμους δερματόδετους με χρυσά γράμματα…. που το διάβαζε συνέχεια ο πατέρας μου.

Μια μονογραφία από κάποιον ερευνητή θα ήταν σπουδαία, όχι μόνο για τον αείμνηστο Μάνθο μα και για την Παραμυθιά.

Το μαγαζί του Μάνθου ήταν η μοναδική πλούσια βιβλιοθήκη της πόλης μας. Έβλεπα εκεί μέσα πράγμα που δεν γίνονταν αλλού. Κεντρώοι, αριστεροί και δεξιοί με ομόνοια να συζητούν διάφορα. Κύριε Παντελή τι λέτε; Πάρτε για αρχή τον Μάνθο και το χώρο του και ποιος ξέρει σε τι παλάτια γνώσης της πόλης μας και των κατοίκων της θα βρεθείτε.

Υπήρχε και ένας ράφτης στην Παραμυθιά που μιλούσε και έγραφε πέντε γλώσσες δεν θυμάμαι το όνομά του. Γενικά οι Παραμυθιώτες ήταν πολύγλωσσοι. Πολλές φορές όταν μπροστά τους ήταν παιδιά μιλούσαν συνήθως γαλλικά.

Στην πόλη μας την εποχή εκείνη εκτός από το κομμάτι των κατοίκων που ήταν αγροτοκτηνοτρόφοι και είχαν το δικό τους τρόπο ζωής, υπήρχαν και κείνοι που είχαν άλλους τρόπους, και άλλη κουλτούρα. Εμένα μου ταίριαζε η ζωή των αγροκτηνοτρόφων. Η φύση, ο ουρανός, η θάλασσα, η πανίδα και η χλωρίδα με μάγευαν. Όταν φορτωμένοι πολλοί στο φορτηγό του θείου μας του Σωκράτη πηγαίναμε στη θάλασσα, γιορτή και πανηγύρι, και μπάνιο με τα κομπινεζόν οι γυναίκες με τις σωβράκες οι άνδρες λίγο παραπέρα. Οι γυναίκες δεν ήξεραν κολύμπι οι άνδρες ήξεραν.. Και τα παιδιά ξεβράκωτα. Αφού και όταν είχαν μαγιό τι μαγιό κάτι βρακιά με φασολάκι διακόσμηση που μας έραβε η θεία μας η Γιωργίτσα, μια μικρή το έβγαζε στην άκρη.

Και μέχρι να φάνε και να φύγουμε, εγώ έκανα ταξίδια στο γαλάζιο ουρανό, στην γαλάζια θάλασσα. Κατακτούσα τον κόσμο ξεπορτίζοντας από τον δικό μου πραγματικό κόσμο.. Όλα τα απέραντα έχουν το χρώμα του ουρανού…..

Θυμάμαι πως όταν πήγαινα στο γυμνάσιο υπήρχαν πολλά κορίτσια που έπαιζαν υπέροχα ακορτεον. Στις εκδρομές μας στο Καρυώτι και στη Μεγάλη Βρύση γίνονταν γλέντι, καθώς όλα τα παιδιά μια παρέα τραγουδούσαν και γλεντούσαν χορεύοντας.

Οι καθηγητές μας που ήταν αυστηροί στο χώρο του Σχολείου, στις εκδρομές άφηναν τον εαυτό τους να χαλαρώσει και να διασκεδάσουν μαζί μας, χωρίς να χάσουν τη σοβαρότητά τους.

Υπήρχε ένα αγαπημένος μου καθηγητής, που όμως εκτός σχολείου έπινε. Άριστος μαθηματικός, όμως του άρεσε το ποτό. Πολλές φορές τον είχαν μαζέψει μεθυσμένο, ήταν πικρό, όμως εμείς τον αγαπούσαμε.

Μας αγαπούσε και κείνος όλα τα παιδιά. Και μεις τον σεβόμασταν και σεβόμασταν ακόμα και το πρόβλημά του. Εκείνο που δεν καταλαβαίναμε ήταν πως ένας άνθρωπος της επιστήμης των μαθηματικών δεν κυριαρχούσε στο πάθος του. Κάποτε γνώρισα κι έναν ακαδημαϊκό, έναν σπουδαίο άνθρωπο με πολλά πάθη. Τότε ο πατέρας μου όταν του είπα, μα μπαμπά, γιατί; Μου απάντησε. Παιδί μου, ανθρώπινα τα λάθη, και τα πάθη, μόνο που πρέπει να προσπαθούμε να τα διορθώσουμε και αν μπορούμε ας προσπαθούμε να μην τα ξανακάνουμε.

Κάποιες φορές τον λυπήθηκα πολύ, τον μαθηματικό μας, μα όλοι οι άνθρωποι έχουμε αδυναμίες, όλους κάτι μας βασανίζει, μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία, ο κάθε ένας μας, θεωρεί μεγάλο το δικό του βάσανο. Και ο καθηγητής μας γνώριζε πως η γυναίκα του είχε όγκο στο κεφάλι και θα πέθαινε σε λίγο καιρό, πράγμα που έγινε. Εκείνη τη μέρα μας έδιωξαν από το σπίτι για τον παππού μας, εκείνη τη μέρα τον πήρε ο πατέρας μας στο σπίτι και του έδωσαν να πιει, να πιει….

Κάτω όπως πηγαίνομε στη Μεγάλη εκκλησιά ήταν το παλιό σπίτι των Παυλαίων, ένα μεγάλο σπίτι με κήπους και δένδρα υπέροχα. Αυτό το σπίτι ο πρόπαππούς μου, ο Χρήστος, το έπαιξε στα χαρτιά. Βέβαια η οικογένεια έκανε πάλι σπίτι, πάνω από τη Μεγάλη πέτρα με κτήμα που αγόρασαν από έναν αλβανοτσάμη μα για πολύ καιρό έμειναν στον άσσο. Να λοιπόν που και τότε υπήρχαν εθισμοί. Έζησε πολλά χρόνια αυτός ο προπαππούς μας, πάντα πικραμένος, όχι γιατί μετάνιωσε, μα γιατί δεν είχε τι να πουλήσει να παίξει. Ότι είχε το είχε χάσει στα χαρτιά, και ότι έχουν ήταν ο κόπος των παιδιών και στο όνομα των παιδιών του στα χέρια του Σταύρου και του Παύλου.

Παλιές ιστορίες, μπορεί να μην ενδιαφέρουν κανέναν. Όμως για να κατανοήσεις τη ζωή του τότε, πρέπει να ακουμπήσεις πάνω της, να βρεις τα κρυμμένα μυστικά σε όλες τις γωνιές της, να ψάξεις στα σκουπίδια τα θαμμένα στα νεκροταφεία της ιστορίας της, στα ντουλάπια της γνώσης του καιρού.

Οι δικές μου αναμνήσεις, που μου ανήκουν γιατί είναι ιδιοκτησία με σφραγίδες με υπογραφή και ημερομηνίες… γράφονται μόνο, για να ξυπνήσουν και τις αναμνήσεις άλλων παραμυθιωτών που έζησαν όλη τους τη ζωή στην πόλη μας, γιατί εγώ έζησα πολύ λίγα χρόνια και να μας δώσουν από μακριά χωρίς ωραιοποιήσεις την λαογραφική ιστορία της πόλης μας..

Στην τρίτη δημοτικού, θέλησε ο πατέρας να πάω στο σχολείο της Παραμυθιάς. Δασκάλα μου η Μιράντα μια πολύ ωραία γυναίκα που ήταν και εξαδέλφη της μάνας μου. Μα ήταν πολύ αυστηρή.

Εμένα μου άρεσε να γράφω, ήμουν και χαζοχαρούμενο, έτσι σε ένα διάλλειμα όταν μου είπε μια συμμαθήτρια μου, αχ μωρή δεν έγραψα αντιγραφή και η κυρία θα με βαρέσει εγώ της είπα.

Φέρε το τετράδιο θα σου τη γράψω εγώ

Έφερε το τετράδιο έγραψα την αντιγραφή και στο μάθημα. Όταν μπήκαμε στην αίθουσα, μια μαθήτρια έμασε όλα τα τετράδια και τα έδωσε στη δασκάλα μας να τα ελέγξει, και για να μην κάνουμε φασαρία, η κυρία μας, μας έβαλε κάτι πράξεις αριθμητικής να λύσουμε.

Ξαφνικά ακούμε την οργισμένη φωνή της δασκάλας μας, Παυλίδου, και……. στον πίνακα. Πήγαμε φοβισμένες.

-Δε μου λες Παυλίδου, έχεις δύο τετράδια αντιγραφής;
-Όχι κυρία ένα.
-Για κοίτα τι γράφουν τα τετράδια αυτά;
-Αλεξάνδρα Παυλίδου.
-Δεν χρειάζεται να ρωτήσω ποια έγραψε την αντιγραφή της άλλης, τα γράμματα μιλούν.

Και μας αρχίζει και τις δυο στις ξυλιές και βάραγε με το χάρακα πόδια και χέρια. Δεν ήταν μόνο ο πόνος, ήταν και η ντροπή, να μας δέρνει σαν να ήμασταν γαϊδούρια! Δεν έκλαψα. Δεν θα την έκανα να χαρεί.

Όταν πήγα σπίτι είπα της μάνας μου ότι το σόι της, είναι κακιασμένο. Δε με βάρεσε ούτε μου είπε τίποτε, εκεί ήταν η γιαγιά. Για να πω και μια αλήθεια η μάνα μας δεν μας έδερνε παρά σπανίως, μας μάλωνε όμως πάρα πολύ και μένα πιο πολύ. Έλεγε πως τα λόγια βαράν πιο πολύ από τις ξυλιές, γιατί τα θυμάσαι συνέχεια..

Έφυγα και δεν ήθελα να την ξαναδώ αυτήν την Μιράντα, δεν ήταν που μας σακάτεψε στο ξύλο μας διαπόμπευσε σε όλο το σχολείο.

Τώρα, αν διάβαζε η μάνα μου αυτά που γράφω θα μου έλεγε. Πως πας παιδάκι μου από το ένα στο άλλο; Που είναι το κεφάλι σου; Που πάει το μυαλό σου; Βασίλη, αυτή δεν είναι στα καλά της.

Και ο πατέρας πάντα είχε έναν ενθαρρυντικό λόγο για μένα. Τι να κάνουμε Βιργινία μου, το μυαλό της, τρέχει γρηγορότερα από το χέρι της. Ήταν δάσκαλος, και γνώριζε πως τα παιδιά χρειάζονται θάρρος, έπαινο, επιβεβαίωση.

Δώστε στα παιδιά αυτοπεποίθηση, δώστε τους τη σιγουριά πως μπορούν, όλα να τα καταφέρουν, αρκεί να αγωνισθούν. Δείτε τα ταλέντα τους και στρέψτε την προσοχή τους, πάνω στα ενδιαφέροντά τους, χωρίς να τα πιέζετε και χωρίς να πιστεύετε πως κάτι σπουδαίο μπορεί να γίνει το δικό μας παιδί. Σπουδαία είναι η ίδια η ζωή.

Σπουδαίο είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις. Η ευτυχία μας, κρύβεται η πονηρή, στα απλά καθημερινά πράγματα. Ακόμη δώστε τους ιδανικά. Ιδανικά είναι η πίστη, στο Θεό, στην Πατρίδα, στον άνθρωπο. Είναι η πίστη το κλειδί που ανοίγει τις πόρτες της καρδιάς και της ψυχής. Αυτά δεν είναι δικά μου λόγια, δικές μου προτροπές, είναι αυτά που άκουγα από τον πατέρα μου.

H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
In this article

Join the Conversation