Οι αρχαίοι οικισμοί του Καλαμά

Του Μιχάλη Πασιάκου

Το υγρό στοιχείο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο, “πηγή” των πολιτισμών, από τους αρχαίους ήδη χρόνους. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται σε κείμενο της ΛΒ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, σε επιμέλεια του Γεωργίου Ρήγινου, αρχαιολόγου-αναπληρωτή προϊσταμένου της ΛΔΒ’ ΕΠΚΑ και κείμενα της Θεοδώρας Λάζου, ιστορικού-αρχαιολόγου, στους μύθους όλων των λαών, το νερό αποτέλεσε στοιχείο έμπνευσης, καθώς η ισχύς που έδινε στις αρχαίες κοινωνίες, έκανε τους ανθρώπους να το θεοποιήσουν και να το λατρέψουν.

“Οι πηγές, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα αλλά και η βροχή προσωποποιήθηκαν στη μυθολογία” τονίζεται και προστίθεται: “Γύρω από τα νερά της Μεσογείου άκμασαν μερικοί από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς. Στις ακτές της έζησαν και δημιούργησαν οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες, οι Ρωμαίοι. Οι ποτάμιοι και θαλάσσιοι δρόμοι εξασφάλιζαν στις ανθρώπινες κοινωνίες όχι μόνο νερό για τις καλλιέργειες, αλλά κι έναν ασφαλή κι εύκολο δρόμο για τις μετακινήσεις, το εμπόριο, τις ανταλλαγές προϊόντων, αλλά και την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, των λαών, των πολιτισμών. Η σημασία που έδιναν στο νερό αποτυπώνεται στη μυθολογία, στη φιλοσοφία, στη θρησκεία, στα ήθη και έθιμα των λαών. Άλλοτε εξυμνείται ως θεότητα και άλλοτε θεωρείται πηγή ζωής και ενέργειας, που χαρίζει δύναμη και καλή υγεία”.

Αρχαίοι οικισμοί στον Καλαμά

Τα νερά του ποταμού Καλαμά, του Θύαμη των αρχαίων -ένα από τα ομορφότερα ελληνικά ποτάμια, που πηγάζει κοντά στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων- προσέλκυσαν από πολύ νωρίς το ενδιαφέρον του ανθρώπου καθώς αποτελούσε έναν σημαντικό υδάτινο δρόμο, που εξασφάλιζε την επικοινωνία των παραλίων της Θεσπρωτίας με την ενδοχώρα της Ηπείρου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά ανθρώπων, αντικειμένων και ιδεών.

Αδιάψευστοι μάρτυρες της ανθρώπινης δραστηριότητας κατά μήκος της όχθης του ποταμού αποτελούν η πληθώρα των προϊστορικών θέσεων, οι πολυάριθμοι τειχισμένοι οικισμοί των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, τα λείψανα των αρχαίων γεφυριών, τα μεσαιωνικά και μεταγενέστερα κάστρα και τα σημαντικά μοναστηριακά συγκροτήματα, που σώθηκαν ως τις μέρες μας σε εξαιρετικής ομορφιάς και φυσικά οχυρές παρόχθιες περιοχές και σε θέσεις από όπου ελέγχονται οι ποτάμιες διαβάσεις και τα περάσματα, όπως αναφέρεται στη μελέτη.

“Τα λίθινα εργαλεία από διάφορες θέσεις, από την περιοχή των πηγών μέχρι και το δέλτα του ποταμού, αποτελούν μαρτυρίες της αρχαιότερης παρουσίας του προϊστορικού ανθρώπου στη βορειοδυτική αυτή περιοχή της Ηπείρου και χρονολογούνται στη Μέση (±50.000 π.Χ.) και Νεότερη (35.000~9.000 π.Χ.) Παλαιολιθική Περίοδο. Ανθρώπινη εγκατάσταση έχει διαπιστωθεί και κατά τη Νεολιθική Περίοδο (9.000~2.800 π.Χ.), όταν ο προϊστορικός άνθρωπος ζώντας στις σπηλιές, όπως αυτή στην περιοχή της Σίδερης Θεσπρωτίας, στα βόρεια του Καλαμά, και σε παραποτάμιες περιοχές των εκβολών (Πύργος Ραγίου, Γιτάνη κ.τ.λ.), βάσιζε την επιβίωσή του στη συλλογή καρπών και την κτηνοτροφία. Από τις θέσεις αυτές προέρχονται κυρίως εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο προϊστορικός άνθρωπος, για να εξασφαλίσει την τροφή του και για να αμυνθεί, καθώς οι όχθες του ποταμού ήταν ένα σημείο όπου μπορούσε να συλλέξει καρπούς, αλλά και να κυνηγήσει τα ζώα που έρχονταν να ξεδιψάσουν. Με την πάροδο των χρόνων το ποτάμι έγινε ουσιαστικό σημείο αναφοράς για τη Θεσπρωτία. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι στην Ήπειρο υπήρχαν μικρές αλλά εύφορες κοιλάδες, όπου ευδοκιμούσαν οπωροφόρα δέντρα”, τονίζεται.

Οι ίδιες κοιλάδες αποτελούσαν ιδανικά βοσκοτόπια για τα εξημερωμένα ζώα (αιγοπρόβατα, αγελάδες, άλογα, χοίρους), για την εκτροφή των οποίων ήταν ξακουστή η αρχαία ‘Ήπειρος.

Τη σημαντικότητα του Καλαμά ως υδάτινου δρόμου επιβεβαιώνουν τα λείψανα των αρχαίων γεφυριών και, κυρίως, οι πολυάριθμοι τειχισμένοι οικισμοί (Παρακάλαμος, Βροσίνα, Ραβενή, Πέντε Εκκλησιές κ.λ.π.), οι οποίοι χτίστηκαν σε άμεση γειτνίαση ή οπτική επαφή με αυτόν κατά την περίοδο των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη ρωμαϊκή κατάκτηση, Ρωμαίοι γαιοκτήμονες εγκαθιδρύουν μεγάλες γεωργοκτηνοτροφικές μονάδες στις εύφορες περιοχές των εκβολών και του δέλτα του Καλαμά. Τα δε αρχαιολογικά δεδομένα από την περιοχή της Μαστιλίτσας, νότια της Σαγιάδας, αλλά και από τη Νέα Σελεύκεια και τον όρμο της Ηγουμενίτσας, στα νότια των παλαιών εκβολών του ποταμού, έρχονται να επιβεβαιώσουν τις σχετικές φιλολογικές μαρτυρίες.

“Η σπουδαιότητα του Καλαμά για τις ποτάμιες μεταφορές των μεταγενέστερων χρόνων διαπιστώνεται αφενός μεν από την ίδρυση νέων οχυρωμένων πόλεων, κάστρων και οικισμών, αφετέρου δε από το γεγονός ότι, δια μέσου του πλωτού σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων από τη θάλασσα ποταμού, πλοιάρια των μεσαιωνικών και των μετέπειτα βενετσιάνικων χρόνων, φαίνεται ότι έφταναν τουλάχιστον μέχρι το ισχυρό βενετσιάνικο κάστρο στη ‘Σκάλα Φιλιατών’ ή ‘Σκάλα Ζωριάνου’, κτισμένο στη θέση του αρχαίου οικισμού”, επισημαίνει η κα. Λάζου.

“Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, και πιθανόν, λόγω αλλαγής της κοίτης του, ο Καλαμάς σταμάτησε να χρησιμοποιείται ως κύριος δρόμος και χαράχτηκαν δίπλα στις όχθες του μονοπάτια και καρόδρομοι, ενώ χτίστηκαν πολλά γεφύρια που ένωναν τις όχθες του. Τα ερείπια ενός τέτοιου γεφυριού της βυζαντινής περιόδου, το οποίο φαίνεται ότι γνώρισε πολλές οικοδομικές φάσεις, οι οποίες είναι δυνατό να αναχθούν μέχρι και τη ρωμαϊκή εποχή, σώζονται στην έξοδο του ποταμού από το στενό φαράγγι στην εύφορη κοιλάδα, κάτω από το χωριό Πέντε Εκκλησιές“, καταλήγει.

https://1.bp.blogspot.com/-DHCvpXIG_n4/Xeny1uKCBhI/AAAAAAACATE/oFspEiqoaaoo_Yvt4Jw4-V6N3eSstPo2wCLcBGAsYHQ/s1600/arxaia-3.jpg

In this article

Join the Conversation