Κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίου του Παύλου Ν. Τζοβάρα με τίτλο «Στη φλεγομένη και μη καιομένη βάτο της Δικαιοσύνης»

Απο τις από τις εκδόσεις Σοκόλη

Share

Την πρώτη του συγγραφική απόπειρα με το βιβλίο «Στη φλεγομένη και μη καιομένη βάτο της Δικαιοσύνης» από τις εκδόσεις Σοκόλη επιχείρησε ο συντ. Δικηγόρος Παύλος Ν. Τζοβάρας.

Ο Παύλος Ν. Τζοβάρας γεννήθηκε το 1951 στο Παλαιοχώρι Φιλιατών. Φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας από το έτος 1976 μέχρι τη συνταξιοδότησή του, υπήρξε για τρεις συνεχόμενες θητείες Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας.

Παρατίθεται ο πρόλογος του βιβλίου :

«Ι. DE PROFUNDIS

Αναρωτήθηκα κατ’ επανάληψη, αγαπητέ αναγνώστη, και ίσως είναι και δική σου απορία, σε μια εποχή ισοπεδωτικής ψηφιοποίησης και καταλυτικής επιβολής του ηλεκτρονικού Τύπου που έχει εξωθήσει το βιβλίο σε παρατεταμένη περίοδο ισχνών αγελάδων, ποιος να ’ταν άραγε ο αποχρών λόγος να εκτεθώ σ’ ένα, όπως φαντάζει, τιτάνιο εγχείρημα που υπό προϋποθέσεις πιθανόν και να με ξεπερνά;

Δεν κρύβω και δεν θ’ αποκνήσω τη μνεία ότι η ευθύνη της φιλόδοξης προσπάθειας, οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις, αδιόρατοι δισταγμοί και αδιάκοπες επιφυλάξεις απολάκτιζαν κατά καιρούς κάθε συγγραφική προσδοκία.

Το αυτό αμλετικό δίλημμα φαίνεται να διαπερνά στα πρωτόλειά τους και τους πλέον νουνεχείς, αν κρίνω από τον ευφυή και απολαυστικό πρόλογο που παραθέτει εν έτει 2006 σε πόνημά του συνάδελφος δικηγόρος[1]: «Ο θεός των Ρωμαίων Κυρίνος, για ν’ αποτρέψει τον φίλο του Οράτιο να γράφει ποιήματα του είχε πει: “Αν κουβαλάς ξύλα για να φέρεις στο δάσος, είσαι το ίδιο κουτός όσο κι αν θέλεις να πυκνώσεις τις φάλαγγες των ποιητών. Παρ’ ότι η αποτρεπτική παραίνεση του Κυρίνου αστόχησε, διότι τελικά ο Οράτιος ανεδείχθη σε κορυφαίο Ρωμαίο ποιητή, εν τούτοις τα λόγια του ενέχουν παραίνεση διαχρονικής σημασίας για όλους εκείνους που κατά καιρούς φιλοδοξούν να εκδώσουν βιβλίο».

Ο τίτλος του παρόντος παραπέμπει σ’ ένα οδοιπορικό, μια κατά τεκμήριο οδυνηρή ή ονειρεμένη περιπλάνηση στον χώρο της Δικαιοσύνης. Και, παρότι περιλαμβάνει προσωπικά βιώματα, εντούτοις δεν αποτελεί και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτοβιογραφία. Γιατί μια αυτοβιογραφία κατ’ ουσίαν δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από μια επώδυνη ενδοσκόπηση, ένα αντεστραμμένο κάτοπτρο και τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσεις με ειλικρίνεια και εντιμότητα το δημιουργικό κομμάτι της ζωής σου, μια λογοδοσία με ακριβό τίμημα, ένα ανελέητο μαρτύριο δικαίωσης και αμφισβήτησης, μια απολογία ενώπιον του φοβερού βήματος και εντέλει μια ανομολόγητη διαδικασία φθοράς. Ο Κων/νος Τσάτσος, στο βιβλίο του Λογοδοσία μιας ζωής, γράφει: «Πότε μπορεί να έχει σημασία μια αυτοβιογραφία; […] Ποιος ενδιαφέρεται για ασήμαντα γεγονότα που συνέβησαν σε ασήμαντους ανθρώπους; Ελπίζω πως, και αν δεν μάθουν πώς προκόβει κανείς στη ζωή, θα μάθουν πώς γράφεται μια ζωή ενός που δεν πρόκοψε».

Όταν ένας απ’ τους ελάχιστους σεμνούς και μετρημένους της πνευματικής μας κληρονομιάς θεωρεί ασήμαντη μια αυτοβιογραφία που ιστορεί, εμπνέει, φωτίζει και διδάσκει, ποιος άραγε για χαμηλές πτήσεις και συνήθεις διαδρομές, μπορεί να αποτολμήσει τη συγγραφή της;

Μόνη φιλοδοξία μου παραμένει «απ’ το χρέος μη κινούμενος» να καταθέσω την ελάχιστη συνεισφορά μου στη μεγάλη υπόθεση της Δικαιοσύνης. Δεν υποστηρίζω και δεν υπαινίσσομαι ότι εισκομίζω τη μόνη αλήθεια, έχω δε συμφιλιωθεί απολύτως με τα βέβηλα βέλη των Φιλισταίων που τυχόν θα συναντήσω. Ούτε ελκύομαι από συγγραφικές ανησυχίες. Άλλωστε, στον ζωντανό προφορικό λόγο και μόνο θήτευσα, στην ανεπανάληπτη μυσταγωγία του δικανικού βήματος.

Στον Φάουστ, ο ήρωας του Γκαίτε, βαθιά στοχαζόμενος, αναρωτιέται: «Αχ! σπούδασα φιλοσοφία / και νομική και γιατρική, / και αλί μου και θεολογία / με κόπο και μ’ επιμονή·/ και να με δω με τόσα φώτα, / εγώ μωρός, όσο και πρώτα!». Το μήνυμα όμως του Φάουστ έρχεται από μακριά και είναι εξόχως λυτρωτικό: «Μην έχεις τα βιβλία γι’ άγια βρύση, / όπου για πάντα ξεδιψά κανείς; / Ποτέ σου τη δροσιά δε θα την βρεις / Αν μέσα απ’ την ψυχή δε σου αναβρύσει». Όλοι οι τίτλοι, οι διακρίσεις και οι περγαμηνές, ακόμα και η πλήρης πανεπιστημοσύνη, δεν είναι ικανά να κάνουν μια συνείδηση ν’ αναπαυθεί και ν’ ανθήσει.

Και η πανάρχαια φωνή μας;… Η ποινική δραματουργία;… Ο υπερασπιστικός λόγος;… Τι απέγινε ο γλυκύτατος αντίλαλος των παθιασμένων αγορεύσεών μας που δονούσαν τις αίθουσες και συγκλόνιζαν καρδιές και ψυχές; Ανέστιο μνημείο, μακρινός αντικατοπτρισμός, ηχώ που διαχέεται αδικαίωτη σε παράλληλα σύμπαντα; Και οι υψιπετείς πτήσεις μας; Ίκαροι με κέρινα φτερά; Τι απέμεινε από το έργο μας; Τα πήρε όλα ο άνεμος;…

Η καταθλιπτική αυλαία της ηχηρής αποκαθήλωσης ασυναίσθητα σε παρασύρει ν’ αναλογισθείς και να εμβαθύνεις στα βασανιστικά ερωτήματα του Ιωάννη Χρυσοστόμου: «Πού νυν η λαμπρά της Υπατίας περιβολή; πού δε αι φαιδραί λαμπάδες; πού δε οι κρότοι και οι χοροί και αι θαλίαι και αι πανηγύρεις; πού οι στέφανοι και τα παραπετάσματα; πού ο της πόλεως θόρυβος; και αι εν ιπποδρομίαις ευφημίαι και των θεατών αι κολακείαι;… Πάντα εκείνα οίχεται· και άνεμος πνεύσας τα μεν φύλλα κατέβαλε, γυμνόν δε ημίν το δένδρο έδειξε, και από τις ρίζης αυτής σαλευόμενον το λοιπόν. Πού νυν οι πεπλασμένοι φίλοι; πού τα συμπόσια και τα δείπνα; πού ο των παρασίτων εσμός; Νυξ ην πάντα εκείνα και όναρ, και ημέρας γενομένης ηφανίσθη· άνθη ην εαρινά, και παρελθόντος του έαρος άπαντα κατεμαράνθη· σκιά ην, και παρέδραμε· καπνός ην και διελύθη· πομφόλυγες ήσαν και διερράγησαν, αράχνη ην και διεσπάσθη […]»[2].

Αποχαιρετώντας την Αλεξάνδρεια, να ’ταν τάχα αυτή η ανομολόγητη παραδοχή ότι δεν απέμεινε ούτε ένα αχνό αποτύπωμα που εφλόγισε την εν θέματι προσπάθεια, ώστε να μην παραδοθούν στη λήθη μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές του ανυπέρβλητου δικανικού λόγου;

Ο Ηρόδοτος, στην εισαγωγή της Ιστορίας του, αναφερόμενος στους λόγους για τους οποίους προέβη στη συγγραφή της, σημειώνει: «[…] για να μην ξεχασθούν με τον καιρό τα έργα των ανθρώπων και να μη λησμονηθούν τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματά τους»[3]. Η ούτως διατυπωθείσα αιτιολογία αναντίρρητα λειτούργησε καταλυτικά σ’ εμένα, δίκην κατηγορικής προσταγής, για να μη μείνει ανύμνητος ένας θησαυρός αδαπάνητης δικαστικής αρετής και μεγαλείου της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, για να διαχυθεί ο οδυνηρός απόηχος των αμέτρητων απογοητεύσεων. Να επισημανθούν παθογένειες, να μην επικαλυφθούν αδιέξοδα, να μη σιγήσουν ανειρήνευτα στήθη και εντέλει, στο μέτρο του δυνατού, να θέσουμε τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων, στα δεινά της πολύπαθης ιέρειάς μας.

Κυρίως, όμως, υπαγορεύεται από ακατανίκητη εσωτερική παρόρμηση. Να εισκομίσω ταπεινά «αντίδωρο». Να καταθέσω θυμίαμα στην αγαθή μνήμη τους, την πάναγνη ευγνωμοσύνη μου σε όσους με τη σοφία τους, την ακτινοβολία τους, τις νουθεσίες και το παράδειγμά τους, νοηματοδότησαν την ύπαρξή μου, φώτισαν την επαγγελματική διαδρομή μου και στερέωσαν την πεποίθησή μου ότι δεν εβάδιζα μόνος.

Παράλληλα, να εκπληρώσω οφειλόμενο χρέος. Χρόνια τώρα με βαραίνει μια υπόσχεση, η δε συγγραφή του παρόντος αυτήν ακριβώς την ανάγκη υπηρετεί, να λειτουργήσω ως καταπιστευματοδόχος μιας βαρύτιμης παρακαταθήκης.

Αναπόδραστος ο κλήρος. Έτσι μόνον ο πολλαπλά δονούμενος ψυχικός και συναισθηματικός μου κόσμος θα ειρηνεύσει, ώστε του λοιπού οι ενοχές, οι τύψεις και οι Ερινύες να μην ταράσσουν τον ύπνο.

[1] Σωκράτη Μπέμπη, «Ανθόκηπος Αποφθεγμάτων» , επίτιμου δικηγόρου του Δ.Σ.Θ. και εκ των ιδρυτικών του μελών.
[2] Ιωάννη Χρυσοστόμου «Λόγος εις Ευτρόπιον».
[3] Ηροδότου Ιστορίαι (Βιβλ. Α΄, «Κλειώ»): «Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλέα γένηται, τά τε ἄλλα καὶ δι᾽ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι».»

In this article

Join the Conversation