Οι ιστορίες της Βάβως: Προετοιμασίες για τον χειμώνα στην Παραμυθιά, στα μέσα της δεκαετίας του 50

Γράφει για την paramythia-online.grη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά* Πουρνό- πουρνό η μάνα μου φώναζε και εξελισσόταν ο κλασικός διάλογος:-Καλημέρα κυρά ζωίτσα.-Καλημέρα Βέργω μου, πως ξημερώσαταν;-Καλά δόξα σοι ο Θεός...

Έτρωγαν με προσοχή, έκαναν το σταυρό τους λέγοντας Ευλογημένος αφέντη μου Χριστέ μου.

Έρχονταν το απόγευμα ο Σωκράτης γέμιζαν το αυτοκίνητο και το πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς. Από κει θα τα παίρναμε κομμένα έτοιμα για το τζάκι.Υπήρχαν και μέρες που πήγαιναν για ασφάκες αυτές δεν είχαν κόπο να κοπόυν ωστόσο είχαν μιά σκόνη που σε έκανε να φταρνίζεσαι.
Τα ξύλα, οι ελιές που έπρεπε να γίνουν τρία κούπια μαύρες πράσινες και ξυδάτες, με μαραθόσπορο και πορτοκάλι ή λεμόνι, τα τουρσιά και οι κλώσες για τα πουλιά που θα τα φάμε ήταν μονο λίγες από τις ετοιμασίες για το Χειμώνα. Η μάνα μου έβαζε και θρούμπες αν και στο χωριό μας είχε μια ράτσα ελιές που όταν ωρίμαζαν ήταν γλυκές τρώγουνταν σαν τις θρούμπες με ρίγανη.

Ο Χειμώνας δεν ήταν πολύ βαρύς όμως βασικό πρωινό ήταν ο τραχανάς γλυκός ξυνός με γιαούρτι ή με ξυνόγαλο χυλοπίτες και σπιτικό κριθαράκι. Ο πελτές απαραίτητος. Όσες ντομάτες ήταν παραγινωμένες τις κόβαμε τις πλέναμε και τις τρίβαμε στο ντριμόνι. Τις σκεπάζαμε με ένα πανί και το καπάκι σε ένα καζάνι καλα’ι’σμένο. Το πρωί από πάνω είχε ένα άσπρο ζουμί, αυτό το έριχναν στα σκυλιά και έβαζαν το καζάνι στη φωτιά. Όταν άρχισε να βράζει με μια ξύλινη κουτάλα το γύριζαν ανακατεύοντας τη ντομάτα. Μερικές φορές τους έριχναν κρεμμύδι ένα κλαδί ρίγανη και άλάτι. Κάποτε έπηζε πολύ. Τότε το άφηναν να κρυώσει με ένα πανί σκεπασμένο και χωρίς το καπάκι.

Οι δικές μου λόγω της σχολής μοδίστρας που ειχε η Παραμυθιά, είχαν ένα κουρέλι σαν κορδέλα που έδεναν το πανί.

Όσο ήταν ζεστό δεν ήθελε φύλαγμα. Όταν όμως κρύωνε ήθελε προσοχή. Το προσέχαμε εμείς και μας έδιναν φρέσκο πελτέ με λάδι και ρίγανη πάνω σε πλαστάρι. Όταν κρύωνε το έβαζαν στο κούπι έβαζαν και δυο δάχτυλα λάδι από πάνω να μην χαλάσει. Ένα πανι πάνω από το κούπι δεμένο με λάστιχο και μια πλάκα από το νταμάρι μαύρη και ίσια.

Ενώ έκαναν τον πελτέ ετοίμαζαν ένα λαχανόψωμο ή πίτα με λάχανα.

Το βράδυ οι μεγάλοι δεν έτρωγαν φα’ι’ αλλά ένα σκορδάρι με σκόρδο αγγούρι, δυόσμο, λάδι και ξύδι. Εριχναν μέσα ψωμάκια τηγανητά που τα κρύωναν και το έτρωγαν σαν σούπα. Τώρα γιατί το έτρωγαν όλο το καλοκαίρι δεν το κατάλαβα, αλλα έχω την υποψία πως επειδή τα καλοκαίρια κοιμόμαστε έξω, ίσως νόμιζαν πως προστατευόμαστε από τα φίδια.

Έτσι λοιπόν, με αυτά και άλλα ετοιμαζόμασταν για το χειμώνα. Εμείς στο σπίτι μας δεν αποθηκεύαμε τυρί γιατί οι πατέρας της μάνας μου που ήταν ζωέμπορος είχε και τυροκομιά. Τουρσιά βάζαμε το Φθινόπωρο που δεν ωρίμαζαν οι ντομάτες και που οι πιπεριές γεννάν πολύ.

Ισως να κουράζεστε από αυτά που γράφω και να λέτε: Kυρά μου μας έσκασες με την Παραμυθιά σου…
Και γω θα σας πω, πως δεν μπορώ να την ξεχάσω, είναι η ιδιαιτέρα μου πατρίδα… γριά είμαι ότι θέλω γράφω…

 

* H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια,
βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Οι ιστορίες της βάβως, ειναι πραγματικές ιστορίες της Παραμυθιάς.

In this article

Join the Conversation