Οι ιστορίες της Βάβως | Η φυγή των Αλβανοτσάμηδων και τα «τούρκικα σπίτια» της Παραμυθιάς.

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*   Μετά τον πόλεμο και την οριστική φυγή των Αλβανοτσάμηδων η Παραμυθιά ανάσανε. Από τα χωριά που ήταν καμένα ήρθαν...

Share

Μετά τον πόλεμο και την οριστική φυγή των Αλβανοτσάμηδων η Παραμυθιά ανάσανε.

Από τα χωριά που ήταν καμένα ήρθαν κάτοικοι στη Παραμυθιά για ασφάλεια μιας και δεν μπορούσαν να ζήσουν στα χωριά τους. Βλέπετε ο εμφύλιος τα έκενε δυο κομμάτια… Οι από δω και οι απο κει. Ερχόταν… μα που θα έμεναν αφού δεν είχαν καταντιό δικό τους ούτε ένα σακούλι καλαμπόκι;

Αυτό το διόρθωσε η ΟΥΝΡΑ (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), και κάποια επιδόματα. Το που θα έμεναν δεν ένοιαζε κανέναν , εκεί ήταν τα άδεια σπίτια των αγάδων. Υπήρχαν λοιπόν τα σπίτια των αγάδων μα όταν έμπαινες μέσα σε έπιανε δέος. Σε έπιανε ένας θαυμασμός και απορία πως και ποιοι ήταν αυτοί που μπορούσαν να έχουν τόσα σπίτια μεγάλα να ζούσε μέσα ένα ολόκληρο χωριό.

Στα σπίτια αυτά οι τσάμηδες δεν άφησαν ούτε τα καρφιά, πήραν τα πάντα, έφυγαν με φορτωμένα στα ζώα τους όλα τα κινητά τους υπάρχοντα. Πολλοί χώροι ήταν σκαμμένοι ίσως είχαν πράγματα που πήραν μαζί τους.

Οι Παραμυθιώτες και οι υπόλοιποι χωριάτες μπήκαν μέσα μα πολύ λίγα πράγματα βρήκαν. Πολλές φορές κοίταγα σε ένα σπίτι που ο κόσμος τα έλεγε τούρκικο την κατασκευή τους. Ήτα ψηλά τρίπατα σπίτια, με πολλές κρεβατοκάμαρες και σάλες, μεγάλες ως διακόσια τετραγωνικά μέτρα..

Η εξώπορτα του σπιτιού είχε ύψος πάνω από τρία μέτρα και πλάτος από δύο και πάνω μέτρα. Έμπαιναν οι αφεντάδες [αγάδες] καβάλα στα άλογα τους στις αυλές τους που ήταν πλακόστρωτες ή καλντερίμια. Το κάτω μέρος των σπιτιών ήταν γκουμπές ήταν σαν υπόγεια , χωρίς παράθυρα, με πόρτα ξύλινη από δρυ διπλή με μπάρες σιδερένιες από μέσα και κλειδωνιές γύφτικες απ΄έξω. Στο ταβάνι του υπόγειου που ήταν σαν γέφυρα υπήρχε γκλαβανή μια πλάκα που έμπαιναν και έβγαιναν οι υπηρέτες οι έμπιστοι, αυτή την πλάκα που δεν μπορούσες να τη δεις από πάνω μόνο τα αφεντικά τους την γνώριζαν. Εκεί φυλάσσονταν τρόφιμα τυροκομικά, λάδια, παστά κρέατα κλπ

Πολλές φορές ήταν φυλακή για τους ραγιάδες που δεν τους έκαναν τα χατίρια. Είχαν βρει τρόπους πολλούς οι τσάμηδες να εκβιάζουν τους ραγιάδες και να τους κλέβουν ακόμα και το λίγο καλαμπόκι το ψωμί της φαμίλιας τους.

Αυτά τα σπίτια είχαν πολλές πόρτες εισόδου- εξόδου, με τα χεράκια τα μπρούτζινα.. Είχαν και πολλές κρυφές πόρτες εξόδου μικρές πίσω από ένα τυφλό τοίχο.

Σε μερικά όταν έμπαινες άκουγες τον ήχο ενός κουδουνιού που ήταν κρεμασμένο πίσω από τη βαριά δρύινη πόρτα. Μόλις έμπαινες υπήρχε μια μεγάλη σκάλα με πλάκες στρωμένη άσπρες ή κόκκινες και μια μικρή σάλα. Ανέβαινες τη σκάλα και πάλι βρισκόσουνα σε μια άλλη σκάλα που σε ανέβαζε πάνω στους οντάδες, και ήταν πλακόστρωτη . Ανέβαινες και κει υπήρχαν πολλές κρεβατοκάμαρες μια μεγάλη σάλα με ξύλο στρωμένη και με πολλά μικρά παραθύρια και θέσεις που παλιά είχαν πολλούς αργαλειούς. Οι κρεβατοκάμαρες ήταν ψηλές σχεδόν χωρίς φως και όπως λέγανε ήταν εκεί κρεβάτια με βελούδινους ουρανούς και μεταξωτές κουρτίνες για να μην τους τσιμπάνε έντομα κουνούπια. Τα ταβάνια ξύλινα με πολλούς ρόδακες, και χρώματα. Σε πολλά σημεία τα βράδια έκαιγαν λάμπες πετρελαίου με λαμπόγιαλα και πολλά λαδοκάντηλα σε κάθε σημείο της σκάλας της σάλας και των δωματίων.
Τα περισσότερα δωμάτια των γυναικών ήταν κλειστά με τα παράθυρα κλειστά με καφάσια ξύλινα.

Αυτά όταν εγώ τα είδα ήταν πολυκατεστραμένα, είχαν μόνο την αρχοντιά που βλέπεις σε μια αρχόντισσα όταν γεράσει μα έχει πάνω της κάτι που μαρτυράει την αρχοντιά της. Ο λαός μας λέει τα δαχτυλίδια έπεσαν μα τα δάχτυλα μένουν. Είχαν εκεί και κουρτίνες υφαντές ή από βελούδο κεντημένες με χρυσοκλωστή.

Στο μεσαίο όροφο είχαν πολλές κρεβατοκάμαρες για τους γέρους και τις γριές της οκογένειας. Κάθε δωμάτιο είχε τζάκι κρεβάτια με ουρανούς και κουρτίνες είχαν και σάλες με τεράστιες συρόμενες πόρτες που άνοιγαν περίεργα και έβλεπες δυο σ΄’αλες να γίνονται μια. Σκάλες σε κάθε εξώθυρα. Το σπίτι που σας περιγράφω είχε επτά βασικές πόρτες εκτός τα παραπόρτια και δύο που πηγαίνανε στους φούρνους και στις βασικές κουζίνες.

Στον πρώτο όροφο υπήρχαν οι κουζίνες με εστίες φαγητού φούρνους, και τζάκια αναμμένα πάντοτε για να κάνουν οι δούλες καφέδες, τσάγια και μεζέδες για τους αγάδες. Υπήρχαν και παράξενοι χώροι που είχαν τα μπάνια και τους χαλέδες, και ακόμη χώρος για τα ξύλα. Σε κάθε όροφο υπήρχαν χαλέδες και αποχέτευση.

Οι αυλές ήταν κλειστές τις άνοιγαν μόνο τα αφεντικά οι αγάδες. Σε τούτες τις αυλές δεν μπορούσαν να βγαίνουν οι γυναίκες παρα μόνο οι γριές. Στις αυλές υπήρχε βρύση η πηγάδι κλειστό μόνο για τους αγάδες και τους δούλους τους.

Στα παράθυρα είχαν κουρτίνες από βαμβακερό κεντημένες κοφτοκέντια, και από πάνω βελούδινες σε χρώμα συνήθως κόκκινο μπορντό, ή πράσινο. Οι κυράδες πολλές φορές καλούσαν με δούλες μια κυρά να τα πουν, βλέπεις οι Ελληνίδες ήταν στον κόσμο αν και περιορισμένες από τα ήθη και έθιμα της εποχής.

Οι δρόμοι ήταν κατηφορικοί όμως τα γκαλντερίμια σε συγκρατούν όπως και το νερό της βροχής. Αυτό που είναι εντυπωσιακό ήταν τα δένδρα που είχαν οι αυλές, πορτοκαλιές, λεμονιές, φοίνικες, συκιές, και λίγα λουλούδια.

Όταν οι αγάδες είχαν δουλειές όπως ξέφλο ή ελιές έφερναν γυναίκες από τη Ντουσκάρα και τη Ρίζα να κάνουν αυτές τις δουλειές.
Ξέφλαγαν τα καλαμπόκια ή χάραζαν τις ελιές ατελείωτες ώρες μέχρι τα μεσάνυχτα. Μεροκάματο. Το ότι χόρταιναν ψωμί της μέρες της εργασίας τους και λίγα άσπρα για να πάρουν πετρόλαδο και λάδι.

Κοιμούνταν όλες μαζί σε ένα χράμι κάτω στο πάτωμα χειρότερα από τις δούλες. Οι γυναίκες, οι κυράδες του Αγά ντύνονταν στα χρυσοκέντητα και στα βελούδα και τα μετάξια που τα έραβαν και τα κένταγαν μοναχές τους.  Οι Έλληνες ζούσαν στα σπίτια τους, που ήταν μικρά, εκτός από δυο τρία αρχοντικά ένα από αυτά είναι και ήταν το αρχοντικό του Ρίγγα.

Αυτό το αρχοντικό μετά τον πόλεμο το είχαν κάνει νηπιοτροφείο.

Είναι η περιγραφή των αρχοντικών των αγάδων που ήταν ο κόπος και το αίμα των ραγιάδων. Δεν ήταν δύσκολο να σε κατηγορήσει ο αγάς και ο κατής να σε δικάσει γιατί ήταν και κείνος αγάς. Ήταν οι αγάδες που έκλεβαν τον ιδρώτα και το αίμα των Ελλήνων.

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

In this article

Join the Conversation