Οι ιστορίες της Βάβως | Τα νιάτα είχαν το δικό τους χρώμα..

Της Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά* για την paramythia-online.gr

Παραμυθιά 1953. Οι καιροί ήταν δύσκολοι, η ανασύνταξη του κράτους των υπηρεσιών, ήταν σε εγρήγορση. Η ανασφάλεια μεγάλη. Σε κάθε γωνιά της Παραμυθιάς μας, έβλεπες κόσμους διαφορετικούς πολύ διαφορετικούς. Χωρικούς με τα όποια πράγματα για πούλημα στα σακούλια. Άλλους που έψαχναν νόμους και προφήτες να βρουν άκρη για την όποια επιδότηση δικαιούνταν. Ήταν τότε η ΟΥΝΡΑ (United Nations Relief and Rehabilitation Administration). Άντρες που έτρεχαν για τη δουλειά, για ένα κομμάτι ψωμί.

Χασομέρηδες έτσι έλεγαν για τους καφενόβιους) χωρίς δουλειά στα καφενεία να λύνουν το μεσανατολικό, όμως το μεσανατολικό ακόμα καίει και τσουρουφλίζει. Οι γυναίκες με πέντε δέκα παιδιά η κάθε μια κοίταγε να τα βγάλει πέρα. Τα κορίτσια στα βήματα των μανάδων. Αυτές έπρεπε να είναι νοικοκυρές προκομμένες, χαρούμενες, γελαστές και πάνω από όλα κομψές και χαριτωμένες. Στους δρόμους της πόλης είχε τα παιδιά του οικοτροφείου και σίγουρα τα κορίτσια της πόλης ήταν πιο χαριτωμένα και πιο κομψά από τα κορίτσια των χωριών τους.

Πως όμως τα κατάφερναν μέσα από μια κουραστική μέρα που ήταν καθάρισμα σπιτιού με την σκούπα τη χάρτινη, σφουγγάρισμα με τσουβάλι και κάτω σέρνοντας να πάρει κάθε γωνιά. Σίδερο με το σίδερο των κάρβουνων κλπ. Αν ερχονταν σπίτι η κουτσομπόλα κάηκες. Την άλλη μέρα στον ντελάλη, πω πω σκόνη όλα τα έπιπλα και πια έπιπλα; Αυτά ήταν σκεπασμένα. Στους τοίχους είχε μπάντες στα κρεβάτια κουβέρτες με κρεβατόγυρους τα μπάσια χράμια ριγωτά και μαξιλάρες κεντητές η του αργαλειού. Σε μια κρεμάστρα κρέμονταν σακούλια κεντημένα ή του αργαλειού βλάχικα ή ντόπια.

Στα ντουλάπια και στην πιατοθήκη κεντήματα με βυζαντινή βελονιά με σταυροβελονιά η υφασμένα και κεντημένα σε δίμητο και δαντέλες πλεγμάνες στο χέρι και ραμμένες πάνω σε κάποτο ή σε βαμβακερό. εδώ και κει μικροαντικείμενα διακοσμητικά και χρηστικά. Τα κιλίμια Χειμώνα Καλοκαίρι στο σιάδι να στολίζει το σπίτι. Έτσι στο νοικοκυριό στον αργαλειό στη μηχανή στο μαγεριό και το απόγευμα αντί να γείρουν για μια στάλα ξεκούραση ετοιμάζονταν για τη βόλτα και τη γειτονιά, κι αν είναι στην αυλή, τότε κράταγαν το κέντημα στο χέρι ή το πλέξιμο στο λαιμό.

Είχε η γειτονιά μας πολλά κορίτσια το ένα καλύτερο από το άλλο. Η Ελευθερία, η Ελένη, η Ανθούλα, η Κασιανή, η Γιολάντα, η Χίτσα και η Ξάνθη. Ήμουν και γω εκεί μα μάλλον δεν ήμουν σαν τις κοπέλες της γειτονιάς μου. Εκείνες όμως με φρόντιζαν και ήμουν πάντα στην παρέα τους. Αφού χτένιζαν τα μαλλιά τους φόραγαν εκείνα τα φορέματα τα σουρωτά ή τα κλος με τις φαρδιές λαστιχένιες ζώνες μαύρες ή καφέ.

Ήθελαν όλες να έχουν μέση τους πολύ λεπτή και είχαν. Σφίξε σφίξε τι θα έκανε η μέση. Μέτραγα και γω τη μέση μου. 58 πόντους έλεγε η μια, 54 έλεγε η άλλη και δώστου να σφίγγουμε τη μέση μας. Για να πω και κάτι που μεγάλη συνειδητοποίησα πως προσπαθούσαμε να μοιάσουμε την Μέριλιν Μονρόε ή τη Μανσφιλντ. Και κάναμε στα φορέματα μας και κείνα τα καρέ τα τετράγωνα σχεδόν και επειδή την άφησα τη μόδα στα χρόνια εκείνα δεν θυμάμαι πως το λέγανε. Κάναμε όλες μαζί βόλτα μπροστά οι μεγάλες πίσω τα μικρά και πέρα δώθε δυο τρεις φορές και στο σπίτι.

Αν ο κινηματογράφος είχε καλή ταινία, μικροί μεγάλοι στον τοίχο της παλιάς Αστυνομίας εκεί που ήταν το ειρηνοδικείο να δούμε την ταινία και τη βλέπαμε. Και θυμάμαι μια που τη λέγανε το κορίτσι με τα μαύρα και να σκούζουν οι μεγάλες και να αναστενάζουν οι μικρές και μείς τα πιο μικρά να μην καταλαβαίνουμε γιατί; Δε ρωτάγαμε όμως γιατί μας έλεγαν αναίσθητες και μεις δεν θέλαμε να είμαστε αναίσθητες.

Όταν τελείωνε η ταινία, πρώτη προβολή, πηγαίναμε στη αυλή μας για να κουτσομπολέψουν την ταινία οι μεγάλοι και να ονειρευτούν οι κοπέλες και να παίξουμε εμείς τα παιδιά. Μα όσο κι αν ήταν η μέρα κουραστική μικρές και μεγάλες θέλαμε να μείνουμε ακόμα λίγο. Άντε άντε στις τρύπες μας έλεγε η θεία μου η Χαρίσαινα αύριο δε θα σας ξυπνάω και έχουμε μπουγάδα άντε γυναικούλες μου καληνύχτα.

Το ρολόι χτύπαγε δέκα είχε σουρουπώσει για τα καλά, Καλοκαίρι ήταν, μα εμείς πριν πάμε για ύπνο ρίχναμε και ένα τραγούδι κι αν είχα κέφι έβαζα το ραδιόφωνο στη διαπασών. Την άλλη μέρα το πρωί όλες στη θέση τους στις δουλειές τους και να τραγουδούν και τραγουδούσαμε όχι μόνο δημοτικά τραγούδια μα και ελαφρά. Η ζωή για τα νιάτα είναι πολύ όμορφη. Σε ένα συρτάρι έχω τη ζώνη μου τη λαστιχένια που είναι μαύρη με μια μεγάλη αγκράφα την κοιτάω και γελάω που ήθελα να γίνω και γω σαν αυτές του κινηματογράφου. Για δες μούτρα που θα έλεγε η μάνα μου. Εκεί κρυμμένα έχω και το μικρό λογάκι μου venus χρυσό με λουράκι μαύρο μικρό σαν δαχτυλίδι. Και ένα μικρό κουτάκι με τις φωτογραφίες από τότε.

Έχω χάσει από πολλά χρόνια την επαφή μου με τις κοπέλες τις γειτονιάς μου. Καμιά δεν μένουμε εκεί λες και όλες κάναμε όνειρα για μακριά. Μα όσο μακρύ και να είναι το ταξίδι της ζωής μας, πάντα είναι μικρό κι ας μη χωράει στις σελίδες πολλών τόμων βιβλίου.

Πάντα τις έχω στα μάτια μου σαν τότε, με τη νιότη τους γιατί δεν τις είδα μεγάλες. Την Μαρίνα που ήταν η πιο όμορφη. Τη Ελευθερία που ήταν η πιο προκομμένη. Τη Γιολάντα την πιο εξωτική. Μόνο την Ιφιγένεια βλέπω μεγάλη μα σας ορκίζομαι πως δεν μεγάλωσε είναι πάντα το μικρό δυνατό κορίτσι με τα μαύρα μάτια και την δύναμη σώματος και πνεύματος.

Εκεί στο σεντούκι μου έχω και κάποια φορέματα του τότε. Και έρχονται και τα σκαλίζουν οι μικρές για τις αποκριές. Τα τσίτια μας τα πολύχρωμα τα σουρωτά, με τη ζώνη στη μέση. Οι ταφτάδες οι κλός μα τα γιλεκάκια τα κοντά με στρογγυλευμένες τις μπροστινές πλευρές. Τα μεταξωτά καλσόν ή οι μεταξωτές κάλτσες έκαναν την πόλη μας μια πραγματική πόλη και τις κοπέλες της ξεχωριστές την κάθε μια. Και τα παπούτσια τα ψηλοτάκουνα που δεν ήταν για τα γκαλτερίμια μας, μα που έδιναν αέρα στο περπάτημα και που όλη την ώρα στον Αποστολίδη για καινούρια τακούνια ή για μπάλωμα τα πήγαινα. Βλέπεις οι μεγάλες έστελναν εμένα για θελήματα. Βέβαια στη γειτονιά μας ο Φάνης έφτιαχνε των αδελφών του. Και αν τύχαινε στο σπίτι ο Θείος ο Σωκράτης έφτιαχνε και τα δικά μας.

Φτώχεια, κούραση για το ψωμί μα και χαρά γιατί τα νιάτα από μόνα τους είναι η χαρά ή ζωή και μείς εκείνοι που τα καμαρώνουν γιατί είναι τα δικά μας παιδιά.

Ακόμη ακούω τη γιαγιά μου να μου λέει όταν της έλεγα πως θα ήθελα να έχω τα δικά της υπέροχα γαλάζια μάτια τα δικά της μεταξένια μαλλιά. “Εσένα ο Θεός σου έδωσε το μεγαλύτερο χάρισμα σε έκανε την πιο έξυπνη. Και κούναγε η μάνα μου το κεφάλι που μου σήκωναν τα μυαλά. Παιδιά μου να χαίρεστε να εργάζεσθε να ζείτε. Προσέξτε όμως να μη πληγωθείτε γιατί αυτές τις πληγές θα τις κουβαλάτε μαζί σας για πάντα…”

Γράφει για την paramythia-online.gr
η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

 

*H αείμνηστη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, ήταν συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
In this article

Join the Conversation