Οι ιστορίες της Βάβως: Ένα αρχαίο παραμύθι. Η νύχτα…

Γράφει για την paramythia-online.grη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*   Το σπίτι μας δεν μας χωρούσε. Ήμασταν ζωηρά πολύ και η μάνα μας δεν μας μάλωνε παρά μόνο εμένα τι θα...

Ο παππούς ρώταγε τη γιαγιά, έφαγαν Λένη τα παιδιά;
Έφαγαν, μπα σε καλό σου Παύλο μου, μαζί δε φάγαμαν, μαζί δεν δειπνήσαμαν;
Κάνε λίγες παπαδίτσες και έλα να ξεκουραστείς κόσιευες όλη την ημέρα.

Έπαιρνε τον ψήστη η γιαγιά για τις παπαδίτσες κοκκόσιες, πρίτσες ή όπως θέλετε πέστε τες, τότε ποπ κόρν δεν είχε. Ξαπλώναμε πάνω στις μεγάλες μαξιλάρες και ο παππούς άρχιζε και η γιαγιά έφερνε τις παπαδίτσες ή κοκκόσιες. Πολλές φορές θα έκανε για όλους μας, βλέπεις είμασταν πολλοί. Κοιτάτε παιδιά μου τον ουρανό, ήταν ο παππούς μας με τη ζεστή φωνή του….
Μη μετράτε τα άστρα θα τα βγάλετε στα χέρια σας.
Να πλένετε καλά τα χέρια σας δεν φταίει το μέτρημα των άστρων.
Βλέπετε αστέρια στο σκοτεινό ουρανό, βλέπετε άλλα που τρεμοσβήνουν και άλλα είναι σταθερά, άλλα ζωηρά, και άλλα θαμπά;;;
Θα σας πω ένα αρχαίο παραμύθι, που μόνο οι Έλληνες το ήξεραν, που μόνο αυτοί το έλεγαν στα παιδιά τους.
Αυτό το παραμύθι να το λέτε και σεις στα παιδιά σας, όταν μεγαλώσετε.

Η νύχτα παιδιά μου ήταν θεά. Μια θεά σοβαρή και θλιμμένη. Έρχεται τη Νύχτα και περιδιαβαίνει τον Ουρανό πάνω σε ένα υπέροχο άρμα που το σέρνουν τέσσερα μαύρα άλογα, περήφανα και όμορφα. Φοράει μαύρα ρούχα και μαύρο πέπλο. Τη θεά της νύχτας στο ταξίδι της το καθημερινό τη συνοδεύουν τα Άστρα. Όλα αυτά τα Άστρα είναι συγγενείς της. Είναι παιδιά της Αυγής και του Αστρούνου. Θεοί ήταν και η Αυγή και ο άντρας της. Και μόλις έρθει η Νύχτα, και σκεπάσει τα πάντα, εκεί στην Ανατολή ένα θαμπό φως αρχίζει να φαίνεται.

Έρχεται η θεά Σελήνη, το φεγγαράκι μας το λαμπρό. Είναι όρθια πάνω σε μια υπέροχη άμαξα, που τη σέρνουν υπέροχα βόδια που αργά, αργά, περπατούν τους δρόμους του Ουρανού και της Νύχτας. Φοράει η θεά Σελήνη ένα υπέροχο άσπρο φόρεμα μακρύ, τόσο που δεν φαίνονται τα υπέροχα ασημένια σανδάλιά της. Είναι στολισμένη με στολίδια που μόλις φαίνονται. Στα μαύρα μαλλιά της, έχει ριγμένο ένα μαύρο πέπλο, που πανω του έχει για στολίδι μια κόκκινη ρουμπινένια καρφίτσα σαν δρεπάνι. Είναι πολύ γλυκιά η θεά Σελήνη, και φωτίζει ταπεινά ειρηνικά τη γη, σκορπίζοντας μια γλυκιά χαλάρωση και ηρεμία.

Προχωράει η θεά, όλο προχωράει, μέχρι να φτάσει στη σπηλιά της Λάτης στην Καρία μια μεγάλη σπηλιά, σαν αυτή που είναι στο Γκορύλα του Αγιαρσένη. Είναι βαθειά η σκοτεινή σπηλιά. Μπαίνει μέσα. Μέσα στη σπηλιά αυτή είναι κρυμμένος ο πόνος της θεάς Σελήνης της πονεμένης θεάς..
Εκεί κοιμάται σε αιώνιο ύπνο, ο αγαπημένος της Ενδυμίονας, είναι ναρκωμένος. Δεν τη βλέπει, δεν την ακούει, μα εκείνη όσο λυπημένη και να είναι, δεν το βάζει κάτω, τον αγαπά με αιώνια αγάπη. Θέλει να τον ξυπνήσει. Τον αγκαλιάζει, του λέει λόγια τρυφερά, του τραγουδάει πονεμένα τραγούδια, τον πονάει, πονάει η καρδιά της της θεάς.

Και κει που ακούγαμε με προσοχή, να η επέμβαση της γιαγιάς. Έτσι αγαπάν οι άνθρωποι, για πάντα, τα άλλα είναι σιούτες. Λένη πας να φέρεις και άλλες κοκκόσιες. Φεύγει η γιαγιά και συνεχίζει ο παππούς μας. Και ύστερα φεύγει η θεά Σελήνη, της το λένε τα πουλάκια και τα λουλουδάκια καθώς ξυπνούν, φύγε, πρέπει, της λένε. Και τα μεν πουλάκια το τραγουδούν, τα δε λουλουδάκια σηκώνουν ζωηρά τα κεφαλάκια τους, σκορπίζοντας άρωμα και δροσιά.

Η θεά Αυγή θα έρθει σε λίγο, είναι ο μαντατοφόρος της ημέρας, είναι αυτή που θα ανάψει το φως και θα ανοίξει τις πόρτες του ουρανού, για να περάσει ο θεός Ήλιος, ο λαμπροφορεμένος, πάνω στο λαμπρό του άρμα, που το τραβούν υπέροχα άσπρα άλογα. Λάμπει ο ουρανός, χαίρεται η γη και όλα ξυπνούν με χαρά, εκτός από κάτι τεμπέλικα παιδάκια που δεν θέλουν να πάνε στο σχολείο. Ευτυχώς εμείς έχουμε καλά παιδιά που αγαπάν το σχολείο.

Γιατί δεν καίγονται τα άλογα και γιατί δεν λειώνει η άμαξα θα τα πούμε άλλη φορά.
Καληνύχτα, καληνύχτα, μα πολλές φορές εμείς είχαμε αποκοιμηθεί και το παραμύθι συνέχιζε στο όνειρο μας. Εγώ ακόμα θυμάμαι τα παραμύθια του παππού μου, που ήταν η μυθολογία μας ή η ιστορία μας, όμως ήταν τόσο ωραία καθώς μας είχε αγκαλιά και μας χάιδευε τα κεφαλάκια μας. Βέβαια καλή ακροάτρια του παππού μας ήταν και η γιαγιά μας, που όλο τον έκοβε, για να του πει, πως τα ίδια παραμύθια, τα έλεγε και στα παιδιά τους, και θυμώτανε η γιαγιά και χαμογελούσε, και όλο έλεγε, τι καλά παιδιά κάναμαν Παύλε μου…

Όταν θυμάμαι τούτες τις στιγμές τα μάτια μου έχουν δάκρυα και η ζωή μου στέκεται πολλές φορές εκεί στην αυλή με τα χαμομήλια, που δεν υπάρχει πια, που δεν υπάρχουν ούτε τα δένδρα ούτε τα πουλιά ούτε καν τα μελισσάκια μας που το πρωί πήγαιναν στη βρύση για νερό και ύστερα γύριζαν στις κυψέλες για να χαρούν τη ζωή φορτώνοντάς τες με μέλι διαλεχτό από τους κήπους μας, και τα λούλουδια τα άγρια που Χειμώνα Καλοκαίρι δεν έλειπαν από την ευλογημένη πόλη της Παναγίας της Παραμυθιάς. Την Παραμυθιά


Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά,

είναι συγγραφέας, ποιήτρια,
βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
In this article

Join the Conversation