Δε γνώριζα της ζωής τα μονοπάτια. Οι δρόμοι που πατούσα μικρή, εκεί στην Παραμυθιά μας, ή στα χωριά της, ήταν γνώριμοι, πατημένοι από τη γενιά μου. Ήταν γνωστοί τόσο όπως γνωρίζεις το πρόσωπο των ανθρώπων που αγαπάς.
Οι βρύσες, τα δρομάκια τα στενά με το γκαλντερίμι, οι πέτρες, τα ωραία δένδρα, τα αγριολούλουδα ήταν γνωστά. Και γύρω μου άνθρωποι δικοί μου. Αν έκλεινα τα μάτια μου δεν θα ακουμπούσα τοίχο, θα περπατούσα ανάερα σαν ξωτικό, όπως τα νυχτοπούλια που ποτέ δε λαθεύουν.
Και πορευόμουν και περπατούσα και έπλεχα όνειρα, σα σκιές άγνωστες σε άγνωστες γωνιές της γης. Όταν πατούσα στο χορτάρι του κήπου μας, στο σκαμμένο χώμα, που μοσκοβόλαγε από το ίδρω της αγάπης, τότε έπλεχα, ξέπλεχα, ξανάπλεχα, δημιουργούσα και όλο δεν με χώραγε ο τόπος.
Δε μιλούσα ποτέ για τούτα και τι να πω; Μήπως ήταν κάτι συγκεκριμένο; Μήπως μπορούσα να τους δώσω σάρκα και οστά; Μήπως γνώριζα εγώ η ίδια τα παραμύθια που έπλεχα στην Παραμυθιά;
Και είχαν τα παραμύθια μου, μόνο χαρές, όμορφα όνειρα, να, σαν το παραμύθι της ευτυχίας που μου έλεγε η γιαγιά μου. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα τον εαυτό μου χιονάτη μήτε δυστυχισμένη, πάντα σκεπτόμουνα ολόδροσα παλάτια, μικρά να μην έχουν πολλές δουλειές.
Δεν ήθελα παρακόρες σαν τη γιαγιά μου τη Γεωργία, ή σαν τη μάνα μου. Σαν τη γιαγιά μου την Ελένη ήθελα να είμαι, στο μικρό μας κόσμο, τον κόσμο τον υπέροχο, της στοργής και της αγάπης.
Τίποτε δεν ήταν εκεί μπροστά μου. Τα όνειρα ήταν πολύ περίπλοκα. Μιλούσα στον πατέρα μου, με κοίταζε και μου έλεγε. Εργάσου, μη πεις κουράσθηκα, γράψε, γράψε ότι θες. Κάνε το δικό σου κόσμο. Θα έρθει η ζωή να σε προσγειώσει. Μη φοβάσαι όλοι θα είμαστε δίπλα να σου κρατάμε το χέρι.
– Φοβάμαι πατέρα, και αν αυτό που γράφω είναι χαζό; Κι αν εγώ γράφω χωρίς αξία;;; ,,,, και έβαζα τα κλάματα.
– Καλό θα είναι, πολύ καλό, τα παιδιά της αγάπης, η δημιουργία, πάντα είναι ωραία και συ αυτό το αγαπάς. Πως μπορεί να μην είναι καλό;;; Πριν ρωτήσεις εμένα ή τον παππού, ρώτα τον εαυτό σου. Αν σου πει, είναι καλό, τότε είναι..
-Ποιο μπαμπά είναι καλό; Εμένα δεν μου αρέσουν πολλές φορές.
-Καλό είναι αυτό που είπες.
-Ποιο είναι καλό, που κλαίω πατέρα, που δεν τα καταφέρνω.
-Μη σε νοιάζει, αυτά που γράφομε τα γράφομε πρώτα για μας. Ο παππούς σου φυτεύει δένδρα, αλήθεια θα προλάβει να φάει τους καρπόυς τους; Το κάνει γιατί του αρέσει. Δημιουργεί για τις γενιές του μέλλοντος.
Του άρεσε του πατέρα μου να τον λέω πατέρα, μα γω τον έλεγα μπαμπά, και κείνος μου απαντούσε.
-Μπαμπά λένε τα γυφτάκια. Εσείς να με φωνάζετε πατέρα.
Έγραφα και πολλές φορές έσχιζα τα γραπτά μου ήταν σαν να μην μπορούσα να τα ανεχθώ.
Φαίνεται πως το κατάλαβε.
-Ότι γράφεις θα το βάζεις εδώ. Μου έδειξε ένα ντουλάπι που η μάνα μας έβαζε κάπου κάπου φάρμακα όπως οξυζενέ ιώδιο, και καλμόλ. Έβαζε και ένα φάρμακο ο πατέρας που το έλεγε βορικό οξύ. Ακόμη το ντουλάπι φαρμακείο είχε σουλφαμίδες και κινίνα. Έβαλε τα φάρμακα σε μια γωνιά και άφησε το ντουλάπι στη διάθεση μου.
Έγραφα, έγραφα πολύ και πολλά. Χρόνια έγραφα στην Παραμυθιά, μα δεν ήθελα να το γνωρίζει κανείς. Ήταν οικογενειακή υπόθεση.
Όταν ήρθα στην Αθήνα απαλλαγμένη από σύνδρομα, άρχισα να δείχνω τη δουλειά μου. Ήμουν τότε σίγουρη πως μάλλον μου έλεγαν από ευγένεια πολύ καλά είναι. Μια μέρα είδα στην βραδινή ένα κείμενο μου πεζό. Και γνωρίζοντας τον Μπάμπη τον Κλάρα έναν ευγενικό άνθρωπο, πήρα το βάπτισμα του πυρός. Αυτό ήταν, έφαγα τη ντροπή με ένα σπυρί αλάτι, έτσι έγραφα σε πολλά έντυπα, μέχρι που έγινα μάνα.
Έκλεισα τότε τα ντεφτέρια μου και γέμισα την ψυχή μου, την καρδιά μου, τα χέρια μου και τα μάτια μου, με την πραγματική δημιουργία τα παιδιά μου. Μετά από χρόνια, ξανάρχισα να γράφω, τα χούγια δεν χάνονται.
Και τώρα στα γεράματα αυτά που σημείωνα στα τετραδιάκια μου, είναι οι αναμνήσεις μου από την Παραμυθιά και τα χωριά της. Είναι η ζωή μου μέχρι τα δέκα πέντε μου χρόνια.
Ευχαριστώ όλους όσους μπαίνουν στον μικρό μου ιστότοπο και μου λένε πως χαίρονται τα γραπτά μου. Βέβαια σιγά σιγά ασχολήθηκα με τα κοινωνικά θέματα μιας και για πολύ λίγο καιρό εργάσθηκα εθελοντικά σαν κοινωνική λειτουργός της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Για λίγο πολύ λίγο. Δεν άντεξα. Έτσι είδα τη γυναίκα, τους πόνους και τους καημούς της έσκυψα πάνω και βγήκαν τα βιβλία μου. Τα δυο που εκδόθηκαν και τα δέκα που είναι στο αρχείο μου.
Βέβαια και η μαγειρική της γιαγιάς μου της Ελένης μου έδωσε ένα βιβλίο μαγειρικής ανέκδοτο. Οι διάφορες αλοιφές και τα βότανα των γιαγιάδων μου και της μάνας μου μου έδωσαν ένα πολύ ωραίο βιβλιαράκι ανέκδοτο. Είναι η προίκα μου στα εγγόνια μου. Και είμαι τυχερή γιατί πολλοί συγκινήθηκαν με τα βιβλία μου τα δυο. Και η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών με τίμησε με πρώτο βραβείο διηγήματος και δεύτερο και τρίτο ποίησης όπως και αναμνηστικό δίπλωμα για το «ΧΕΙΜΑΡΡΟ Ντουσκάρας Ρίζας» Η Διεθνής Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών με τίμησε με πολλά πρώτα βραβεία διηγήματος και ποιήσεως. Τους ευχαριστώ όλους πολύ.
Δίδαγμα, δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς ενδιαφέροντα και δεξιότητες. Βοηθάτε να αναπτυχθούν οι δεξιότητες και κεντρίστε τα ενδιαφέροντα, των παιδιών σας. Μη τα απογοητεύετε. Σε κάτι έχουν κλίση, κάτι τα ενδιαφέρει πιο πολύ. Και μεις οι μεγάλοι ας μην νοιώθουμε παροπλισμένοι, μπορούμε να κάνουμε πράγματα.
*H αείμνηστη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, ήταν συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών


*H αείμνηστη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, ήταν συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Join the Conversation