Βράβευση από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών για τον Παραμυθιώτη Συγγραφέα Αλεξανδρο Νίκα και τη σύζυγο του Αποστολία Βουλτσίδου

Τον συγγραφέα Αλεξανδρο Νίκα και τη σύζυγο του Αποστολία Βουλτσίδου βράβευσε η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. στον Αλέξανδρο Νίκα απονεμήθηκε το 3o Βραβείο Διηγήματος για το "Φάρμακο για τη...

 

 

Ψευδώνυμο: Λία
Συμμετοχή στο διαγωνισμό διηγήματος 2016 της Ε. Ε. Λ.

Μελίνα και Αχιλλέας

Χειμώνας του ’79. Η Μελίνα τελείωσε την απογευματινή δουλειά της στο σχολείο, χαιρέτησε τους μαθητές της και τους συναδέλφους της και έφυγε με γρήγορα βήματα. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο, σταμάτησε το πρώτο ταξί που συνάντησε:

«Στη Νομική παρακαλώ».
«Περάστε».
Δεν είχε πολλή κίνηση και σκέφτηκε ότι δε θα αργήσει.
«Φοιτήτρια;» ρώτησε ο οδηγός σου αυτοκινήτου.
«Όχι· πάω να συναντήσω το σύζυγό μου».
«Βλέπω βέρα στο δεξί· παντρεμένη τόσο μικρή;»
«Ναι· το πώς και το γιατί δε σας αφορά»

Η συζήτηση σταμάτησε δίνοντας τη σειρά της στη σιωπή. Έφτασαν σύντομα στη Σχολή, η Μελίνα τον ευχαρίστησε και κατέβηκε γρήγορα. Τρέχοντας ανέβηκε τα σκαλοπάτια, ψάχνοντας ταυτοχρόνως να βρει τον Αχιλλέα. Πολλοί φοιτητές ήταν συγκεντρωμένοι συζητώντας δυνατά. Το Γ’ έτος είχε εξεταστική. Έγραφαν εκείνη την ημέρα ένα δύσκολο μάθημα: «Εμπράγματο Δίκαιο».

Η έκφραση των ματιών της αφηρημένη. Όσο δεν τον έβλεπε, η αγωνία της μεγάλωνε. Χρειάστηκε να περιμένει αρκετή ώρα, ακούγοντας άθελά της τις διάφορες απαντήσεις των θεμάτων, που έδιναν οι άλλοι φοιτητές.

Τελικά ο Αχιλλέας εμφανίστηκε στην είσοδο. Ήταν φανερά κουρασμένος και σκεφτικός: «Μάλλον περνάω το μάθημα» της είπε.

Η γυναίκα του τον φίλησε, πιάστηκαν χέρι-χέρι και αποχώρησαν για το σπίτι τους.

Η Μελίνα και ο Αχιλλέας παντρεύτηκαν το καλοκαίρι του ’78. Δεν είχαν κλείσει τα εικοσιένα τους χρόνια και για να γίνει ο γάμος τους υπέγραψαν οι γονείς τους.

Η οικογένειά τους, που μετά από μια τετραετία μεγάλωσε κατά ένα μέλος, γεννήθηκε ο γιος τους ο Χρήστος, πέρασε πολλές αντιξοότητες και εμπόδια, μέχρι να φτάσουν να ζουν μια ήρεμη ζωή.

Ο πατέρας αρχικά φοιτητής, έπειτα φαντάρος και η μητέρα μόνη με το Χρήστο δυο χρονών. Δεν είχαν βοήθεια από συγγενείς και το παιδί μεγάλωνε με νταντάδες, τις ώρες που η Μελίνα ήταν στο σχολείο.

Η Μελίνα είχε σπουδάσει δασκάλα. Δούλευε από τότε που πήρε το πτυχίο της και γνώριζε πολύ καλά, πόσα έχανε απ’ το γιο της, όταν έλειπε απ’ το σπίτι. Δίδασκε μικρά παιδιά· με στόχο να δώσει στους μαθητές γνώσεις, μα περισσότερο να τους παιδαγωγήσει, αφού βρίσκονται σε μια ηλικία, που η ψυχή τους είναι πιο ευκολόπλαστη.

Ο Πεσταλότσι έλεγε πως, «η αγωγή αρχίζει από την κούνια».

Η οικογένεια είναι το πρώτο κοινωνικό περιβάλλον, που μέσα σ’ αυτό αρχίζει ο άνθρωπος τη ζωή του.

Έτσι και ο Χρήστος τους. Η οικογένειά του και το σχολείο του, τον ετοίμασαν, τον συγκρότησαν, τον εφοδίασαν με τις απαραίτητες γνώσεις για να φτιάξει τη ζωή του.

Και το πέτυχε. Σπούδασε, εργάζεται, παντρεύτηκε και μαζί με τη γυναίκα του απέκτησαν πριν λίγους μήνες το δικό τους παιδί.

Κατάφερε να κάνει τη δική του πυρηνική οικογένεια.

Οι ευχές των γονιών του: «Υγεία, δουλειά και να έχουν δίπλα τους ανθρώπους που ν’ αγαπούν και να τους αγαπούν».

 

 

Ψευδώνυμο: Πελέ
Συμμετοχή στο διαγωνισμό διηγήματος 2016 της Ε. Ε. Λ.

Φάρμακο για τη Μέλπω

Η Μέλπω ήταν δεν ήταν δέκα χρονών. Σχολείο δεν είχε πάει ποτέ της. Λίγο η ανέχεια της οικογένειας, λίγο η κατάσταση που δεν υποχρέωνε τα κορίτσια να πηγαίνουν στο Σχολείο, η Μέλπω δεν είχε μπει στην αίθουσα ούτε μια μέρα.

Περισσότερο βέβαια από τα παραπάνω, συντέλεσε και το γεγονός πως αυτή η σχετικά κοντή, με κατσαρά μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και πολύ λευκή επιδερμίδα ήταν ιδιαίτερα φιλάσθενη.

Γεννήθηκε σε ένα ορεινό χωριό του Σουλίου λίγο μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας του μπάρμπα Φώτη. Η οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά από τα λίγα γιδοπρόβατα, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι σε αυτά τα κακοτράχαλα βουνά. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, τα περισσότερα προβλήματα υγείας στα γύρω ορεινά χωριά αντιμετωπίζονταν από τον Αργύρη. Εκείνος ήταν πρακτικός γιατρός, μια τέχνη που την είχε κληρονομήσει από τη μάνα του. Για να ξεχωρίζει από τους άλλους συγχωριανούς, είχε αφήσει μακριά τα σγουρά μαλλιά του τα οποία έδενε κότσο στο πίσω μέρος της κεφαλής του, ενώ άφηνε και μια μικρή ουρά να πέφτει πάνω στο σβέρκο του. Είχε μεγάλη και γαμψή μύτη, ήταν πάντα φρεσκοξυρισμένος και τα γαλανά του μάτια δεν ήταν αρκετά για να τον κάνουν συμπαθή. Μερικές φορέςπαρευρίσκονταν ακόμη και στις δύσκολες γέννες των ζώων για να δώσει τα φώτα του, άσχετα αν δεν μπορούσε να προσφέρει βοήθεια με τις γνώσεις του.

Πάμπολλες φορές είχε βγάλει νεκρό το νεογέννητο ή το ζώο πέθαινεαμέσως μετά τη γέννα. Η μεγαλύτερη του  επιτυχία ήταν μια φορά που είχε δέσει δυο ξύλα στο πόδι μιας κατσίκας που το είχε σπάσει και όταν μετά από δυο μήνες τα έβγαλε το μικρό ζώο περπάτησεκανονικά. Αφού όμως γιατρός δεν υπήρχε στα μέρη και ο πλησιέστερος ήταν στην Παραμυθιά τρεις ώρες δρόμο με το άλογο, οι υπηρεσίες του ήταν χρήσιμες. Ο Αργύρης πάντα προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του με το αζημίωτο και από το όνομα του, τού είχαν προσάψει το παρατσούκλι «Αγύρτης».

Η Μέλπω τις περισσότερες μέρες του χειμώνα ήταν με ψηλό πυρετό, με λαιμό που την έκαιγε, με βήχα ασταμάτητο και ο Αργύρης ήταν ο άνθρωπος που έμπαινε στο σπίτι περισσότερες φορές και από τον παπά. Ο παπάς περνούσε κάθε τρεις και λίγο για να δώσει την ευλογία του και να ξορκίσει το κακό μάτι που εμπόδιζε το μικρό κορίτσι να έχει την υγειά του. Για τη φιλάσθενη όμως ο Αργύρης είχε γίνει ο σωτήρας της, αφού σε αυτόν έλπιζε πως θα έβρισκε τη γιατρειά της. Τα γύρω βουνά είχαν πολλά βότανα και αρκετά απ’ αυτά χρησιμοποιούσε για να κάνει τα διάφορα φάρμακα του, «μαντζούνια» όπως τα έλεγαν οι περισσότεροι.

Θα πρέπει να ήταν τέλη Μάρτη όταν ο γείτονας τους Νάσος γύρισε από τα Γιάννινα. Είχε πάει τον Πέτρο, το δωδεκάχρονο παιδί του στο Νοσοκομείο. Όπως είχαν πει οι γιατροί αν καθυστερούσε λίγο περισσότερο,ο Πέτρος θα είχε πεθάνει από μόλυνση. Είχε οξεία σκωληκοειδίτιδα και κανένα μαντζούνι του Αγύρτη δεν μπόρεσε να του προσφέρει βοήθεια. Αντιμετωπίστηκε με εγχείρηση κι έμεινε δέκα μέρες στο Νοσοκομείο Χατζηκώστα. Βγαίνοντας από το Νοσοκομείο συνοδεύοντανκι από ένα τορβά φάρμακα για να πάρει το εγχειρισμένο παιδί τις επόμενες δυο βδομάδες.

Πράγματι μετά από δυο βδομάδες ο Πετράκης ήταν πολύ καλά στην υγεία του. Ο μπάρμπα Φώτης βλέποντας πως το παιδί του γείτονα έγινε γρήγορα καλά, τον επισκέφτηκε και ζήτησε πληροφορίες για το Νοσοκομείο και τον ρώτησε αν θα μπορούσε και το δικό του κορίτσι να βρει τη γιατρειά.

«Σίγουρα!» αποκρίθηκε με βεβαιότητα ο Νάσος και για να γίνει πιο πιστευτός συνέχισε: «Να πάρε αυτό το σορόπι και τα φάρμακα που περίσσεψαν από το παιδί μου και δώστα στη Μέλπω που ακόμη βασανίζεται. Να δεις που σε λίγες μέρες θα είναι περδίκι!»και του έδωσε όσα είχαν περισσέψει από τα φάρμακα που έπαιρνε ο Πέτρος.

Ο Φώτης ρώτησε πώς να τα δίνει στο κορίτσι κι εκείνος τον ενημέρωσε κάθε πότε τα έδινε στο δικό του παιδί. Πράγματι η Μέλπω ακολούθησε την αγωγή σύμφωνα με τις οδηγίες του Νάσου και σε λιγότερες από δέκα μέρες είχε γίνει σημαντικά καλά. Τόσο κράτησαν και τα φάρμακα που είχε πάρει από το εγχειρισμένο παιδί.

Ο ενθουσιασμός του Φώτη ήταν απερίγραπτος και όλοι στο χωριό μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τα φάρμακα. Μόνο ο Αργύρης διαφωνούσε και διατυμπάνιζε σε όλους τους μαχαλάδες πως δεν είναι όλα τα φάρμακα για όλες τις  αρρώστιες και πως δεν κάνουν όλα καλό αφού ακόμη και τα διάφορα βότανα ήταν για διαφορετικές παθήσεις, αλλά σε αυτόν δεν έδιναν σημασία αφού πίστευαν πως όσα έλεγε, τα έλεγε από προσωπικό συμφέρον.

Το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία τόσο ο Πέτρος όσο και η Μέλπω ήταν μπροστά στο τέμπλο και όλοι στο χωριό μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη χρήση των φαρμάκων. Πέρασε το καλοκαίρι και η Μέλπω με εξαίρεση το βήχα που τον αντιμετώπιζε με ζεστά ροφήματα και βότανα όπως συνήθως, δεν είχε άλλα σημαντικά προβλήματα. Σαν ήρθανόμως τα πρωτοβρόχια, επέστρεψαν και τα γνωστά προβλήματα στο κορίτσι.Άλλα φάρμακα δεν υπήρχαν, οπότε ο Αγύρτης συνέχισε τη δουλειά που ήξερε. Περνούσε σχεδόν καθημερινά από το σπίτι, αλλά η Μέλπω δεν έβρισκε γιατρειά. Όλοι στο χωριό παρακινούσαν τον Φώτη να πάρει το κορίτσι και να το πάει στο Νοσοκομείο στα Γιάννενα, αλλά πέρα από το ότι ήταν πέντε ώρες δρόμος με το άλογο, δεν υπήρχαν ούτε τα χρειαζούμενα χρήματα.

Eτσι έφτασε στο σπίτι σαν από μηχανής θεός η είδηση πως η Δέσπω, μια άτεκνη ξερακιανή πενηντάχρονη συγχωριανή με άσπρα μαλλιά και πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο της, είχε γυρίσει από την Παραμυθιά. Η Δέσπω είχε χάσει το ενδιαφέρον για ζωή, είχε εγκαταλείψει τον εαυτό της και είχε αδυνατίσει τόσο πολύ που όλοι πίστευαν πως είχε ανίατη αρρώστια. Είχε επισκεφτεί το γιατρό και ο Σταμούλης, ο καλύτερος γιατρός της περιοχής, αμέσως κατάλαβε το πρόβλημα και της έδωσε θεραπευτική αγωγή με αρκετά φάρμακα. Ο Φώτης παρακάλεσε τον άντρα της Δέσπως να του δώσει λίγα από τα χάπια κι εκείνος που από την αρχή είχε δει πως ήταν πολλά τα χάπια που είχε φορτωθεί η γυναίκα του, του έδωσε με ευχαρίστηση μερικά.

Μετά από λίγες μέρες η Μέλπω όχι μόνο συνέχισε τα ίδια προβλήματα με πυρετό, βήχα και πονόλαιμο, αλλά είχε αποκτήσει και πολύ μεγάλη διέγερση. Το μικρό κορίτσι είχε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, φώναζε, έσπαζε ότι έβρισκε μπροστά της και ζητούσε επιμόνως να την πάνε σε γιατρό για το βήχα και τον πυρετό. Όλοι στο χωριό έλεγαν πως μπήκε ο διάβολος μέσα της, αφού η Μέλπω δεν υπολόγιζε την ώρα που έσκουζε κι έτσι ακόμη και μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα ή τις πρώτες πρωινές ώρες οι περισσότεροι στο χωριό ξυπνούσαν από τις φωνές της.

Ο πατέρας της μη αντέχοντας αυτήν την κατάσταση, την ανέβασε στο άλογο και ξεκίνησε να την πάει στο Σταμούλη, στην Παραμυθιά. Μόλις μπήκαν στην πόλη, ο σαραντάρης γκριζομάλλης με μαύρα μάτια ηλιοκαμένος και με σκληρά σαν τσαρούχια τα χέρια του από τη βιοπάλη, έτσι που εδώ και μια πενταετία όλοι τον φώναζαν «μπάρμπα Φώτη»,βλέποντας πάρα πολύ κόσμο στους δρόμους διαπίστωσε πως έπεσε στο Λάμποβο, τη μεγάλη εμποροπανήγυρη της Ηπείρου, της έδεσε τα χέρια πίσω για να μην κάνει ζημιές στους πάγκους απ’ όπου περνούσαν και έβαλε πάνω της μια κάπα για να μην τη βλέπει δεμένη ο κόσμος. Την έπιασε από τη μέση και όπως ήταν αγκαζέ βρήκε σύντομα το ιατρείο που ήταν στην κεντρική πλατεία της πόλης, κοντά στο πηγάδι με τον κουβά δεμένο σε τριχιά. Αφού ξεδίψασε ο ίδιος, έδωσε και στην Μέλπω να πιει και μπήκαν στο ιατρείο. Μόλις ο πενηντάρης καστανομάτης με λίγα μαλλιά, ευγενικά χαρακτηριστικά και πλατύ χαμόγελο γιατρός εξέτασε το κορίτσι, αμέσως της χορήγησε παυσίπονο και αντιπυρετικό. Μετά ρώτησε και πληροφορήθηκε πως και από πότε το κορίτσι έχει αυτήν τη συμπεριφορά.

«Από την ημέρα που πήρε τα χάπια από τη Δέσπω» αποκρίθηκε με ειλικρίνεια ο μπάρμπα Φώτης και σε πολύ λίγο εξιστόρησε την κατάσταση. Ο Σταμούλης, άνοιξε το βιβλίο του, διάβασε προσεκτικά τι είχε γράψει για την περίπτωση της Δέσπως και είπε στον αμόρφωτο πατέρα:

«Η Δέσπω είχε κατάθλιψη και της έδωσα χάπια για να την βοηθήσω και να τη φέρω σε κάποια ισορροπία. Το κορίτσι σου μπάρμπα Φώτη ήταν μια χαρά σε αυτόν τον τομέα, αλλά με τα αντικαταθλιπτικά χάπια που της έδωσες πέρασε σε φάση μανίας»!

Πρώτη φορά ο μπάρμπα Φώτης άκουγε τέτοιους όρους και ο γιατρός δυσκολεύτηκε να του εξηγήσει πως δεν είχε μπει κανένας δαίμονας στη ψυχή του κοριτσιού. Χορήγησε θεραπεία τόσο για τα χρόνια βρογχικά που είχε η μικρή, όσο και για τη μανία στην οποία είχε περιέλθει από τα χάπια της Δέσπως. Σύστησε να τα παίρνει σε συγκεκριμένη δοσολογία καθημερινά για ένα μήνα. Μετά το μήνα ο γιατρός ζήτησε να ξαναδεί το κορίτσι.

Όταν ο Σταμούλης ξαναείδε τη Μέλπω χάρηκε από την εικόνα που αντίκρισε, την ακροάστηκε και γυρνώντας προς τον μπάρμπα Φώτη ανακοίνωσε τη διάγνωση: «Στα βρογχικά έχουμε σημαντική βελτίωση, ενώ η μανία έφυγε!» και συνέχισε δίνοντας συμβουλή, πως είναι καιρός πλέον να πάει το κορίτσι και στο Σχολείο.

Η Μέλπω έλαμπε από τη χαρά και η βόλτα μετά μέσα στην πόλη της Παραμυθιάς ήταν το καλύτερο της ταξίδι. Ο αμόρφωτος μπάρμπα Φώτης πήρε καλά το μάθημα του από το γιατρό και δεν έδωσε ποτέ φάρμακο της Μέλπως σε κάποιον ασθενή πάνω στο χωριό, αλλά ούτε ξαναπήρε από άλλον συγχωριανό για να το δώσει στο κορίτσι του. Κάθε που χρειάστηκεφαρμακευτική βοήθεια,τον Αγύρτη τον είχε στείλει στον αγύριστο, ενώ ο Σταμούλης ήταν πάντα παρών για να δίνει το κατάλληλο φάρμακο για την κάθε ασθένεια.

 

 

Ψευδώνυμο: Αλωνάρης
Συμμετοχή στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης 2016 της Ε.Ε.Λ.

Χιονισμένη Κυριακή

Κυριακή.Ξημέρωνε. Η νύχτα έφευγε. Εκείνη είχε φύγει πριν έρθει η νύχτα.

Μόνος στο παράθυρο και κοιτάζω έξω. Έκανα συντροφιά στη νύχτα. Τη μισή χιόνιζε.

Παρατηρούσα τις νιφάδες.Αρχικά χάιδευαν τα πάντα. Λίγο αργότερα σκέπασαν τη φύση.

Κλωνάρια πάγου γέμισαν το οπτικό μου πεδίο. Ένοιωθα πως έτσι ήταν κι οι αρτηρίες της καρδιάς μου.

Όμως έβλεπα. Έβλεπα αλλά δεν αισθανόμουν. Πρώτη νύχτα χωρίς Εκείνη.Μετά από χρόνια.

Πολλά χρόνια. Πως θα είναι πλέον ζωή μου; Παράπονα για τη φυγή της.Διαρκή παράπονα.

Δάκρυα.Πολλά δάκρυα όλη τη νύχτα που πάγωναν στο πρόσωπο μου.

Εκείνα με κράτησαν άυπνο. Τη ζωή της δεν τη σκέφτηκα. Μόνο τη δική μου.

Από εδώ και πέρα. Μόνος! Μόνος;

Ο ήλιος έκανε δειλά την εμφάνιση του. Σταμάτησε να χιονίζει.

Η ατμόσφαιρα καθάριζε. Οι αχτίδες του ήλιου, καρφιά στα μάτια μου.

Ασυναίσθητα τα έκλεισα.Ασυναίσθητα τα προστάτεψα.

Τα παγωμένα κλωνάρια άρχισαν να λιώνουν.Σε λίγο εξαφανίστηκαν.

Ο ήλιος ακόμη πιο δυνατός.Τα μάτια συνήθισαν το εκτυφλωτικό φως.

Τα χιόνια έλιωναν παντού. Κόσμος άρχισε να πηγαινοέρχεται.

Η ζωή ξανά σε δράση. Εγώ; Γύρισα το βλέμμα πίσω. Όλα ίδια. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

Μόνο εκείνη έλειπε.Έξω η ζωή έμπαινε στο ρυθμό της.

Ξανακοίταξα πίσω. Τα ίδια.Κοίταξα πάλι έξω. Ακόμη περισσότερη ζωή.

Που πρέπει να είμαι; Που θέλω να είμαι; Πίσω; Ή έξω;

Πήρα αμέσως την απόφαση. Τα πίσω δεν θα αλλάξουν. Η ζωήείναι έξω!

Ξεκλείδωσα την πόρτα και βγήκα στο δρόμο.

In this article

Join the Conversation