1945. Κάπου εκεί στο τέλος του Νοέμβρη ήρθε το μεγάλο κακό. Έπρεπε όλες οι οικογένειες των ανταρτών του ΕΔΕΣ να φύγουν μακριά για την Κέρκυρα. Οι άνδρες έκρυψαν σε σπηλιές τα όπλα κι έκαναν πως γύρισαν στις δουλειές τους. Δεν ήταν εύκολο να φύγουν όλοι. Μα δεν ήθελαν και να φύγουν, που θα άφηναν το λίγο βιος τους…
Οι πιο πολλοί πήγαν στα Γιάννενα, όμως εμείς δεν ξέρω το γιατί φύγαμε μαζί με άλλους για την Κέρκυρα. Φύγαμε η μάνα μου, εγώ και στην κοιλιά της μάνας μου ο αδελφός μου.
Δεν ξέρω το νοιώθουν τα άλλα παιδιά, μα εγώ τότε δεν τον ήθελα τον αδελφό μου.
-Πάρε με αγκαλιά δεν μπορώ να περπατήσω κουράσθηκα έλεγα στη μάνα μου.
“Δεν μπορώ” μου έλεγε και θύμωνα πολύ με τη μάνα μου τον πατέρα μου και το σόι μου όλο. Γιατί οι άλλες γυναίκες βρισκανε τα παιδιά τους στα λάχανα ή τους τα έφερνε ο πελαργός και η μάνα μου έπρεπε να τα γεννάει.
Στο ταξίδι είχε φουρτούνα, ήταν ένα μεγάλο καράβι που κούναγε πέρα δώθε πέρα δώθε.
Και τούτο το καράβι στο ταξίδι χάλασε. Κατέβασαν όλους μας σε ένα βαρέλι κάτω και κάτι άνθρωποι μας έβαλαν στη σειρά. Δεν θα κουνηθήτε από κει μας είπαν. Εγώ χοροπήγαγα και δεν τους άκουσα. Σε λίγο όλες οι γυναίκες γιατί μόνο γυναίκες ήταν άρχισαν να ξερνάν και γω γέλαγα που έκαναν έτσι.
Κούναγε το καράβι,έκαναν το σταυρό τους όλες οι γυναίκες, και έκλαιγαν. Σαν φτάσαμαν στην Κέρκυρα ο κύριος που ήταν αρχηγός έσκυψε και φίλαγε το χώμα και έκανε το σταυρό του. Μετά όλες μαζί, μας πήγαν σε ένα σχολείο. Μας έδωσαν από μία κουβέρτα και από μια σοκολάτα.
-Δως μου τη σοκολάτα είπα στη μάνα μου.
-Θα την φάει το μωρό, μου είπε η μάνα μου και άρχισε να τρώει τη σοκολάτα.
Αφού δεν το έβλεπα πως έτρωγε τη σοκολάτα το χαμένο; Ξαπλωμένες πάνω στη μια κουβέρτα και σκεπασμένες με την άλλη ένοιωσα τη μάνα μου να με σπρώχνει καθώς ήθελα να με πάρει αγκαλιά. Εκείνη την ώρα ακούσαμε μια φωνή.
-Υπάρχει κάποια οικογένεια δασκάλου εδώ.
-Εγώ είπε η μάνα μου και η μικρή.
Ήθελα να την κλωτσήσω που με είπε μικρή, δεν ήμουν μικρή ο πατέρας πάντα έλεγε πως είμαι μεγάλη.
-Ελάτε μαζί μας, είπε η κυρία και συστήθηκε.
-Ελευθερία Πολυγένη Μεταλληνού, από εδώ η Όλγα.
Μας πήρε και πήγαμε στο σπίτι της. Τι όμορφο που ήταν. Εκεί ήταν τα παιδιά της, ο Σπύρος και ο Γιάννης, ο άνδρας της και η Όλγα η υπηρεσία του σπιτιού. Η Όλγα φορούσε,παντα στολή και μπονέ. Όπως καταλαβαίνετε αυτά δεν υπήρχαν στην Παραμυθιά. Η γιαγιά μου η Γεωργία, είχε πολλές ψυχοκόρες, και ψυχοπαίδια, που ήταν κακοντυμένα. Εκεί στη Κέρκυρα, δεν είχαν τζάκι. Μαγείρευαν σε περίεργες κουζίνες. Είχαν μπάνιο με μπανιέρες και κανονικές τουαλέτες. Τα χριστούγεννα μας βρήκαν στο σπίτι της νονάς. Είχε αποφασίσει να βαφτίσει το παιδί που θα γένναγε η μάνα μου.Έτσι τη φωνάζαμε νονά.
Στο καθημερινό τους τραπέζι, έβαζαν σε όλους πιάτο πετσέτα ποτήρι και σε μένα. Στο σπίτι μας πιάτο έβαζαν στους άνδρες και στους ξένους, οι γυναίκες τρώγανε μαζί εκτός από τη θεία μου τη Γιωργούλα που τη φωνάζαμε Γιωργίτσα που ήταν πολύ σιχασιάρα. Στο σπίτι της νονάς, υπήρχε πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα, σε ειδικό δωμάτιο. Τα Χριστούγεννα που ήρθαν μας βρήκαν χωρίς τον πατέρα μας. Η μάνα μου ένοιωθε άσχημα μα τι να κάναμε;
Ένας συγγενής τους γιατρός μας ανέλαβε μάνα και κόρη. Εγώ όλο στο γιατρό ήμουνα, που μου μάθαιμε πιάνο και έλεγε τι έξυπνη που είναι η κουτσούνα μου. Στα γεράματα έμαθα πως κουτσούνα είναι η περιστερούλα και η παπαρούνα.
Τα χριστούγεννα, ήταν και στην Κέρκυρα μαζεμένα, λόγο του πολέμου. Υπήρχε καλό φαγητό μα οι μέρες ήταν σχεδόν ίδιες. Πηγαίναμε στην εκκλησία που ήταν μεγάλη, σαν τη μεγάλη εκκλησιά της Παραμυθιάς. Εκεί έμενε ο Άγιος Σπυρίδωνας και όλα τα σπίτια είχαν Σπύρο ή Σπυριδούλα. Ούτε τηγανίτες έκαναν της πλάκας, ούτε μπακλαβά, ούτε πίτες ούτε φιογκάκια. Κάτι γλυκά ψωμιά έκαναν και κάτι παράξενα γλυκά. Και τραγούδαγαν άλλα τραγούδια. Εγώ ήθελα το τραγούδι του παππού μου μα δεν το ήξεραν. Και επειδή φώναζα και δεν έσκαζα, το είπε η μάνα μου. Τι ωραίο είπαν όλοι και μετά η μάνα μου, τους έκανε μάθημα στα τραγούδια της Παραμυθιάς και της Λάκκας. Η μάνα μου παρακάλεσε να την αφήσουν να κάνει κρεατόπιτα και κολοκυθόπιτα γλυκιά.
– Να μην κουραστείς είπε η νονά.
– Δεν κουράζομαι είπε η μάνα μου.
Πήγαμε τη νύχτα στην εκκλησία και γυρίσαμε να φάμε τη σούπα και να ξεκουραστούμε.
Η σούπα ήταν από κοτόπουλο που το είχαν σκεπασμένο με κρέμα. Εγώ δεν έφαγα ήθελα το κοτόπουλο όπως το έκανε η γιαγιά μου.
Το μεσημέρι φάγαμε τις πίτες και όλοι φώναζαν κουμπάρα τι ωραίες πίτες. Θα τις ξανακάνουμε είπε η μάνα μου. Αύριο αν με αφήσετε θα σας κάνω κρέας που το κάνει ο πατέρας μου. Όλα τους άρεσαν πολύ. Και ξανάκανε τα φαγητά και πίτες και η Όλγα μάθαινε και ξεκουράζονταν.
Αυτά ήταν τα πρώτα πικρά Χριστούγεννα της ζωής μου, χωρίς τον πατέρα, τους παππούδες, θείους, θείες. Μα ο καιρός δυστυχώς μου έφερε και άλλες πικρές γιορτές και Χριστούγεννα, έτσι είναι η ζωή. Ένα παραμύθι που έχει την καλή νεράιδα, το βασιλόπουλο, τα παλάτια, μα έχει μάγισσες κακές και δράκους και ο αγώνας, να τους ξεφύγεις.
Η Κέρκυρα έγινε αγαπημένη. Εκεί γεννήθηκε και βαπτίσθηκε ο αδελφός μου. Αν τον κλώτσησα, όχι, ήταν τόσο μικρούλης και η μάνα μου, μου είπε πως μπορώ να παίζω μαζί του. Το ζούληξα και έκλαιγε. Τον κούνησα και σταμάταγε. Και όταν ήθελα αγκαλιά με έπαιρνε η μάνα μου.
Μια μέρα όμως μου είπε πως είμαι μεγάλη και οι μεγάλοι δεν θέλουν αγκαλιά. Έτσι δεν ήθελα και γω αγκαλιά.
Φωτογραφια αρχείου
*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά,
είναι συγγραφέας, ποιήτρια,
βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Join the Conversation