Οι ιστορίες της Βάβως | Πως ζήσαμε την οικονομική κρίση του 50 και την υποτίμηση της δραχμής

Γράφει για την paramythia-online.gr Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

Share

Βλέπω μπροστά μου την οικονομική κρίση στην οποία βρίσκεται η πατρίδα μου, και φοβάμαι όχι για μένα τι μπορούν να κάνουν σε μένα ή στο κάθε Έλληνα μεγάλης ηλικίας;  Με τι μπαμπούλα θα μπορέσουν να μας φοβίσουν;

Και ο νους μου όπως πάντα πάει παλιά στα ταραγμένα χρόνια που ζούσαμε στη Παραμυθιά, στα καταραμένα χρόνια μετά έναν πόλεμο με τέσσερεις εχθρούς για την πατρίδα μας. Ιταλούς, Γερμανούς, Τσάμηδες, Βουλγαρούς, μετά τον πόλεμο και μετά τον εμφύλιο τον πιο τραγικό.

Δεν ξέρω και για τούτο απευθύνομαι στους νέους, αν έχουν βρει σκαλίζοντας στα σεντούκια της γιαγιά τους μάτσα χαρτονομίσματα που έχουν ονομαστική αξία χιλιάδες, μα που με αυτά δεν μπορούσες να αγοράσεις ούτε μια οκά αλάτι. Και πριν λίγο καιρό, έπαιρναν ένα σακούλι λεφτά για να αγοράσουν σπίρτα, τρινάλ μα πάνω από όλα αλάτι. Αλάτι για το τυρί το γαλοτύρι τις ελιές, να βάλουν στα ζώα να φαν κλπ.

Στη ζωή της πόλης μας τη Παραμυθιά, στις αναμνήσεις μου από αυτά που έλεγαν οι μεγάλοι ήταν η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, εμείς δεν το είδαμε, μα και κανένας από την πόλη μας δεν το είδε. Σαν παραμύθι ακούγαμε για τα σύννεφα που έφτασαν στον ουρανό και μαύρισε ο τόπος από ένα άσπρο σύννεφο, μα πως να μαυρίσει ο τόπος από άσπρο σύννεφο;

Το μόνο που είχαν δει στη Παραμυθιά ήταν φωτογραφίες, αυθεντικές ή μη δεν γνωρίζω, στις εφημερίδες της εποχής. Σε μια γωνιά σε ένα τραπέζι ο πατέρας μου είχε τις εφημερίδες που δεν τολμούσαμε να τις πειράξουμε. Εκεί είχε και το Θησαυρό το περιοδικό για όλη την οικογένεια. Έκοβε ο πατέρας μου με προσοχή ότι τον ενδιέφερε από την εφημερίδα, και ακόμη κομμάτια που είχαν ιστορικά μυθιστορήματα ή απλά μυθιστορήματα έγραφε πάνω τους κάτι και τα έβαζε σε ένα μπαουλάκι. Κατόπιν έκοβε με προσοχή φωτογραφίες από τον κόσμο που τις έβαζε σε ένα κουτί χειροτεχνίας από χόρτο, και τα υπόλοιπα τα έκοβε σε μικρά ισομεγέθη τετράγωνα, μικρά τετράγωνα που έκαναν χρέη χαρτιού υγείας περασμένα σε ένα σπάγκο και κρεμασμένα σε ένα καρφί στο αναγκαίο.

Μα η πιο συγκλονιστική χρονιά ήταν η χρονιά του 1953. Βέβαια από το 1950 είχαν αρχίσει μαζί με την όποια ανάκαμψη, και με την Αμερικανική βοήθεια, να φαίνεται φως στο τούνελ έτσι δεν λένε τώρα; Τότε δεν ξέρω πως το έλεγαν μα άρχισαν τα χωριά μας να χτίζονται και να καλλιεργούνται τα χωράφια μας.

Η ανασφάλεια όμως και ο φόβος απέναντι σε μια δραχμή που συνέχεια την υποτιμούσαν, που συνέχεια ήταν σε κατάρρευση έκανε τους ανθρώπους να συναλλάσσονται με λίρες χρυσές Αγγλίας ή και Ιταλίας.

Η δραχμή είχε τρία μηδενικά πίσω της, έτσι το χιλιάρικο ήταν μια δραχμή. Και να που το Μάρτη του 1953 σκάει η είδηση, πέθανε ο Στάλιν από εγκεφαλικό. Μεγάλη είδηση με κεφαλαία γράμματα έγραφαν οι εφημερίδες.

Ήμουν ένδεκα χρονών και θυμάμαι, τι περίεργο να τσακώνονται οι Παραμυθιώτες ο ένας με τον άλλο για τον Στάλιν. Είχα πάει για μεταξάκια στου Κ Μητσιώνη και εκει τον άκουγα να βρίζεται με ένα χωριανό για το Στάλιν. Φονιά και διάολο και σατανά τον έλεγαν οι μεν. Ήρωα πατέρα της τεράστιας χώρας της μάνας Ρωσίας τον έλεγαν οι άλλοι.

Και γω δεν καταλάβαινα πως γίνονταν μεταξύ τους ο κακός χαμός για κάποιον που όσο σπουδαίος ή άθλιος κι αν ήταν, ήταν μακριά και σίγουρα δεν θα μπορούσε να πάει κανένας στην κηδεία του.

Και πριν περάσουν οι καυγάδες για το Στάλιν και για τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι που αυτόν τον καιρό το έφεραν στην επιφάνεια με το Στάλιν και τους Αμερικανούς. Έτσι άκουγα πως η Χιροσίμα βομβαρδίσθηκε από τους άθλιους Αμερικανούς με το Ναγκασάκι και πως χιλιάδες κόσμου σκοτώθηκαν και πως πολλές χιλιάδες πέθαναν σε λίγο καιρό.

Ήταν και κείνοι που έλεγαν πως καλά τους έκαναν… Το πως έγινε, το έμαθα μεγάλη, διαβάζοντας ιστορία.

Το πιο σπουδαίο γεγονός όμως αυτής της χρονιάς, ήταν η δραχμή μας. Τότε στην Ελλάδα Κυβερνήτης ήταν ο Παπάγος και υπερυπουργός ας πούμε τσάρος της οικονομίας, ήταν ο Μαρκεζίνης. Ήταν ο Μαρκεζίνης ένας κοντός άνθρωπος και πολύ άσχημος, άκουγα πως πολλοί τον έλεγαν μαϊμού. Το μόνο που καταλάβαινα ή και δεν καταλάβαινα ήταν για τα ρολόγια που θα έφερνε στην Ελλάδα μας για να ξυπνήσει τους Έλληνες.

Θα τον βρούμε μεταβατικό Πρωθυπουργό το 1973 όταν είχαν ετοιμάσει έτσι έλεγαν εκλογές ο Παπαδόπουλος, μα τον πρόλαβε ο Ιωαννίδης. Βρε τι έπαθα παρα λίγο να φάω το ένα (ν).

Αυτός λοιπόν ο Υπουργός των οικονομικών και των Υπουργείων Εμπορίου Βιομηχανίας και άλλων αφού έκοψε τα μηδενικά από τα χιλιάρικα και έτσι έγινε μια απλή δραχμούλα ο κύριος Μαρκεζίνης ο Υπερυπουργός του Παπάγου μια ωραία μέρα βροχερή του Νοέμβρη του 1953 κάνει τη δραχμή μας, μισή. Και όποιος είχε μια λίρα που χθες έκανε δέκα πέντε δραχμές σήμερα έκανε τριάντα δραχμές.

Όποιος είχε λίρες ήταν γεμάτος χαρά και σε όποιον χρώσταγες λίρες χαρά ο δανειστής και κλάμα ο δανειζόμενος που ενώ πήρε δανεικά δέκα πέντε δραχμές έπρεπε να δώσει τριάντα. Οι πιο πολλοί δανειζόμενοι ήταν φτωχοί που είχαν παντρέψει κόρη και που δανείστηκαν λίρες για προίκα και τι ειρωνεία ο φουκαράς έπρεπε να δώσει λίρες που όμως έπρεπε να τις μαζέψει δραχμούλα δραχμούλα να την κάνει λίρα και να την δώσει στο δανειστή. Ο δανειστής δεν ήθελε δραχμές.

Και τι μεγάλη ειρωνεία, ο Μαρκεζίνης έγραφαν οι εφημερίδες την άλλη χρονιά είχε πλεόνασμα. Η χώρα για πρώτη φορά λέγανε, είχε πλεόνασμα, ναι, δεν είχε για πρώτη φορά η χώρα έλλειμμα. Πως είχε καταφέρει ο Μαρκεζίνης να κάνουμε εξαγωγές και ενώ είχε ανοίξει τις εισαγωγές είχε βάλει δικλίδες ασφαλείας για τη χώρα να μπαίνουν πρώτες ύλες μονάχα.

Μεγάλωσα και η ισοτιμία της δραχμούλας μας για είκοσι πέντε χρόνια ήταν στα τριάντα δραχμές το δολάριο. Ο μικρόσωμος και .άσχημος άνθρωπος έκανε μια χώρα για πολλά χρόνια περήφανη. Ο λαός όμως δεν μπορεί να καταλάβει την σιωπηρή εργασία που οδηγεί στην ανάκαμψη και προτιμάει τις φανφάρες και τα τσαλίμια των ωραίων όπως ο ωραίος Μπρούμελ κατά κόσμων Ακης Τζοχατζόπουλος.

Εκεί στο εξωτερικό είναι ο γιος του Μαρκεζίνη που η Βασίλισσα της Αγγλίας του έδωσε τον τίτλο του Σερ. Και όχι γιατί είναι ωραίος ή έχει ωραία φωνή.

Είναι οικονομολόγος σπουδαίος με έργο, με πολλές, μα πάρα πολλές γνωριμίες από τις οποίες η πατρίδα θα είχε βοήθεια, όμως εμείς φέρομε το παιδί του Α΄του Β΄του Γ΄ που έχουν γράψει κάποιες μελέτες μα που από τη ζωή και την αληθινή επιστήμη έχουν μεσάνυχτα.  Πως να ζητήσουν τη βοήθεια αυτού του ανθρώπου; Θα φαίνονταν η μικρότητά τους η ελαχιστότητά τους. Και να δεις πως αυτούς τους ελάχιστους, αμέσως τους κάνουμε καθηγητάδες στα πανεπιστήμιά μας.

Και πήγαν οι δικοί μας που απλώς γνωρίζανε θεωρία, και δεν μπορούσαν για πέντε μήνες να γράψουν μια έκθεση λογιστική και πήγαιναν και έρχονταν και μείς περιμέναμε τη λύση και καμαρώναμε για τη διαπραγμάτευση που κράταγε μήνες, μέχρι που ψύλοι στα αυτιά μας μπήκανε όταν ο τρισάθλιος είπε στον Πρωθυπουργό μας, αρκετά με το παιχνίδι τώρα στείλτε τους μεγάλους να διαπραγματευτούμε. Και θύμωσα η γριά και τον καταχέριασα λεκτικά, μέχρι που μας ήρθε κατα κέφαλα, η χαντζάρα και ήρθαν Γάλλοι και Ολλανδοί και λοιποί συγγενείς να μας κάνουν το μνημόνιο και το μνημόσυνο.

Έτσι για πρώτη φορά έκλεισαν οι τράπεζες, για πρώτη φορά θα δούμε θαύματα και πράγματα. Και τρέμω στο πόσα θα δούμε ακόμα.

Με την ελπίδα πως κάτι μπορεί να σωθεί για τα νιάτα της πατρίδας μας.

Διαβάστε όλες τις ιστορίες της βάβως, από εδώ.

*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

In this article

Join the Conversation