Ο Σουλιώτης Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Τζαβέλλας

Η κυβέρνηση του και ο βίος του

Share

Η Κυβέρνηση Κυριάκου (Κίτσου) Τζαβέλλα του 1847 ήταν διάδοχη της κυβερνήσεως του κυβέρνησης του Ιωάννη Κωλέττη μετά τον θάνατο του τελευταίου, διορισμένη από τον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος προέκρινε για την θέση του πρωθυπουργού, τον υπασπιστή του και υπουργό των Στρατιωτικών, Κίτσο Τζαβέλλα.

Σύνθεση υπουργικού συμβουλίου
– Πρωθυπουργός: Κυριάκος Τζαβέλλας
– Επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου γραμματεύς της Επικράτειας: Γεώργιος Γλαράκης
– Επί των Εσωτερικών γραμματεύς της Επικράτειας: Ρήγας Παλαμήδης
– Επί των Οικονομικών γραμματεύς της Επικράτειας: Νικόλαος Κορφιωτάκης
– Επί των Στρατιωτικών γραμματεύς της Επικράτειας: Κίτσος Τζαβέλλας
– Επί της Δικαιοσύνης γραμματεύς της Επικράτειας: Κωνσταντίνος Θ. Κολοκοτρώνης
– Επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως γραμματεύς της Επικράτειας: Γεώργιος Γλαράκης
– Επί των Ναυτικών γραμματεύς της Επικράτειας: Δημήτριος Βούλγαρης

Τα σημαντικότερα ζητήματα της περιόδου για την κυβέρνηση ήταν η καταστολή των κατά τόπους αντάρτικων και ληστρικών κινημάτων, που λυμαίνονταν την ύπαιθρο, και η επιτυχής διαχείριση του «επεισοδίου Μουσούρου», διπλωματικού επεισοδίου Τουρκίας-Ελλάδας. Τα κυβερνητικά στρατεύματα κατάφεραν να εξουδετερώσουν αντάρτικα σώματα και το «Επεισόδιο Μουσούρου», έληξε με τουρκική διπλωματική νίκη.

Ο Κίτσος Τζαβέλλας γεννήθηκε στο Σούλι το 1801 και ήταν δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κέρκυρα, όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στην πατρίδα του, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών.

Μετά την ήττα και το θάνατο του Αλή Πασά το 1822, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας, ως απεσταλμένος των Σουλιωτών για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση και να λάβει οικονομική ενίσχυση για τον αγώνα από τον εκεί διαμένοντα Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Το 1822, στα μέσα Οκτωβρίου, γύρισε και πήρε μέρος, μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη, στην Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το φθινόπωρο του 1822 και στη μάχη του Κεφαλόβρυσου τον Αύγουστο του 1823. Πήρε μέρος και στη πολιορκία του Αιτωλικού το 1823.

Στις αρχές Ιουνίου του 1823 έλαβε το δίπλωμα στρατηγίας και μπόρεσε έτσι να πολεμήσει και να διακριθεί στις μάχες στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου (8 Αυγούστου 1823), στην Καλιακούδα (28 Αυγούστου 1823), οπότε μετά το θάνατο του Ζυγούρη Τζαβέλα έγινε αρχηγός του σώματος των Σουλιωτών αλλά και στο Σκαλί του Αιτωλικού (17 Νοεμβρίου 1823).

Άγαλμα του Κίτσου Τζαβέλα στο Πεδίον του Άρεως. Έργο του Τηλέμαχου Γύζη (1937). Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης στις 14 Ιουλίου 1824 όπου για την ηρωική του δράση όλοι τον αποκαλούσαν ” Ο Ήρωας της Άμπλιανης”. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1824 συμμετείχε στις εμφύλιες συρράξεις που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο, χωρίς όμως να εμπλακεί ιδιαίτερα.

Την Άνοιξη του 1825 ακολούθησαν οι μάχες εναντίον του Ιμπραήμ.

Έλαβε μέρος στη μάχη που διεξήχθη στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825), όπου οι Έλληνες με αρχηγό το ναυτικό Σκούρτη, άπειρο στους αγώνες στην ξηρά υπέστησαν συντριπτική ήττα. Εν συνεχεία μετά την επιστροφή των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων στη Στερεά Ελλάδα κατήγαγε μαζί με τον Γ. Καραΐσκάκη σημαντική νίκη κατά των Τούρκων στο Δίστομο (9 Ιουνίου 1825). Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και υποστήριξε με τα σώματα που τελούσαν υπό τον Γ. Καραισκάκη, τον αγώνα των εγκλείστων στη Γ’ Πολιορκία του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825 – 10 Απριλίου 1826) με κορυφαία πράξη του τη νυχτερινή έφοδο κατά του Τουρκικού στρατοπέδου στις 25 Ιουλίου 1825, σε συνεργασία με τους πολιορκημένους. Στις 7 Αυγούστου 1825 εισήλθε στην πόλη επικεφαλής 580 ανδρών ενισχύοντας την άμυνά της και διαπρέποντας στις εκτός των τειχών εφόδους κατά των Τουρκοαιγυπτίων.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1826 ηγήθηκε της επίθεσης των Ελλήνων εναντίον του στρατοπέδου του Κιουταχή, ενώ ταυτόχρονα οι Τουρκοαιγύπτιοι καταλάμβαναν τη στρατηγικής αξίας νησίδα του Ντολμά Αιτωλικού. Στις 25 Μαρτίου 1826 πρωταγωνίστησε στη θρυλική μάχη της Κλείσοβας, η οποία στοίχισε στους επιτιθέμενους Τουρκοαιγύπτιους 3-3.500 νεκρούς και τραυματίες.

Κατά τον Α. Γούδα “ουδεμία συνέβη σπουδαία έφοδος, ούτε αποτελεσματική έξοδος χωρίς να αγωνισθεί και να δοξασθεί και ο Κίτσος Τζαβέλας”

Κατά την έξοδο της Φρουράς του Μεσολογγίου που ακολούθησε, οδήγησε μία από τις τρεις φάλαγγες των Εξοδιτών και κατέφυγε στο Ναύπλιο.

Αργότερα, το 1827, πολέμησε στην Αττική, στον Αγώνα για την απελευθέρωση της Αθήνας με τον Γ. Καραΐσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.

Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο της Α’ Χιλιαρχίας το 1828, αναθέτοντάς του μάλιστα να εκκαθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους, ενώ το 1829 συμμετείχε στην ανακατάληψη του Αντιρρίου, της Ναυπάκτου και του Μεσολογγίου.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831), στον οποίο και επρόσκειτο, αναμίχθηκε στις συγκρούσεις που ακολούθησαν.Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, φυλακίστηκε, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας. Μετά την ενηλικίωσή του όμως ο Όθωνας, το 1835, τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός (Κυβέρνηση Κίτσου Τζαβέλλα 1847) και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.

Το 1854, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε το Απελευθερωτικό Κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, μαζί με άλλους Σουλιώτες αξιωματικούς ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο.

Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στο Μεσολόγγι

In this article

Join the Conversation