Οι ιστορίες της Βάβως | Γάμοι – Κουβέντες της ζωής στην Παραμυθιά

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμα

Share

– Στάσου μωρή, που πας έτσι σαν να σε κυνηγάν;
– Πάω δίπλα για τσάκνα δεν μου ανάβει η στιά.
– Μωρ΄ θ΄ανάψουν τα τσάκνα τα χλωρά;
– Δεν είναι χλωρά είναι τα κλαδέματα που έκοψε ο Κώτσιος στο κλάδεμα.
– Βαριομέζες ακούγονταν μια φωνή από πάνω, Αντί να πάτε παρέα για τσάκνα πουρνάρια και ασφάκες άντε και γκαρμπούσια κυνηγάτε τα κλάδέματα που δεν κάνουν ούτε για ένα φούρο.

Τέτοιες κουβέντες και άλλες, όπως αν τελείωσε το βιλάρι στον αργαλειό κι αν έβαλε άλλο.Ποιος πέρασε σιαπάν ή σιακάτ και τι πήγε να κάνει.
-Φύτρωσε ο κήπος, βγήκαν τα πουλιά;
-Ανάμεσα στις κουβέντες ήταν και κείνη τι θα φάτε σήμερα;
-Σβίγκο με νταφίνα.
-Ρώραγα τι θα πει αυτό και γιατί εμείς δεν το μαγειρεύαμε ποτέ;
-Γέλαγε η μάνα μου και μου απαντούσε έχει πολύ κόπο τσούπρα μου.
Πολλές φορές ακουγα την βαβω Μόσχω που τα παιδιά της ήταν έμποροι μάζευαν τα παλιά τοκάδες εικονίσματα που πολλές φορές τα άλλαζαν με ένα καινούριο η με λίγα λεφτά.
-Που είσαι μωρ μαυρονιά;
-Και πάλι ρώταγα γιατί λέει όλες τις γυναίκες μαυρονιά;

Έτσι μιλάν στο χωριό τους μου, απαντούσε ο πατέρας μου. Όταν έκαναν γλέντια σε διάφορα σπίτια από τη μουσική καταλάβαινες από που ήταν.

Από το Μπαμπούρι, που με πολυφωνικό τρόπο έλεγαν τα πιο πολλά τραγούδια και με τραγικό τρόπο ο πρώτος η η πρώτη έκαναν και κείνο το ωωωωχ.

Με τον ίδιο τρόπο τραγουδούσαν και οι Σελλιανίτες μα είχαν πιο γλυκό τρόπο ακόμα και στα πιο τραγικά τραγούδια είχαν μια γλύκα περίσια. Είχαμε και την ευχή ή κατάρα, όπως το πάρεις του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Τότε είχαν βγει στο τραγούδι ο Στέλιος ο Μπέλλος, ο Γιαννάκης ο Οικομίδης ο Κώστας ο Οικονομίδης μα όταν τραγούδαγε ο Λάμπρος ο Γκοντώρας σταμάταγαν τα αηδόνια να τον ακούσουν.[ Με πολυφωνικό τρόπο τραγούδαγαν και οι Σελλιανίτες.

Οι κάτοικοι που είχαν κατεβεί από τη Ντουσκάρα και τη Ρίζα τραγουδούσαν πιο χαρούμενα πιο γρήγορα σε βαθμό που ακόμα και γω, το σκατόπαιδο τους έλεγα, να, ακούστε πως το λένε αυτό το τραγούδι. Με αγριοκοίταγε η μάνα μου.

Άσε το τσουπρί έλεγαν και γω θύμωνα γιατί αν και δεν είχα φωνή αηδόνι είχα μουσικό αυτί και μπορούσα να τραγουδήσω πολλά τραγούδια έστω κι αν δεν έφτανα όλη την κλίμακα της μουσικής;.Και ακόμα τραγουδάω στα εγγόνια μου να μάθουν τα τραγούδια του τόπου μας

Άλλη κουβέντα καθημερινή ήταν σύμφωνα με την εποχή. Τι θα κάνεις για το Πάσχα ή για τα Χριστούγεννα και ακόμη πιο συχνά κουβέντες για παντριές.

Τι θα την κάνω τη Βάσω, δεν μου τη ζητάει κανένας, έχει και προίκα κάτι λίγα. Θα ψηλοκρατιεται, θα κοιτάει πάνω.
-Όχι μωρή να μη κακοπέσει. Δουλευτάρα είναι σεμνή είναι, είναι για σπίτι όμως οι άντρες τι να πω αντε να μη πω.Είναι από την αγκαλιά της μάνας της.

Εδώ θα ήθελα να σας πω, όλες είναι χάλια εκτός από τη δική μας. Ρώταγε η προξενήτρα με τρόπο, τι λες μωρ Βάσω για το Θανάση του τάδε; Ότι πει ο πατέρας.
– Δεν ρωτάω για τον πατέρα, εσένα σε ρωτάω.
– Μ, τι να πω εγώ, ότι πει ο πατέρας.
– Αυτό έχει τη μετάφραση του λέει ναι.

Μα οι καλές κοπέλες λεν ότι πει ο πατέρας και η προξενήτρα θα το μεταφέρει με χίλια παινέματα, για να θαμπώσει τα συμπεθέρια του πόσο καλή κοπέλα είναι και που να τη δεις να κάνει αργαλειό κεντάει την πούλια με τον Αυγερνό.

Μπορούσε να πει η κοπέλα, είμαι μικρή, δεν μπορώ εγώ να ΄παντρευτώ τώρα.
Έτσι η προξενήτρα πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού και μιλούσε πρώτα τους γονείς. Και κλείνουνταν και άρχιζε να κινήται η προξενιά.

Μια από τις κουβέντες που άκουγες είναι ότι γίνει, να γίνει γρήγορα και τούτη η πίεση από την πλευρά της τσούπρας. Δεν θέλουμε κουδούνια έλεγαν. Δε θέλουμε γκουντουσιλίκια.

Έτσι έκαναν το αραβώνα που ήταν μεγάλη τελετή, με παπά, κουμπάρο, σόγια, δώρα, φαγιά, ποτά, τραγούδια. Εκεί γένουνταν και τα προικοσύμφωνα. Τόσες λίρες, τόσα χωράφια και τόσα χαλκώματα τόσες χασιές, τόσα ρουτιά τόσα βρακιά ναι βρακιά παλτά ταγιέρ ή σεγκούνια κλπ.

Πως θα σας φαίνονταν αν βλέπατε αραβωνιασμένους που σε δυο τρεις μήνες θα παντρευτούν να περπατάει ο γαμπρός μπροστά και η νύφη τρία βήματα πίσω.

Να μην μιλάει ο ένας στον άλλον εκτός αν ήταν, μαζύ και κάποιος από την οικογένεια του γαμπρού ή της νύφης.

Όταν γίνονταν ο γάμος ο γαμπρός με τη νύφη αγόραζαν ένα ζευγάρι παπούτσια που τα πήγαιναν δώρο στην προξενήτρα, για τα πήγαινε έλα μέχρι να τους παντρέψει. Υπήρχαν βέβαια και οι γάμοι από έρωτα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις που έφευγε ο γαμπρός με άλλη η Παραμυθιά είχε κουτσομπολιά για μήνες η και χρόνια.

Έσκυβαν οι έρμοι γονείς, αν ήταν η τσούπρα το κεφάλι και όπως έλεγαν τους έκανε μπουλιουρή η χαμένη, τους έκανε να ντρέπονται μια ζωή και να ακούν όταν περναν από τους κακεντρεχής οι τσούπρες οι καλές ακούν το γονιό δεν τον κάνουν μπουλιουρή χαντακωμάρα κλπ

Εδώ έπεφτε τόσο πολύ κουτσομπολιό ακόμα και μετά το γάμο τα παιδιά δεν γύριζαν στη πόλη εκτός αν έκαναν παιδί και μάλιστα σερκό, τότε έρχουνταν η δικσαίωση. Βέβαια αυτός που έτρωγε το φούμο ήταν η κοπέλα που δεν αντράπκιε καθόλου η σιατούρα.

Ύπηρχε και κάτι ακόμα πιο προοδευτικό. Υπήρχε το προξενιά χωρίς προξενητή.

Δυο φίλοι παντρεμένοι και χωρίς παιδιά κανόνιζαν αν κάνει ο ένας κοπέλα κι ο άλλος αγόρι να τα παντρέψουν και να δεις που τα παντρεύαν γιατί από μικρά γνώριζαν το τυχερό, τους έκαναν παρέα και τα πάντρευαν μικρά κάπου εκεί στα δέκα εφτά όταν δεν είχαν ακόμα δική τους γνώμη.

Βέβαια αν γενιούνταν κορίτσια τότε βάφτιζε ο ένας το κορίτσι του άλλου, κάνανε κουμπαριά που κράταγε γενιές και γενιές.

Σε αυτήν την εποχή ακόμα οι γάμοι γίνονταν στης νύφης το σπίτι, ένα έθιμο που κρατούσε από τα χρόνια της σκλαβιάς. Οι γάμοι αυτοί γίνουνταν στο σπίτι της νύφης ώστε να μη μπορεί κανένας να την κλέψει.

Έρχονταν ο παπάς στο σπίτι με τα ιερά και το αντιμήνσιο το οποίο έστρωνε σε ένα τραπέζι αφού είχε καθαριστεί καλά και είχε στρωθεί ένα πεντακάθαρο άστρωτο τραπεζομάντηλο.Από πάνω έβαζαν το αντιμήνσιο και το τραπέζι έτσι είχε τη θέση της Αγίας Τράπεζας.

Μπροστά σε αυτό το τραπέζι γίνονταν ο γάμος αφού όλοι που είχαν έρθει κερασθήκανε με γλυκά ούζο ή κρασί και μεζέδες πολλούς τόσους που τα κρέατα ψητά η γιαχνί να γεμίζουν και ξαναγεμίζουν τις τάβλες. Κανονικά έστρωναν τραπέζι ώστε όταν θα έφευγε ο γαμπρός με τη νύφη να ήταν ευχαριστημένοι και να συνεχίσουν το γλέντι στο σπίτι του γαμπρού.

Μη φαντασθήτε πως μόνο ο γαμπρός έπαιρνε προίκα, προίκα έπαιρνε και η νύφη.

Πριν πάει ο γαμπρός στο σπίτι έστελνε μια κεντηστή καρσέλα που έπρεπε να την κάνει μόνος του και να τη σκαλίσει με το δένδρο της ζωής τον αρχαίο ρόδακα και το οκτάκτινο μακεδονικό αστέρι. Μέσα η καρσέλα είχε φλοκάτη κι αν ο γαμπρός ήταν από γενιά είχε πάπλωμα μεταξωτό κεντημένο με μετάξι και χρυσοκλωστή. Επίσης είχε και τα δώρα για το σόι της νύφης.

Μα και η νύφη εκτός από τα προικιά έπρεπε να ετοιμάσει υφαντά σακούλια που μέσα θα έβαζε το δώρο του κάθε ενός. Χασιά στον πεθερό και την πεθερά, πουκάμησα για όλα τα αγόρια του σπιτιού, μαντήλια και κάλτσες για τους γέρους του σπιτιού κλπ.

Ο νούνος που θα στεφάνωνε έπρεπε να πάρει ένα ΄ύφασμα που με αυτό στη στέψη τύλιγε τις πλάτες του γαμπρού και της νύφης είναι ο δεσμός μιας ζωής σκέπη το λέγανε.

Βέβαια μέσα στην εκκλησία ή στο σπίτι μετά το Ησα’ι’α θα τον σηκώσουν το νουνό οι φίλοι του ψηλά και θα φωνάξει την ευχή πέντε γιους και μια μηλιά. Όταν τον σήκωναν ψηλά του φώναζαν.
– Τάξε νούνε τα παιδιά.
-Πέντε γιους και μια μηλιά.
-Τάξε νούνε τα παιδιά.
– Πέντε γιούς και μια μηλιά.
– Τάξε νούνε τα παιδιά.
-Πέντε γιους και μια μηλιά.

Στο σπίτι μας η ευχή έπιασε. Για όποιον δεν κατάλαβε εγώ ήμουν η μηλιά. Τα παιδιά ήταν ο Δημήτρης, ο Φάνης , ο Χρήστος και ο Παύλος. Απαγορεύεται το γελάν….

.H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Δραστηροποιειται ακομά, με την εμπορική επονημία




In this article

Join the Conversation