Σλαβικά τοπωνύμια στο Σούλι. Μια ιστορική προσέγγιση | Γράφει ο Βαγγέλης Τσιρώνης

Σαμονίβα, Γλαβίτσα, Κορίστιανη, Σιούρος κ.α....

Είναι γνωστό πως σε ολόκληρη την Ελλάδα, εκτός από τα ελληνικά και άλλα ξενικά (λατινικά, αλβανικά, τουρκικά) τοπωνύμια (καθώς και άλλα πάμπολλα καθημερινά ονόματα) πλήθος αποτελούν και τα σλαβικά, πράγμα που δηλώνει ξεκάθαρα τη σλαβική κατάκτηση και εποίκιση της χώρας. Το ίδιο, φυσικά, παρατηρείται και στην Ήπειρο. Μάλιστα από τα 2.123 «μακροτοπωνύμια» όπως λέγονται οι κατοικημένοι τόποι, τα 412 εντοπίζονται στην Ήπειρο εκ των οποίων τα 334 στο νομό Ιωαννίνων.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως αρκετά σλαβικά τοπωνύμια βρίσκονται και στην περιοχή του Σουλίου. Ιδού μερικά: Σαμονίβα (μακρύ μονοχώραφο), Αβαρίκος (τόπος με σφενδάμους – ψευδοπλατάνους), Ζαβρούχο (πίσω απ’ το βουνό), Γλαβίτσα -σήμερα Αυλότοπος- (μικρό κεφαλοχώρι), Τσαγγάρι (τόπος πίσω απ’ το βουνό), Κορίστιανη -σήμερα Φροσύνη- (τόπος που μοιάζει με κορίτα= ποτίστρα για ζώα από κορμό δέντρου), Σιούρος (τόπος με πολλές πετρούλες -χοντρή άμμο- και άλλα φυσικά σκουπίδια), Λιβίκιστα – σήμερα Ζωτικό- (τόπος στα αριστερά), Βούτσι (φουσκωτό μέρος -ίσως βουνό) κλπ.

Είναι προφανές πως και η περιοχή του Σουλίου κατοικήθηκε από Σλάβους και μάλιστα σε ευρεία κλίμακα. Πώς όμως και πότε βρέθηκαν οι Σλάβοι στο Σούλι; Φυσικά και δεν υπάρχουν ειδικές ιστορικές πηγές για την περιοχή. Εξάλλου οι Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν εκεί πολύ αργότερα, γύρω στα 1600, και κατά συνέπεια η ονομασία Σούλι (που δεν είναι σλαβική) δόθηκε από τους ίδιους και επικράτησε μετά την εγκατάστασή τους. Έτσι για να δοθεί απάντηση στο παραπάνω ερώτημα και μάλιστα το δυνατόν αξιόπιστη, θα στηριχθούμε αναγκαστικά στις ιστορικές πηγές που αναφέρονται ευρύτερα στην Ήπειρο.

Λίγα λόγια για τα χαρακτηριστικά του σλαβικού λαού όπως μας τα δίνει ο ιστορικός του Ιουστινιανού (482-565) Προκόπιος (500-565) στα 545: «Οι Σκλαβηνοί και οι Άντες (πρόκειται για δύο μεγάλα φύλα των Σλάβων), γράφει ο Προκόπιος, είχαν στην πραγματικότητα ένα μόνο όνομα στο απομακρυσμένο παρελθόν· γιατί και οι δύο ονομάζονταν Σπόροι παλαιότερα». Ακόμη τους χαρακτηρίζει «βαρβάρους», που ζούσαν με δημοκρατία, και πίστευαν σε έναν θεό, τον «δημιουργό των κεραυνών», τον «Περούν», στον οποίο και έκαναν θυσίες. Ζούσαν σε διάσπαρτα σπίτια και άλλαζαν συνεχώς οικισμούς. Όσον αφορά στον πόλεμο ήταν κυρίως πεζικάριοι, ιδιαίτερα δύσκολοι και επικίνδυνοι σε ορεινά εδάφη, με μικρές ασπίδες και τσεκούρια, ελαφρώς ντυμένοι. Μερικοί μάλιστα (προφανώς οι πιο θαρραλέοι) έμπαιναν στη μάχη γυμνοί, με καλυμμένα μόνο τα γεννητικά τους όργανα. Η γλώσσα τους είναι «βαρβαρική», δηλ. μη ελληνόφωνη ενώ και οι δύο φυλές δεν διαφέρουν ως προς την εμφάνιση. Είναι ψηλοί και ανθεκτικοί, “ενώ τα σώματα και τα μαλλιά τους δεν είναι ούτε πολύ ξανθά, ούτε κλίνουν εντελώς προς το σκούρο, αλλά είναι ελαφρώς κοκκινωπά. Και ζουν σκληρή ζωή χωρίς να δίνουν προσοχή στις σωματικές ανέσεις…».

Οι πρώτες τεκμηριωμένες εισβολές Σλάβων εναντίον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τα βόρεια της Ευρώπης, συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Ιουστίνου Α΄ (518 – 527). Μεγάλες όμως διαστάσεις πήραν στη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού (527 -565), όταν ήδη είχαν μετακινηθεί και εγκατασταθεί πάνω από τον Δούναβη. Γράφει ακόμη ο Προκόπιος: «Το Ιλλυρικό (στο οποίο υπαγόταν και η Ήπειρος) και όλη η Θράκη, δηλαδή απ’ το Ιόνιο Πέλαγος ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης μαζί με την Ελλάδα και τη χερσόνησο (εννοεί τη χερσόνησο της Καλλίπολης στη σημερινή Τουρκία, απέναντι από την Αλεξανδρούπολη), κατακλύζονταν απ’ τους Ούννους (εννοεί τους Βούλγαρους), τους Σκλαβίνους και τους Άντες σχεδόν κάθε χρόνο απ’ την εποχή που ο Ιουστινιανός ανέλαβε τη Ρωμαϊκή (δηλ. τη Βυζαντινή) αυτοκρατορία. Το 586 πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη και την επόμενη χρονιά (587) επέδραμαν στην Ήπειρο, Θεσσαλία, Αττική και Εύβοια και κατέλαβαν τμήματα της Πελοποννήσου.

Στις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα (δηλ. από το 600 έως το 699) οι Σλάβοι καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της βαλκανικής επί βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου (575-641). Απόδειξη αυτού είναι και η γραπτή μαρτυρία του αρχιεπισκόπου της Σεβίλλης και «τελευταίου λόγιου του αρχαίου Κόσμου» Ισίδωρου (560-636) που ταξίδεψε στην ελληνική χερσόνησο που έγραφε ότι στην αρχή της βασιλείας του Ηράκλειου «οι Σλάβοι πήραν την Ελλάδα από τους Ρωμαίους» (Ρωμαίοι αποκαλούνταν οι Βυζαντινοί). Αλλά και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος (905-959), γράφοντας το 934 και περιγράφοντας την Πελοπόννησο δηλώνει ότι μετά τη μεγάλη πανούκλα του 746- 747 «ολόκληρη η χώρα εκσλαβίστηκε και έγινε βαρβαρική». Είναι δε βέβαιο ότι επηρέασαν και το εθνογραφικό τοπίο της κάθε κατακτημένης περιοχής. Ακόμη στη διάρκεια της εγκατάστασής τους (7ος, 8ος αιώνας) συντελέστηκε ο εξελληνισμός και η αφομοίωση με τους ντόπιους πληθυσμούς, αφού στη συνέχεια υπήρξαν πολλές επιγαμίες μεταξύ τους. Μέχρι τον 11ο αιώνα είχαν εντελώς απορροφηθεί. Μαζί με αυτά συντελέστηκε και ο εκχριστιανισμός τους. Πάντως ο επίσημος και οργανωμένος εκχριστιανισμός των Σλάβων έγινε επί πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μεγάλου Φωτίου (820-893). Υπήρχε μάλιστα ειδική σχολή στη Βασιλεύουσα όπου εκπαιδεύονταν ιεραπόστολοι για το σκοπό αυτό. Ήδη στις αρχές του 9ου αιώνα πρόσωπα μικτής ή και καθαρά σλαβικής καταγωγής κατείχαν μεγάλες θέσεις στην αυτοκρατορία, όπως η αυτοκράτειρα Σοφία και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικήτας (… -780)

Είναι γνωστό ότι η μεγάλη σλαβική επιδρομή εναντίον της Ηπείρου (και συνεπώς η κατάληψή της) συντελέστηκε στα 614-616 μ. Χ. Άρα είναι βάσιμο πως και στο δυσπρόσιτο και ορεινό Σούλι εγκαταστάθηκαν σλαβικές ομάδες -κατεξοχήν αγροτοκτηνοτροφικές- όχι κατά τη στρατιωτική επιδρομή του 583 (τότε που έφτασαν στην Πελοπόννησο και την κατέλαβαν) αλλά στη διάρκεια της μεγάλης επιδρομής στην Ήπειρο στα χρόνια 614-616 μ. Χ. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι αν στην περιοχή αυτή βρήκαν άλλους ντόπιους κατοίκους και αν βρήκαν (που είναι και το πιθανότερο) τους εξεδίωξαν ή συνυπήρξαν ειρηνικά μαζί τους. Αυτό πάντως που μοιάζει με βέβαιο είναι πως οι νέοι αυτοί και δυναμικοί έποικοι κυριάρχησαν αφού έδωσαν δικά τους ονόματα σε πολλά χωριά του Σουλίου όπως και της σημερινής Λάκας Σουλίου Ιωαννίνων. Τα περισσότερα από τα ονόματα αυτά διατηρήθηκαν μέχρι το 1928, δεκαπέντε χρόνια μετά τη απελευθέρωση από την Οθωμανική αυτοκρατορία, οπότε και με βασιλικό διάταγμα εξελληνίστηκαν για να μη θυμίζουν την σλαβική τους προέλευση.

Μερικά μάλιστα χωριά που κατοικούνται μέχρι σήμερα κρατούν ακόμη (για ιστορικούς κυρίως λόγους) τη σλάβικη τους ονομασία όπως Σαμονίβα, Τσαγγάρι, Τσ(ε)αρίτσανα κλπ. Όσον αφορά δε στο πλήθος των άλλων τοπωνυμίων (πλην των οικισμών) τα σλάβικα ονόματά τους διατηρούνται ατόφια και θα διατηρούνται ποιος ξέρει για πόσα ακόμη χρόνια. Το ίδιο και οι πάμπολλες ζωντανές λέξεις του καθημερινού μας λεξιλογίου. Ιδού κάποιες: βάβω, βλάχος, βίτσα, γκορτσιά, βρικόλακας, ζαλίκι, κόσα, κάσα, κοτσάνι, κοτέτσι, κουτάβι, μουντός, ντόμπρος, ραβασάκι, τζόρας, χουγιάζω, λόγγος, τσέλιγκας, τσίπα.

Από τα παραπάνω συμπεραίνεται πως όταν οι πρώτοι Σουλιώτες ανέβηκαν στο Σούλι (στα 1600 περίπου) βρήκαν πιθανότατα την περιοχή κατοικημένη (έστω και αραιά) από ντόπιους χριστιανούς (Έλληνες και Σλάβους εξελληνισμένους, καθώς οι Τούρκοι-Τουρκαλβανοί δεν κατοίκησαν ποτέ εκεί) στους οποίους επιβλήθηκαν μάλλον εύκολα (αν δεν τους εκδίωξαν). Σίγουρο πάντως είναι πως βρήκαν κατοικημένα τα τρία τουλάχιστον Σουλιωτοχώρια με σλαβική ονομασία (Τσαγγάρι, Γλαβίτσα, Κορίστιανη). Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που η μόνιμη εγκατάσταση των Σουλιωτών έγινε σχετικά μακριά από τα χωριά αυτά.

Ιστορικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν: Στίβεν Ράνσιμαν, Β. Ψιμούλη, Χρ. Μπαρμπαγιαννίδης, Κ. Οικονόμου, Μ. Παντούλας, Ι. Λαμπρίδης, Φουρίκης, Χρ. Μακρυπούλιας, Ελ. Διαμάντης, Κ. Κόκκινος.

O Βαγγέλης Τσιρώνης, είναι φιλόλογος και συγγραφέας




In this article

Join the Conversation