Η αδικία παραμένει για τα Σουλιωτοχώρια | Γράφει ο Βαγγέλης Τσιρώνης

Σούλι λογίζεταιολόκληρο το λεκανοπέδιο με τα τέσσερα σημερινά Σουλιωτοχώρια και όχι μόνο τα επιμέρους ιστορικά σημεία (όπως τα πηγάδια, το Κούγκι, η Κιάφα, η Σαμονίβα κλπ)

Share

Φέτος, στις 29 Μαΐου του 2022, θα γιορτάσουμε ακόμη μια φορά πάνω στο ηρωικό Σούλι την 219η επέτειο του ολοκαυτώματος του Κουγκίου (Δεκέμβριος 1803) από τον καλόγερο Σαμουήλ. Με αφορμή το συγκλονιστικό αυτό γεγονός για τη νεότερη Ελλάδα, θεώρησα χρέος μου να αναφερθώ στη στάση που κράτησαν τα χρόνια εκείνα της σουλιώτικης εποποιίας τα τέσσερα διπλανά, προς βορρά και στο ίδιο λεκανοπέδιο ευρισκόμενα Σουλιωτοχώρια: τον Αυλότοπο (τότε Γλαβίτσα), το Τσαγγάρι (όπως και τότε), τους Κουκουλιούς (όπως και τότε) και τη Φροσύνη (τότε Κορίστιανη).

Είναι αλήθεια πως για τα χωριά αυτά δεν καταγράφεται, στο βαθμό τουλάχιστον που θα ήταν ιστορικά δίκαιο, ο ρόλος τους στους κατά καιρούς αγώνες των Σουλιωτών εναντίον των τουρκαλβανικών και τουρκικών στρατευμάτων και ειδικότερα στη διάρκεια των αγώνων εναντίον του Αλή Πασά (1792 -1803). Έτσι έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό και σε πολλούς η αντίληψη πως τα χωριά αυτά ήταν απλά φόρου υποτελή και υποχείρια των Σουλιωτών, δίχως καμία άλλη συνεισφορά.

Ασφαλώς πρόκειται για μια λαθεμένη και αντιιστορική άποψη την οποία θεώρησα σωστό και δίκαιο να προσπαθήσω να αποκαταστήσω με το παρόν άρθρο μου:

1ον. Μετά την οθωμανική κυριαρχία στην Αλβανία και την Ήπειρο -επομένως και στη Θεσπρωτία- στα 1431-32 ( ως γνωστόν η Κωσταντινούπολή έπεσε λίγο αργότερα, στα 1453), η κοιλάδα των σημερινών Σουλιωτοχωριών πέραν του όποιου καταβαλλόμενου φόρου υποτελείας, στην ουσία έμεινε απάτητη από τον κατακτητή. Όταν αργότερα (ανάμεσα στα 1500 και 1600, όπως αναφέρουν σχεδόν όλες οι ιστορικές πηγές,) ανέβηκαν οι Σουλιώτες στο Σούλι λόγω του ανυπότακτου χαρακτήρα τους, η κοιλάδα αυτή γίνεται το καταφύγιο όσων είχαν ελεύθερο φρόνημα και «ο πυρήνας λευτεριάς» από τους αρματωλούς της περιοχής (π.χ. Μαλάμος).

2ον. Τη συνεργασία και τη συντροφικότητα Σκαπετινών και Σουλιωτών επιβεβαιώνει η μαρτυρία του ιστορικού Λαμπρίδη ότι οι «εκ μεταναστεύσεως» Σουλιώτες «προ αμνημονεύτων χρόνων, επιγαμίας (=γάμους) συνήπταν και συνεχρωτίζοντο…» με τους «Παρασουλιώτες» όπως ονομάζει τους Σκαπετινούς των παραπάνω χωριών. Έτσι τα Σκάπετα, δηλ. τα τέσσερα παραπάνω Σουλιωτοχώρια, ήταν η προς «βορράν προέκταση και πυρήνας του Σουλίου» και τα χωριά που «γεννούσαν νυφάδες για τα Σουλιωτόπουλα και μανάδες για τα παιδιά τους». Μάλιστα στα «Απομνημονεύματα» του Τσαγγαριώτη αγωνιστή του 1821 Γερο-Σουλιώτη (Σπύρου Τζίπη) αναφέρεται πως οι τρεις από τις τέσσερις κόρες του παππού του Σπύρου Τζίπη παντρεύτηκαν παλικάρια στο Σούλι.

3ον. Εάν δεν υπήρχε αυτή η αγαστή συνύπαρξη και συνεργασία Σουλιωτών και Σκαπετινών, είναι βέβαιο πως οι Σουλιώτες θα είχαν εκδιώξει τους κατοίκους του λεκανοπεδίου (όπως ίσως έγινε με τους Σαμονιβιώτες) οι οποίοι και βρίσκονταν εκεί πολύ παλαιότερα από αυτούς και βέβαια θα είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους στα εδάφη τους που ήταν και πιο ομαλά και πιο εύφορα από τον βραχώδη τόπο τους. Σημειωτέον πως οι Σκαπετινοί βρίσκονταν ήδη εκεί πριν από την «ανάβαση» των Σουλιωτών, αποδεικνύουν οι τάφοι και άλλα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα στη θέση Λαγγιώτες, Άγιος Γεώργιος («Αγιώρης») και στη θέση «Αυλότοπος» στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Αυλότοπος και Κουκουλιοί. Ακόμη αρχαιολογικά ευρήματα -κάστρο, σιδερένια σαΐτα κλπ- βρέθηκαν στη Φροσύνη και «σπασμένα αρχαία πιθάρια» κλπ στη θέση «Μπογδάνο» στους Κουκουλιούς και αλλού. Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση οι κάτοικοι της περιοχής Λαγγιώτες μετοίκησαν στον σημερινό Αυλότοπο μετά την Ρωμαική κατάκτηση και καταστροφή της περιοχής (167 π. Χ.) ή για τον λόγο ότι στους «Λαγγγιώτες» (από το Λογγιώτες < λόγγος =πυκνό δάσος) υπήρχαν πολλά φίδια. Ακόμη η προ-ύπαρξη ύπαρξη των Σκαπετοχωριών, μη εξαιρουμένης της Σανονίβας, αποδεικνύεται από τα σλάβικα ονόματά τους. (Όπως είναι ιστορικά γνωστό οι Σλάβοι κατέλαβαν ολόκληρη την Ήπειρο σε μια από τις επελάσεις τους στην Ήπειρο περί το 611 και 612 μ. Χ. Δηλ. χίλια περίπου χρόνια πριν τους Σουλιώτες). -Μόνο για το χωριό «Κουκουλιοί» δεν επιβεβαιώνεται η σλαβική του προέλευση.

4ον. Στα χρόνια των αγώνων εναντίον του Αλή Πασά (1792-1803) οι πολέμαρχοι και άλλοι ήρωες αγωνιστές των τεσσάρων αυτών σουλιωτοχωριών πολέμησαν δίπλα στους Σουλιώτες. Κάποιοι μάλιστα μετοίκησαν στο Σούλι για την άμεση συμμετοχή, την από κοινού λήψη των αποφάσεων και την καλύτερη οργάνωση των πολεμικών τους επιχειρήσεων. Πρόκειται για τους γνωστούς πολέμαρχους και ταυτόχρονα αρχηγούς φαρών Μαλάμο, Κάσκαρη και Μπέκα από τη Γλαβίτσα (Αυλότοπος), τον Σπύρου Τζίπη και το πρωτοπαλίκαρο του Φώτου Τζαβέλα Θανάση Ζαχαριά από το Τσαγγάρι, τον Γιώργο Μπαφέτζη από τους Κουκουλιούς (έπεσε μαχόμενος στη μάχη της Βρυτζάχας στα 1800) καθώς και τους Φάφα ή Φράγκο, Γούση (Γεώργιο) Μπούσμπο και το γιό του Πήλιο (Σπύρο) Γούση Μπούσμπο (τον οποίο μόνος ο ιστορικός Περαιβός αποκαλεί άδικα «προδότη» κι ας έπεσε ηρωικά στην έξοδο του Μεσολογγίου (1826).

5ον. Στα χρόνια εκείνα τα Σκάπετα γίνονται το «μάτι και το αυτί» του Σουλίου από τη βορρινή πλευρά, αλλά και ένοπλη δύναμη που κάλυπτε τα νώτα του από την πλευρά εκείνη που ήταν και η πιο επικίνδυνη, αφού από εκεί γινόταν το πιο συχνό και πιο προσβάσιμο πέρασμα των στρατευμάτων του Αλή Πασά. «Έτσι εξηγείται και η με κάθε τρόπο και μέσο ενίσχυση των Σουλιωτών από τους Σκαπετινούς σε είδη από τα παραγόμενα προϊόντα τους για τη λύση του επισιτιστικού προβλήματος σε περιόδους εκρηκτικής αύξησης του σουλιώτικου πληθυσμού». Σε μια μάλιστα συμφωνία που συνάπτουν οι Σουλιώτες καπεταναίοι με τους Σκαπετινούς κατοίκους για επισιτιστική και οικονομική βοήθεια τους αποκαλούν «αδέρφια μας». Αδιάψευστοι εξάλλου και ζωντανοί μάρτυρες αντίστασης των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών είναι οι προμαχώνες «ταμπούρια» (ίχνη των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα) στους λόφους (τζιούμπες) του Αυλοτόπου: «Αγία Παρασκευή», «Τζιούμπα Αγίας Κυριακής», «Τζιούμπα στ’ Αλωνάκια», «Παλιόραγγο», «Τζιούμπα Κελέση» ή «Σιουρδίτσα», «Αγία Τριάδα», και «κριάκουρο», ως επίσης και δίπλα στη βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Τσαγγάρι. Είναι πιθανό μάλιστα οι προμαχώνες αυτοί των Σουλιωτών να χρησιμοποιήθηκαν -επισκευασθέντες και επεκταθέντες- κατά τον αποκλεισμό του Σουλίου από τους Χουρσίτ Πασά και Ομέρ Βρυώνη στα 1822. Πάντως η λαϊκή Μούσα δεν παρέλειψε να διαιωνίσει τους ηρωικούς αγώνες για την ελευθερία των κατοίκων του Σουλίου και όλων των Σουλιωτοχωριών που διεξήχθησαν εκεί. «Στο λόγγο στο Παλιόρογκο, στη Τζιούμπα στ’ Αλωνάκια επολεμούσε η Τουρκιά με τα παλικαράκια»

6ον. Η φοβερή εκδίκηση του Αλή Πασά στα 1804 (λίγους μήνες μετά την πτώση του Σουλίου) εναντίον των Γλαβιτσιωτών και άλλων Σουλιωτών είναι μια ακόμη αδιάψευστη απόδειξη για την αντίστασή τους και για την κάθε είδους βοήθεια που προσέφεραν στους Σουλιώτες. Οι δυστυχείς αυτοί κάτοικοι, αφού πίστεψαν τις δολερές υποσχέσεις του Βεζύρη πως δεν θα τους πειράξει, δεν έφυγαν για την άλλη ελεύθερη Ελλάδα, όπως έκαναν πολλοί, αλλά παρέμειναν στα χωριά τους. Έτσι ερημώθηκαν τα Σκαπετοχώρια, κατεξοχήν ο Αυλότοπος, οι κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν αρχικά στα σαράγια και τις φυλακές του Αλή Τεπελενλή στα Γιάννενα, και στη συνέχεια, αφού κράτησε όσες κοπέλες και άλλες νεαρές γυναίκες θέλησε για δούλες ή ερωμένες, τους υπόλοιπους τους εξόρισε στα πλούσια αγροκτήματά του στην Γκρούκα της Αλβανίας, ένα εύφορο χωριό δίπλα στο χωριό του, το Τεπελένι. Εκεί έμειναν για όλη τους την υπόλοιπη ζωή (απείρως χειρότερη η σύντομη ζωή τους από αυτή των ζώων!!!) αφού εξοντώθηκαν από τα καταναγκαστικά έργα στο κάστρο της Πρεμετής και της ασύλληπτης φαντασίας κακουχίες που υπέστησαν.

Είναι πολλά ακόμη τα επιχειρήματα που αποδεικνύουν πως όταν μιλάμε για Σούλι, δεν εννοούμε μόνο τον ιστορικό τόπο όπου θα τελεστούν και πάλι οι εκδηλώσεις προς τιμήν των ηρώων.

Δε χωρά, λοιπόν, αμφιβολία πως Σούλι λογίζεται (και πρέπει να λογίζεται) ολόκληρο το λεκανοπέδιο με τα τέσσερα σημερινά Σουλιωτοχώρια (Αυλότοπο, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί και Φροσύνη) και όχι μόνο τα επιμέρους ιστορικά σημεία (όπως τα πηγάδια, το Κούγκι, η Κιάφα, η Σαμονίβα κλπ) όπου πράγματι δόθηκαν οι τελευταίες αποφασιστικές και σκληρές μάχες πριν την πτώση του 1803 και του 1822. Κι επειδή εκεί πάνω άνθισε το δέντρο της Ελευθερίας της νεότερης Ελλάδας και όπου σαλπίστηκε, με τον πλέον λαμπρό και ηχηρό τρόπο, το μήνυμα του ξεσηκωμού της υπόδουλης τότε Ελλάδας στην αδυσώπητη και μοχθηρή Οθωμανική αυτοκρατορία, επειδή το μήνυμα που με τη ηρωική και θυσιαστική συνδρομή και συμπαράταξη των ανέστιων πια Σουλιωτών έλαβε σάρκα και οστά το 1821, είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι.

Και βέβαια ωραίοι και χρειαζούμενοι θα είναι και πάλι (έτσι πρέπει!) οι πανηγυρικοί και οι λαμπρές εκδηλώσεις της 219ης επετείου του ολοκαυτώματος του Κουγκίου. Όμως επιτακτική είναι -εθνική θα έλεγα!- η ανάγκη η Πολιτεία να εκδηλώσει το ουσιαστικό και έμπρακτο ενδιαφέρον της για τα χωριά αυτά του Σουλίου που μαραζώνουν και που μετά από μια και μόνο γενεά οδεύουν με σιγουριά στην ερήμωση και την αφάνεια! Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής του σουλιώτικου λεκανοπεδίου (κυρίως συνταξιούχοι και κτηνοτρόφοι) που ζουν ακόμη εκεί αποτελούν τους ζωντανούς προστάτες και θεματοφύλακες των Σουλιωτών ηρώων. Χωρίς να παραγνωρίζω τις προσπάθειες των τελευταίων χρόνων να συντηρηθούν και αναδειχθούν τα ιστορικά μνημεία του Σουλίου, φοβάμαι πως, αν δεν αναβαθμιστούν και τα ίδια τα Σουλιωτοχώρια από την ελληνική Πολιτεία, ίσως κάποτε στο βάθος του χρόνου να υποβαθμιστούν ή και να ξεχαστούν και τα μνημεία αυτά. Και τότε ποιο άραγε θα είναι το Σούλι και ποιοι οι Σουλιώτες;

Η αναβάθμιση των παραπάνω χωριών θεωρώ πως μπορεί να επιτευχθεί, ως ένα τουλάχιστον βαθμό, με τη συντήρηση των δύο σημαντικότερων σουλιώτικων μονοπατιών που ένωναν το Ιστορικό Σούλι με τα πλησιέστερα χωριά (Αυλότοπο, Τσαγγάρι) πριν σβήσουν εντελώς τα ίχνη τους. Και ακόμη με την ανάδειξη και συντήρηση των προμαχώνων –«καραουλιών» (έστω των πλέον σημαντικών και προσβάσιμων!) ίχνη των οποίων είναι ακόμη εμφανή. Η Ιστορική ευθύνη επιβάλλει να θεωρούνται και αυτά (τα μονοπάτια και τα «καραούλια») Ιστορικά Μνημεία, αφού κι αυτά είναι ποτισμένα με το αίμα και σπαρμένα με τα κόκαλα αφανών και επιφανών Σουλιωτών! Η αναβάθμιση και ανάδειξη των Σουλιωτοχωριών, έστω και με τον τρόπο αυτό, ίσως να αποτελεί το ωραιότερο «νυν και αεί» μνημόσυνο των ηρώων προγόνων μας, χάρη στους οποίους αξίζει να νιώθουμε περήφανοι αλλά και να απολαμβάνουμε το διαχρονικότερο και ωραιότερο ιδανικό, την πιο μεγάλη και ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης ζωής: την Ελευθερία.

Ιστορικές πηγές: Πουκεβίλ, Λικ, Λαμπρίδης, Περραιβός, Σπ. Τζίπης, Διαμάντης Ελ.



In this article

Join the Conversation