Η Εκκλησιαστική Επαρχία Παραμυθίας και η Πνευματική της Αναγέννηση (1850-1913)

Με στοιχεία απο την διπλωματική εργασία της Ηλέκτρας Ι. Χρηστίδη

Η διπλωματική εργασία της Ηλέκτρας Ι. Χρηστίδη (2016) προσφέρει μια εις βάθος ανάλυση της ιστορικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας στην εκκλησιαστική επαρχία Παραμυθιάς κατά την κρίσιμη περίοδο 1850-1913.

Η εκκλησιαστική επαρχία Παραμυθίας κατά την περίοδο 1850–1913 συνιστά ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα περιοχής όπου η Εκκλησία λειτούργησε ως θεσμικός, κοινωνικός και εθνικός πυλώνας. Σε έναν χώρο με έντονες δημογραφικές εναλλαγές, οικονομική υστέρηση, συστηματική καταπίεση του χριστιανικού πληθυσμού και διαρκείς απειλές εθνολογικής αλλοίωσης, η Εκκλησία ανέλαβε έναν ρόλο υπερβατικό: την προστασία της ελληνικής παιδείας και τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης.

Το φιλεκπαιδευτικό έργο της επαρχίας Παραμυθίας δεν υπήρξε απλώς μορφωτική δραστηριότητα. Υπήρξε πράξη αντίστασης, μέσο κοινωνικής συνοχής και βασικό εργαλείο επιβίωσης του ελληνικού στοιχείου σε μια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τον οθωμανικό διοικητικό μηχανισμό.

1. Η Παραμυθία ως ιστορικός και γεωπολιτικός χώρος

Η επαρχία Παραμυθίας βρισκόταν στο μεταίχμιο μεταξύ παραλιακής και ηπειρωτικής Ηπείρου, ελέγχοντας κρίσιμες οδικές και εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν την ενδοχώρα με τα λιμάνια της Σαγιάδας, της Πάργας και της Ηγουμενίτσας. Η γεωγραφική αυτή θέση καθιστούσε την περιοχή κομβικό σημείο τόσο για το εμπόριο όσο και για τη στρατιωτική διοίκηση.

Η ένταξή της σε διαφορετικά διοικητικά σχήματα (καζάδες, σαντζάκια, βιλαέτια) και οι συχνές μεταβολές των ορίων της επέτειναν την αίσθηση αβεβαιότητας στους κατοίκους. Παράλληλα, η απουσία σταθερής πολιτικής διοίκησης καθιστούσε την Εκκλησία τον μόνο διαχρονικά σταθερό θεσμό.

2. Το σύστημα των τσιφλικιών και οι κοινωνικές του επιπτώσεις

Η επικράτηση του τσιφλικικού συστήματος υπήρξε καταλυτική για την κοινωνική εξέλιξη της επαρχίας. Ολόκληρα χωριά αποτελούσαν ιδιοκτησία μουσουλμάνων αγάδων, με τους χριστιανούς κατοίκους να εργάζονται ως καλλιεργητές χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Η οικονομική εξαθλίωση, η αυθαιρεσία των γαιοκτημόνων και η έλλειψη νομικής προστασίας περιόριζαν δραστικά την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά των χριστιανών δεν μπορούσαν να φοιτήσουν στα σχολεία, καθώς η εργασία στα κτήματα ήταν απαραίτητη για την επιβίωση της οικογένειας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ίδρυση και λειτουργία σχολείων αποκτούσε χαρακτήρα κοινωνικής χειραφέτησης.

3. Δημογραφική πολυμορφία και γλωσσική συνύπαρξη

Η επαρχία Παραμυθίας παρουσίαζε ένα μωσαϊκό πληθυσμών:

  • ελληνόφωνοι χριστιανοί,
  • αλβανόφωνοι χριστιανοί,
  • μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής (Τσάμηδες),
  • μικτές κοινότητες με κοινές οικονομικές δραστηριότητες.

Παρά τις γλωσσικές διαφοροποιήσεις, η ελληνική γλώσσα διατηρούσε εξέχουσα θέση, κυρίως μέσω της Εκκλησίας, της λατρείας και της εκπαίδευσης. Τα σχολεία λειτουργούσαν ως βασικοί φορείς ελληνοφωνίας ακόμη και σε περιοχές όπου η καθημερινή επικοινωνία γινόταν στην αλβανική διάλεκτο.

4. Η κατάσταση της εκπαίδευσης πριν την οργανωμένη εκκλησιαστική παρέμβαση

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η εκπαίδευση στην επαρχία Παραμυθίας ήταν αποσπασματική και ανομοιογενής. Τα περισσότερα σχολεία λειτουργούσαν εποχικά, με ελλιπή χρηματοδότηση και χωρίς σταθερό πρόγραμμα σπουδών.

Οι δάσκαλοι συχνά ήταν ιερείς ή μοναχοί, με περιορισμένη παιδαγωγική κατάρτιση αλλά ισχυρή εθνική και θρησκευτική συνείδηση. Παρά τα μορφωτικά τους κενά, συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής γραφής και ανάγνωσης.

5. Η Εκκλησία ως οργανωτής της παιδείας

Η εκκλησιαστική διοίκηση της Παραμυθίας ανέλαβε σταδιακά συστηματικό ρόλο στην οργάνωση της εκπαίδευσης. Οι μητροπολίτες:

  • ενίσχυσαν τη δημιουργία σχολικών επιτροπών,
  • συντόνισαν εράνους και δωρεές,
  • προσέλκυσαν οικονομική βοήθεια από φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους της Κωνσταντινούπολης,
  • επόπτευσαν τη λειτουργία των σχολείων και την επιλογή δασκάλων.

Η παιδεία αντιμετωπίστηκε ως θεμελιώδης αποστολή της Εκκλησίας, ισότιμη με τη λατρευτική της λειτουργία.

6. Το φιλεκπαιδευτικό έργο των μητροπολιτών

Ιδιαίτερα κατά το τέλος του 19ου αιώνα, οι μητροπολίτες Παραμυθίας ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα:

  • ίδρυσαν νέα σχολεία σε χωριά και κωμοπόλεις,
  • μερίμνησαν για τη μόρφωση άπορων μαθητών,
  • υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα των χριστιανικών κοινοτήτων έναντι των οθωμανικών αρχών.

Οι εκθέσεις και οι επιστολές τους προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, αποκαλύπτοντας το εύρος των προβλημάτων αλλά και το όραμα για μια μορφωμένη, συνειδητοποιημένη κοινωνία.

7. Εκκλησιαστική εκπαίδευση και οικοτροφεία

Η ίδρυση εκκλησιαστικών οικοτροφείων και ιερατικών σχολών υπήρξε καίριας σημασίας. Τα ιδρύματα αυτά:

  • παρείχαν στέγη και τροφή σε φτωχούς μαθητές,
  • εξασφάλιζαν τη μόρφωση μελλοντικών κληρικών,
  • λειτουργούσαν ως εστίες πνευματικής καλλιέργειας.

Οι απόφοιτοι των σχολών αυτών στελέχωσαν αργότερα τόσο την Εκκλησία όσο και τα σχολεία της επαρχίας, δημιουργώντας έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο παιδείας.

8. Η παιδεία ως εθνικό ανάχωμα

Σε μια περιοχή όπου οι εξισλαμισμοί και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις αποτελούσαν διαρκή απειλή, η ελληνική εκπαίδευση λειτουργούσε ως βασικός μηχανισμός διατήρησης της εθνικής ταυτότητας.

Η Εκκλησία, μέσω της παιδείας, διαμόρφωνε συνειδήσεις, καλλιεργούσε τη συλλογική μνήμη και ενίσχυε την αίσθηση του ανήκειν στο ευρύτερο σώμα του ελληνισμού.

9. Από την απελευθέρωση στη νέα εποχή

Η απελευθέρωση της επαρχίας Παραμυθίας το 1913 βρήκε την περιοχή με ήδη ανεπτυγμένο εκπαιδευτικό ιστό, αποτέλεσμα δεκαετιών εκκλησιαστικής δράσης. Το ελληνικό κράτος βρήκε έτοιμες δομές, σχολεία και ανθρώπινο δυναμικό, γεγονός που διευκόλυνε την ομαλή ένταξη της περιοχής.

Συμπεράσματα

Το φιλεκπαιδευτικό έργο της εκκλησιαστικής επαρχίας Παραμυθίας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της ελληνικής παιδείας, της θρησκευτικής πίστης και της εθνικής συνείδησης σε έναν από τους πλέον ευάλωτους χώρους της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Εκκλησία, λειτουργώντας ως θεσμός παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας και εθνικής άμυνας, άφησε μια κληρονομιά που ξεπερνά τα όρια της τοπικής ιστορίας και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα του ελληνισμού για επιβίωση και αυτοδιάθεση.

In this article