
Σήμερα, 15 Φεβρουαρίου, ο κόσμος θα θυμηθεί να φορέσει ένα χρυσό κορδελάκι. Αλλά για κάποια παιδιά, το «χρυσό» δεν είναι ένα σύμβολο καρφιτσωμένο σε ένα πέτο. Είναι το χρώμα της ίδιας τους της ψυχής, που λάμπει πιο δυνατά όσο το σκοτάδι του πόνου προσπαθεί να την τυλίξει. Είναι η ώρα που η ιατρική σταματά να εξηγεί και ξεκινά η σιωπηλή κυριαρχία της θέλησης.
Φαντάσου, έστω για μια στιγμή, ένα παιδί. Ένα παιδί που αντί να μετράει πεφταστέρια τα καλοκαιρινά βράδια, μετράει τις σταγόνες που κυλούν αργά στον ορό, μέσα στη σιωπή ενός θαλάμου. Που αντί να λερώνει τα γόνατά του παίζοντας στις αλάνες, τα λυγίζει με πείσμα για να πάρει φόρα και να σκαρφαλώσει σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι που φαντάζει βουνό. Αυτά τα παιδιά δεν ξύπνησαν σήμερα με την έγνοια αν θα προλάβουν το παιχνίδι στο διάλειμμα. Ξύπνησαν κρατώντας την ανάσα τους, περιμένοντας μια λέξη, μια ελπίδα πως «οι εξετάσεις θα είναι καλές».
Κοίταξε τα χέρια τους. Κρατούν το χέρι της μάνας τους τόσο σφιχτά, που νιώθεις πως μέσα από αυτή τη γροθιά περνάει όλη η ενέργεια του σύμπαντος. Δεν είναι ασθενείς. Είναι οι δάσκαλοί μας, που παραδίδουν μαθήματα ζωής χωρίς να πουν ούτε μια λέξη.
Υπάρχει κάτι σχεδόν ιερό στο χαμόγελο ενός παιδιού που παλεύει με τον καρκίνο. Είναι ένα χαμόγελο που ανθίζει κόντρα σε κάθε λογική, κόντρα στις χημειοθεραπείες που κλέβουν τη δύναμη, κόντρα στην κούραση που βαραίνει τα βλέφαρα. Είναι το χαμόγελο που κοιτάζει κατάματα τον «δράκο» και του ψιθυρίζει με μια ανέλπιστη γαλήνη: «Μπορείς να μου πάρεις τα μαλλιά, μπορείς να μου κλέψεις τις μέρες στο σχολείο, αλλά δεν θα αγγίξεις ποτέ το φως μου. Είμαι πιο δυνατός από σένα».
Κι εμείς; Εμείς που συχνά πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό, που θυμώνουμε με την κίνηση στους δρόμους ή με μια βροχή που μας χάλασε τα σχέδια… Αν σταθούμε έστω και για ένα λεπτό μπροστά στα μάτια ενός μικρού μαχητή, θα νιώσουμε μια γλυκιά, λυτρωτική ντροπή. Γιατί εκεί, η αλήθεια είναι γυμνή: Η ζωή δεν είναι το «μετά», είναι το «τώρα». Η ελπίδα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, είναι το πείσμα να σηκώνεσαι όταν τα πόδια σου τρέμουν. Και η αγάπη… η αγάπη είναι το μόνο αληθινό φάρμακο. Μια αγκαλιά που δεν τελειώνει ποτέ, μια παρουσία που ψιθυρίζει «είμαι εδώ και δεν φεύγω».
Αύριο, ας μην νιώσουμε οίκτο. Ο οίκτος πληγώνει. Ας νιώσουμε δέος. Δέος για τους γονείς-βράχους που πνίγουν τα δάκρυά τους στις τουαλέτες των νοσοκομείων, πλένουν το πρόσωπό τους και βγαίνουν στο δωμάτιο με το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου. Δέος για τους γιατρούς που γίνονται φύλακες άγγελοι. Και πάνω από όλα, δέος για τους μικρούς ήρωες που μας θυμίζουν τι σημαίνει να αγαπάς την κάθε σου ανάσα με κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου.
Αν ο κόσμος είχε τη δύναμη της ψυχής ενός παιδιού που παλεύει, δεν θα υπήρχε σκοτάδι που να μην μπορεί να νικηθεί. Ας τους δώσουμε μια υπόσχεση: Πως δεν θα είναι μόνοι τους στο σκοτάδι. Πως θα είμαστε εκεί με μια δωρεά, με έναν λόγο, με μια προσευχή, με μια σκέψη γεμάτη φως. Όχι γιατί «πρέπει», αλλά γιατί τους χρωστάμε. Γιατί αυτοί οι μικροί γίγαντες είναι η μοναδική μας απόδειξη πως ο κόσμος μπορεί ακόμα να γίνει ανθρώπινος.
Για κάθε παιδί που παλεύει αυτή τη στιγμή, για κάθε παιδί που νίκησε και βγήκε στο φως, για κάθε αστέρι που τώρα μας κοιτάζει από ψηλά και φωτίζει το δρόμο μας: Σας ευχαριστούμε. Σας ευχαριστούμε που μας μάθατε, επιτέλους, πώς να ζούμε.
*Η Βέρα Βέρμπη ειναι Δικηγόρος και Προέδρος της Τοπικής Οργάνωσης Παραμυθιάς της Νέας Δημοκρατίας

