Το χρυσόξυλο ή Ρους ο βαφικός όπως ονομάζεται στην βοτανολογία, είναι συνήθως φυλλοβόλος θάμνος και πιο σπάνια μικρό δέντρο. Στην Παραμυθιά είναι γνωστό με την ονομασία τσιρμιτζέλα και από το ξύλο του εξάγονταν μια κίτρινη χρωστική ουσία η οποία χρησιμοποιούνταν κυρίως για την βαφή των μάλλινων υφασμάτων, στα οποία χάριζε έναν υπέροχο πορτοκαλί χρωματισμό. Ο γεωλόγος Philippson στις 8 Μαΐου του 1893 κινούμενος από το Μουρσί της σημερινής Αλβανίας με κατεύθυνση τους Φιλιάτες, λίγο μετά το χωριό Σμέρτος, συναντά καραβάνια αγωγιατών και σημειώνει στο ημερολόγιο του: «Συναντάμε πολλά καραβάνια από μουλάρια που κατευθύνονται προς την Σαγιάδα, φορτωμένα με το κιτρινωπό ξύλο από ψευδοακακία (Rhus Cotinus), που οι Έλληνες αποκαλούν χρυσόξυλο και αποτελεί ένα από τα εξαγώγιμα είδη της Ηπείρου.».
Το εμπόριο χρυσοξύλου αποτελούσε σημαντικό κεφάλαιο στην εξαγωγική δραστηριότητα της εταιρείας «Παναγιώτης Ρίγγας και Υιοί». Από τα διασωθέντα κατάστιχα της εταιρείας στα οποία αναγράφονται τα ονόματα των προμηθευτών χρυσόξυλου από τη ευρύτερη περιοχή της Παραμυθιάς, οι ποσότητες σε οκάδες και τα χρηματικά ποσά σε γρόσια που πλήρωσε η εταιρεία για την αγορά του, γίνεται φανερό ότι η παραλαβή και η αποθήκευση του, γίνονταν σχεδόν καθημερινά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στις αποθήκες της και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Μετά την παραλαβή το χρυσόξυλο σε ακατέργαστη μορφή, σε «μπαστούνι» ή ρίζα, συσκευάζονταν σε δέματα και σε σάκους αντίστοιχα.
Από τις πολυάριθμες αποθήκες της εταιρείας στην Παραμυθιά, οι αγωγιάτες φορτώνανε στα μουλάρια τους το χρυσόξυλο και ξεκινούσαν το αγώι για την Πάργα. Το μεροκάματο τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πέρα από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις αυθαιρεσίες των οργάνων της οθωμανικής διοίκησης, είχαν να αντιμετωπίσουν και τους ληστές. Οι τελευταίοι λυμαίνονταν τις απομονωμένες περιοχές απ΄ όπου διέρχονταν ο μουλαρόδρομος και για το λόγο αυτό οι αγωγιάτες δεν κινούνταν μεμονωμένοι, αλλά σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ο αγωγιάτης περπατούσε πλάι στο βαρυφορτωμένο ζώο και όχι επάνω σε αυτό, πολλές φορές φορτωμένος και με τα προσωπικά του αντικείμενα.
Ο χαλικόστρωτος δρόμος για την Πάργα, που στην ουσία αποτελούσε τμήμα της οδικής σύνδεσης της τελευταίας με τα Ιωάννινα, ξεκινούσε από τον χώρο της αγοράς με κατεύθυνση προς το χωριό Παγκράτι. Η κατηφορική διαδρομή οδηγούσε λίγο πριν το χωριό όπου υπήρχε το μονότοξο πέτρινο γεφύρι της Κουνουπίτσας για την διάβαση του Κωκκυτού. Στη συνέχεια ο μουλαρόδρομος έφτανε μέχρι τα ριζά του βουνού, έστριβε αριστερά και μέσα από τον κάμπο κατευθύνονταν στο χωριό Καρβουνάρι μετά από συνολική πορεία περίπου δύο ωρών. Τέσσερα χιλιόμετρα μετά το Καρβουνάρι ανηφόριζε το βουνό στη θέση «Ζούπα» και στη συνέχεια κατηφόριζε για το Μαργαρίτι. Εκεί, όπως και στην Παραμυθιά, λειτουργούσαν χάνια για την διαμονή των ταξιδιωτών. Μετά το Μαργαρίτι ο μουλαρόδρομος διέσχιζε τον κάμπο και κατευθύνονταν στο Ελευθέρι, στη συνέχεια στο γειτονικό Λιβαδάρι και μέσα από μια κοιλάδα που οδηγούσε κοντά στην Αγία Κυριακή κατηφόριζε για την Πάργα. Η συνολική απόσταση Παραμυθιά – Πάργα ήταν περί τα 35 χιλιόμετρα και ο χρόνος διάνυσης της από τους αγωγιάτες τουλάχιστον 7 ώρες ανά κατεύθυνση.
Τα φορτία που έφταναν στην Πάργα παραλαμβάνονταν από το εκεί υποκατάστημα της εταιρείας για να φορτωθούν στην συνέχεια στα πλοία. Στο μικρό και αβαθές φυσικό λιμάνι της Πάργας δεν υπήρχε η δυνατότητα τα πλοία να προσεγγίσουν και να δέσουν για την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων τους. Τα ιστιοφόρα και πολύ περισσότερο τα μεγαλύτερα και βαρύτερα ατμόπλοια αγκυροβολούσαν σε μεγάλη απόσταση από την ακτή σε βαθιά νερά. Η μεταφορά των εμπορευμάτων γινόταν με καΐκια επιβαρύνοντας τα προϊόντα με ένα επιπρόσθετο κόστος που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν υπήρχε η δυνατότητα ελλιμενισμού των πλοίων, καθώς έπρεπε να υπολογιστούν και τα έξοδα για την μεταφορά από το λιμάνι στο πλοίο αλλά και το κόστος για τους εργάτες που θα κάνανε διπλή φορτοεκφόρτωση, από το λιμάνι στο καΐκι και από το καΐκι στο πλοίο.
Αφότου τα εμπορεύματα φορτωνόταν στο πλοίο, ξεκινούσε το πολυήμερο ταξίδι για τον λιμένα της Τεργέστης, η οποία μέχρι και το φθινόπωρο του 1918 ανήκε στην Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας, αποτελώντας το σημαντικότερο λιμάνι της και την κύρια θαλάσσια σύνδεση με την Ανατολή (Levante). Μετά την εκφόρτωση του φορτίου και τον εκτελωνισμό του, παραλαμβάνονταν από μεσάζοντες, όπως ο Γεώργιος Αφεντούλης (Georgio Afentuli), με τους οποίους συνεργάζονταν η εταιρεία «Παναγιώτης Ρίγγας και Υιοί», για την διοχέτευση του προϊόντος στην εκεί αγορά.
*Φωτογραφία: Francesco Penco, Το λιμάνι της Τεργέστης στις αρχές του 20ου αιώνα.
*Ο Δονάτος Μπόλοσης είναι ιστορικός, ερευνητής της τοπικής ιστορίας της Θεσπρωτίας και συγγραφέας του βιβλίου Ο Μίχο Λίας (1918-2013).


