
Τα χαράματα της 16 Ιουνίου 2026, έφυγε από τη ζωή η αιωνόβια Βαρβάρα από την Παραμυθιά, αδελφή μου, ύστερα από 40 και πλέον ημέρες νοσηλείας της στο Κέντρο Αποκατάστασης στα Γιάννενα.
Η Βαρβάρα, έτσι τη φώναζαν στην Παραμυθιά, ήταν μια μορφή που θα μείνει για πάντα στη μνήμη μας. Θα μιλήσω γιαυτή όχι σαν αδελφός παρασειρόμενος από το συναίσθημα αλλά σαν ένας από όλους και τούτο θα κανω με λόγο εξομολογητικό και περισσή ειλικρίνεια, άλλως τε αυτά που θα πώ είναι κοινός λόγος στην Παραμυθιά., όπου γενήθηκε, έζησε και μεγάλωσε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Οι πράξεις της, η προσφορά της και οι αρετές την ανέδειξαν ως μια δεύτερη μάνα ΤΕΡΕΖΑ της Παραμυθιάς. Αυτές τις αξίες θα προσπαθήσω να αναδε ξω με την πεποίθηση πως κάνω ένα Μνημόσυνο στη μνήμη της. Θα προσπαθήσω με λίγα λόγια να περιγράψω ποιά ήταν η Βαρβάρα και το έργο που άφησε πίσω της. Δεν θα μιλήσω για άγνωστες πτυχές του βίου της αλλά για πράξεις γνω-στές σκιαγραφώντας την προσωπικότητά της όσο πιο πιστά γίνεται.
* Ήταν ἄνθρωπος της προσφοράς. Παντού παρούσα. Και στις λύπες και στις χαρές. Και στα πανηγύρια και στις κηδείες. Το πρόβλημα των συνανθρώπων γινόταν και δικό της πρόβλημα. Έκλεγε αυτός έκλεγε και αυτή. Δεν υπερβάλω. Έτσι είναι. Ίσως είμαι και αυστηρός. Στην ελεημοσύνη πρώτη. ,τι δίνετε
μας έλεγε, να το δίνετε κρυφά. Να το δίνετε με το δεξί χωρίς να ξέρει το αριστερό χέρι. Ένα δίνεις δέκα έρχονται. Την επισκεπτόμουν καθημερινά
στο Κέντρο και κατά την επίσκεψή μου μου έλεγε. Κάνε το καλό και θα το βρείς μπροστά σου. Είχε μεγάλη αγάπη στον πατέρα. Έμεινε ορφανή σε ηλικία
16 χρονών μαζί με άλλα 6 αδέλφια, μικρότερα και ανέλαβε αυτή την ευθύνη της συντήρησης και προστασίας της οικογένειας. Τον πατέρα τον σκότωσαν
με τους 49 Πρόκριτους Παραμυθιάς οι ΝΑΖΙ την 29-9-1943. Τα έβγαλε πέρα παρά τις δυσκολίες της ζωής. Δούλευε μεροκάματο την ημέρα και το βράδυ
στον εργαλειό ξενυχτούσε. Μεγάλωσε 4 παιδιά και σπούδαξε, προίκισε και καλοπάντρεψε τρείς κοπέλες και αποκατέστησε το παιδί, το Χρήστο. Δεν μπο-
ρούσε να βγάλει από το μυαλότης τον πατέρα τον οποίο υπεραγαπούσε.
Κάθε τρεις και λόγο ἔλεγε” τι πατέρα είχα εγώ. Οταν φύγω τον πρώτο που θέλω να συναντήσω είναι ο πατέρας”. Με συγκίνησε πολύ όταν σε μια επίσκεψή μου την άκουσα να σιγοτραγουδάει αγαπημένα της τραγούδια.
Στην εμφάνιση και συμπεριφορά ήταν μια σωστή Αρχόντισα, μια Κυρία.
Έμεινε στη μνήμη σαν ένας θρύλο,σαν ένα σύμβολο. Ήταν επίλεκτο μέλος του ΚΑΠΗ Παραμυθιάς. Μάλιστα δώρησε σαυτό βαρύτιμα κεντήματα που κοσμούν την αίθουσα. Και οι καλές Κυρίες για να την τιμήσουν οργάνωσαν ειδική τε λετή στον πολυχώρο του Δήμου, την έβαλαν στην πολυθρόνα και την τοποθέτη σαν στη μ΄εση της εξέδρας και το πλήθος απόκάτω την χειροκροτούσε.
Έζησε αυτή και το κοινό σκηνές ανεπανάληπτες. Έτσι θαμείνει ο ιώνια στη μνήμη. Αλλά δυστυχώς, χωρίς τη θέλησή της οδηγήθηκε στην πυρα ακολουθώντας το δρόμο των άμοιρων Εβραίων που οδηγήθηκεν στους φούρνους από τους ΝΑΖΙ. Από την τέφρα της θα αναδυθεί ο Δικέφαλος Αετός του Βυζαντίου.
Η Βαρβάρα ήθελε Ύμνους/και Ωδές πνευματικές Ήταν Κοσμοκαλόγρια. Έκανες τόπο να περάσει όταν την συναντούσες στο δρόμο.
Ήταν Εκκλησιαζόμενο άτομο με βαθιά ορθόδοξη πίστη. Χριστιανή με τα όλα της. Ο Εκκλησιασμός ήταν αυτοσκοπός. Πρώτη πήγαινε και τελευταία έφευγε.
Δυστυχώς το τέλος της δεν ήταν ανάλογο με την προσφορά της. Ήταν θλιβερό. Το όψυχο σώμα της ρίχτικε στην πυρα. Μόνο τα σκουπίδια καιγονται. Οι άνθρωποι ενταφιάζονται. Είναι έργα του Θεού. Λατρεύονται.
Για τη Βαρβάρα δεν ακούστηκε λυπητερή να χτυπά η καμπάνα της Μεγάλης Εκκλησιάς για το χαμό της και ούτε ανοίχτηκε τάφος δίπλα από τον άντρα της όπως επιθυμούσε και έλεγε. Η Δικαιοσύνη είναι επιεικής. Η κκοινωνία όμως αμείλικτη. Αυστηρός κριτής των πράξεών μας.
Εύχομαι η Βαρβάρα να είναι η τελευταία με αυτό το άδοξο τέλος.
Ήθελα όμως, τελειώνοντας αυτό το τόσο βασανιστικό για μένα κείμενο να απευθυνθώ στους νέους και να τους πω από καρδιάς:
Αγαπητά παιδιά,
Όσοι έχετε ακόμη τους γονείς σας, δείξτε τους όλη σας την αγάπη. Ό,τι φεύγει δε ξαναγυρνά. Τίποτε να μην σταθεί εμπόδιο να λιγοστέψει την αγάπη σας σε αυτούς. Τιμήστε τους με όποιον τρόπο τους ταιριάζει. Σεβαστείτε τους. Και όταν έλθει η ώρα εσείς να τους κλείσετε τα μάτια.
Όσοι πάλι δεν έχετε πια τους γονείς σας, μην παύσετε να επισκέπτεστε τον τάφο τους κρατώντας στο χέρι κερί, λιβάνι και λάδι. Σας περιμένουν. Και θα σας
περιμένουν πάντα. Μέχρι που και εσείς θα βρεθείτε κοντά τους. Στην αιώνια χαρά του Παραδείσου. Ένα κερί και μία δέηση περιμένουν πάντα οι γονείς σας. Δέηση για τις ψυχές τους. Έτσι όπως ορίζει η Εκκλησία μας. Να ξέρετε ότι το πρώτο θρανίο σας είναι τα γόνατα του πατέρα και της μάνας και ο πρώτος πίνακας τα μάτια τους.
Κανένα λάθος των γονέων σας δε πρέπει να σταθεί εμπόδιο να μειώσεις τον σεβασμό σε αυτούς., όποια λάθη και αν κάνουν δεν παύουν να είναι γονείς. Η ταφή τους στο Νεκροταφείο της Εκκλησίας είναι η μεγαλύτερη τιμή τους. Να γίνεται ένας άλλος Αινείας της Τροίας που πήρε τους παράλυτους γονείς στους ώμους του σαν το πιο πολύτιμο πράγμα, για να τους σώσει από τους κατακτητές. Μην αμελήσετε να βρήσκεσθε κοντά τους στις στερνές ώρες της ζωής τους. Να γίνετε Απόστολοι «συναθροισθέντες» κοντά τους και να κηδεύσετε το σώμα τους. Εσείς να τους κλείσετε τα μάτια τους. Εσείς τα παιδιά τους. Και να ξέρετε ότι στο ταξίδι της ζωής σας δεν θα είστε μόνοι. Στην «πορεία προς Εμμαούς» θα σας συντροφεύει ο Κύριος. «Αυτόν ακούετε».


