Το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου θα εορταστεί στη Μίχλα Παραμυθιάς, παρα τις ζημιές απο το σεισμό στην Ιερά Μονή.

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος


Το Μοναστήρι της Μίχλας στις Πέντε Εκκλησιές Παραμυθιάς, υπέστη ζημιές από τους σεισμούς και το καθολικό του (ο ναός) είναι προς ανακατασκευή.
Επειδή, όμως, όλοι οι υπόλοιποι χώροι είναι χρηστικοί, το γνωστό πανηγύρι της Μίχλας στις 8 Σεπτεμβρίου θα γίνει κανονικά.

Μάλιστα από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία λήφθηκε η απαραίτητη άδεια και έτσι δεν θα αλλάξει τίποτε, πέραν του γεγονότος ότι η θεία λειτουργία θα τελεστεί υπαίθρια, στον αύλειο χώρο του μοναστηριού.

Η Μονή είχε αναακαινιστεί το 2015 με δαπάνες της Περιφέρειας Ηπείρου στη μνήμη του αείμνηστου διακεκριμένου χειρουργού και ανθρώπου Χαράλαμπου Μπάτση, από τις Πέντε Εκκλησιές, που είχε, ως περιφερειακός σύμβουλος, ζητήσει χρήματα για τον αγαπημένο του ιερό τόπο.

Ο δρόμος προς το Μοναστήρι είναι πλέον βατός, ασφαλτοστρωμένος στο μεγαλύτερο τμήμα του, τσιμεντροστρωμένος σε λίγα σημεία και χωμάτινος σε κάποια άλλα.

Η Μονή Γενεθλίων Θεοτόκου Μίχλας, ή αλλιώς η «Παναγιά στη Μίχλα» ( αποκαλείται και Παναγία της Λαμποβήστρας, επειδή εορτάζει τις μέρες, που γίνεται η εμποροπανήγυρη της Παραμυθιάς -ο Λάμποβος-), βρίσκεται πάνω σε λόφο του βουνού «Μίχλα» των Πέντε Εκκλησιών (παλαιά Οσδίνα).

Το τοπωνύμιο «Μίχλα» οφείλει την ονομασία του στην ομίχλη (αντάρα), που το «στεφανώνει» τους χειμερινούς μήνες.

Το καθολικό οικοδομήθηκε πάνω σε παλαιότερα θεμέλια ερημοκκλησιάς και είναι αφιερωμένο στη γέννηση της Παναγίας της Λαμποβήθρας (της Παναγίας άνω Λαμπόβου Αργυροκάστρου) που λατρεύεται και στη Θεσπρωτία.

Κτίστηκε, όπως μαρτυρούν εντοιχισμένες σ αυτό επιγραφές, το 1845 από τον ηγούμενο του Μοναστηριού Βέλλιανης Λεόντιο, που κατάγονταν από τη Σέλλιανη.

Κατά την επανάσταση της Ηπείρου το 1854, ο Λεόντιος μετέφερε τα περισσότερα ιερά βιβλία της μόνης Βέλλιανης στη μονή της Μίχλας, από τα οποία σώθηκαν τελικά τρία με τις ενθυμήσεις του.

Πρόκειται για μονόχωρο καμαροσκέπαστο ναό με πολυγωνική αψίδα στα ανατολικά. Περίβολος περικλείει το ναό από τη νότια, δυτική και βόρεια πλευρά, όπου και η τοξωτή θύρα εισόδου στο εσωτερικό. Ο ναός έχει δεχτεί μεταγενέστερες επεμβάσεις. Στη βόρεια και νότια πλευρά του αντίστοιχα εφάπτονται δύο προσκτίσματα, τα οποία, σύμφωνα με εγχάρακτη επιγραφή που διακρίνεται στην εξωτερική πλευρά του βόρειου προσκτίσματος, είναι μεταγενέστερα της ίδρυσης του ναού. Εσωτερικά φέρει επίχρισμα με ασβεστοκονίαμα.

Πάνω από την είσοδο του δυτικού τοίχου σώζεται επιγραφή σε ελλειψοειδές περίγραμμα, σύμφωνα με την οποία ο ναός τοιχογραφήθηκε το 1890. Στην αψίδα του ιερού σώζονται ίχνη τοιχογραφίας της Πλατυτέρας, από την οποία διακρίνεται μέρος των ενδυμάτων.

Οι εικόνες του τέμπλου έχουν φιλοτεχνηθεί από τον ζωγράφο Πέτρο Γεωργιάδη στα μέσα του 19ου αι., με έξοδα του ηγουμένου της μονής Λεοντίου.

Σύμφωνα με την καταγραφή του αείμνηστου Κώστα Μητσέλου στο βιβλίο του “Η ταυτότητα του χωριού μου, Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου” η Μονή “κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας ήταν εθνικός πυρήνας. Εδώ, κατά την περίοδο 1910-’13 γίνονταν μυστικές συγκεντρώσεις των στελεχών του κομιτάτου της περιοχής και προετοίμαζαν τον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Με μεγάλη προθυμία παρείχε την συνδρομή του στους οπλαρχηγούς Πουτέτση, Κρεμμύδα Ζορκάδη και άλλους, για το ξεσκλάβωμα του τόπου”.

Διέθετε κτήματα με 800 ελαιόδεντρα, 20 στρέμματα ξηρικά χωράφια και 30 στρέμματα ποτιστικά χωράφια. Το 1874 διέθεσε 6.000 γρόσια για να κατασκευαστεί δημοτικό σχολείο στην Οσδίνα, το οποίο επιχορηγούσε με 1000 γρόσια το χρόνο. Στο Μοναστήρι λειτουργούσε μεγάλη βιβλιοθήκη με αξιόλογα πατερικά βιβλία.

Κατά καιρούς εγκαταβίωσαν στο μοναστήρι: Ο Λεόντιος, που κοιμήθηκε σε βαθιά γεράματα, πέφτοντας από απροσεξία στη φωτιά. Ο παπα Αναστάσης, εφημέριος της Οσδίνας. Ο Καλλίνικος, καταγόμενος εκ Κωνσταντινουπόλεως, που απεβίωσε το 1918 από γρίπη. Ο Αντύπας, που ήταν Μικρασιάτης πρόσφυγας. Ο Κοντογιάννης, που παρέμεινε για λίγο καιρό. Και ο Αγαθόνικος, που κατάγονταν από την Κέρκυρα και ήταν εκεί μέχρι το 1955. Να σημειωθεί ότι για ένα διάστημα στο μοναστήρι εγκαταβίωσε και μια γυναίκα από το γειτονικό χωριό Πλακωτή, η οποία κοιμήθηκε το 1928.

Σήμερα η Μονή φροντίζεται με πολύ ενδιαφέρον και ευσυνειδησία από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο των Πέντε Εκκλησιών.

In this article