Ο Λάμποβος, το όνομα και «μνήμες παλαιές, γλυκειές κι αστοχισμένες» | Γράφει ο Π. Αλεξίου

.

Έκλεισε με επιτυχία κι ο φετινός ο «Λάμποβος», που παρά την αναπόφευκτη, μέσα στα χρόνια, αλλαγή του χαρακτήρα του, συνεχίζει να αποτελεί ένα σημαντικό για την περιοχή κοινωνικοοικονομικό γεγονός, με πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα, ένα αντάμωμα για πολλούς, έστω και φευγαλέο. Πολύ τον έχει αγαπήσει ο κόσμος και θα τον περάσει τουλάχιστον μια φορά. Και ενώ άλλοι κάνουν τους απολογισμούς τους, άλλοι φέρνουν στο μυαλό τους μνήμες παλιές, γλυκιές, έστω και λίγο ξεθωριασμένες.

Ένα ζήτημα που απασχόλησε πολλούς, είναι η προέλευση της ονομασίας του, γιατί είναι η μοναδική εμποροπανήγυρη της Ελλάδας, που έχει ένα τέτοιο όνομα.

Δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι γνωστή η αναφορά που κάνει ο μπαρμπα – Σπύρος (ο Μουσελίμης) στο βιβλίο του «Ιστορικοί περίπατοι στη Θεσπρωτία», όπου στη σελίδα 100, καταχωρώντας την προέλευση των ονομάτων των χωριών και των τοπωνυμίων, γράφει για το «Κεφαλόβρυσο» (τώρα «Κρυσταλλοπηγή»), αναφορά που κρίνω χρήσιμο να επαναφέρω … έτσι για να τον θυμηθούμε και για ξανατιμήσουμε την προσφορά του:

Στην θέση «Πλάτανος τ΄ Αράπη», που πήρε τ΄ όνομά του από κάποιον αράπη φύλακα του κάμπου που κάθονταν στον ήσκιο ή είναι αυτή τούτη η αρβανίτικη λέξη ράπ μεταφρασμένη στην Ελληνική (ράπ=πλάτανος), υπήρχε βυζαντινός οικισμός που σώζονται τα ερποθέμελα του και η βρύση. Τούτος αποτελούνταν από μετοίκους του Λαμπόβου της Βορείου Ηπείρου. Αυτοί έφεραν στην Παραμυθιά και την εμποροπανήγυρη «Λάμποβο».

Είναι λοιπόν πιθανόν οι μέτοικοι αυτοί να έτρεφαν στον πλούσιο κάμπο της Λιμνοπούλας («Χότχοβας») ζώα, να ασχολούνταν με το εμπόριο των ζώων ή να ήταν διαπραγματευτές («τσαμπάσηδες») στις αγοραπωλησίες ζώων και στις αρχές φθινοπώρου, που έκλεινε ο ένας κύκλος των αγροτοκτηνοτροφικών εργασιών, να μετέφεραν ή να έστησαν την δραστηριότητα τους αυτή στο πολυπληθέστερο αστικό κέντρο της περιοχής που ήταν η Παραμυθιά, γιατί παλιότερα ο «Λάμποβος» ήταν γνωστός και ως «Ατ παζάρ», δηλαδή παζάρι ζώων.
Κατά μία άλλη εκδοχή στη θέση «Λιμπόνι» υπάρχουν χαλάσματα εκκλησίας, της Παναγίας της Λαμποβήθρας, που φαίνεται να ιδρύθηκε από αυτούς τους μέτοικους από το «Λάμποβο». (Σημειωτέον ότι στο χωριό αυτό γεννήθηκαν και οι εθνικοί ευεργέτες Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας).

Και ας έρθουμε στις δικές μας ξεθωριασμένες μνήμες του 1960-70, όπου στη θέση «Γαλατάς» μέχρι εκεί που πουλάνε τώρα τα χαλιά, ήταν γεμάτος με ζώα, άλογα, μουλάρια, γομάρια, αλλά ακόμη και γελάδια, πρόβατα και γίδια και κόσμος που τα κοίταζε στα δόντια, ανοίγοντας το στόμα τους, για να προσδιορίσει την ηλικία τους, τα «έκοβε», τα «ζύγιαζε» και έκανε τα παζάρια του. Αυτή την εικόνα με τα πολλά ζώα -το «Ατ παζάρ»- ήταν η πρώτη που αντικρύζαμε από την είσοδο της πόλης, εμείς οι Σκαλοπανίσιοι, παιδιά και μεγάλοι, που ξεκινάγαμε «ταχιά το πρωί» και ερχόμαστε με τα ποδάρια από τα χωριά μας, από εκεί, που αλλάζαμε τα παλιά σκονισμένα παπούτσια μας, για να βάλουμε τα «καλά» μας, που δεν θέλαμε να τα χαλάσουμε στο δρόμο.
Τα λαμποβίσια μαγαζιά ήταν μέσα στην πόλη, κυρίως στο ιστορικό κέντρο της Παραμυθιάς, Πυρήνας τους ήταν το μέρος κοντά στο ζαχαροπλαστείο του Γούσια, το φούρνο του Λαμπρο Μίχου, το καφενείο «Τα τρία αδέρφια» των αδελφών Φούρκα (σήμερα Εθνική Τράπεζα), με το ξενοδοχείο «Κύπρος» πάνω από αυτό, το φαρμακείο του Κανδηλά, το φωτογραφείο του Σταύρο Μόσχου, το περίπτερο του Πέκου, το ιστορικό καφενείο του Γιάννη Τσίλη, το εστιατόριο του Πατσιούρα. Λίγο πιο πέρα, στην Πλατεία Βούλγαρη, το καφενείο «Το γεφυράκι», το μαγαζί με τα υφαντά του Παρόλα, το λαναριστήριο του Σακαρέλη στο υπόγειο και το άλλο εστιατόριο, του Πρόνιου και το χάνι για τα ζώα λίγο παρακάτω (γεμάτα ήταν τότε όλα τα χάνια της πόλης). Και δίπλα στο παλιό Δημαρχείο, με το φωτογραφείο του Γιώργο Τσεκούρα από κάτω, ήταν το ΚΤΕΛ, με το καφενείο της Μαρίτσας, με τα λεωφορεία και τα λίγα αμάξια να κινούνται μέσα από τον κεντρικό δρόμο της πόλης σε διπλή κατεύθυνση, (δεν υπήρχε ο πάνω και κάτω περιφερειακός), όπου γινόταν πολλές φορές μεγάλος «χαμός».
Και τα πρόχειρα μαγαζιά φτιαγμένα με καδρόνια και τσίγκα πουλούσαν κυρίως ρούχα της δουλειάς και άλλα, φλοκάτες, βελέντζες, κουβέρτες, σαΐσματα και κάπες, παπούτσια, μπότες και αδιάβροχα, στολίδια και μπιχλιμπίδια ή στον δρόμο γυναίκες πουλούσαν μαλλί, πυτιές και τυρί, τσάϊ και ρίγανη, καρύδια, αμύγδαλα και φρούτα, φασούλια, ρύζι, αλεύρι και άλλα όσπρια από το Φανάρι. Πολλοί είχαν και ξερά τομάρια από αρνοκάτσικα, που είχαν σφάξει παλιότερα, τεντωμένα με ξύλα, που τα μάζευαν κάποιοι δερματέμποροι (θυμάμαι τον Τηρο Λάγιο, που είχε αποθήκη στην κάτω μεριά της πόλης).
Κοντά σε αυτά, άλλα μαγαζιά πουλούσαν κουδούνια, κυπριά και τσιοκάνια με ξύλινα κουλούρια για τα ζώα, ξύλινα και μεταλλικά καρδάρια για άρμεγμα, μπινιότες (δοχεία μεταλλικά) για το γάλα, βλάτες για ξυνόγαλο και βούτυρο, τάβλες, μπούκλες, και κλειδούς, ξύλινες κουτάλες και σουγιάδες του Τέλη (Πιτένη).

Άλλα χρήσιμα εργαλεία που αγόραζε ή επισκεύαζε ο κόσμος ήταν χαλκώματα (κατσαρόλες, τηγάνια, κακάβια, τενεκεδένιες λάμπες και άλλα) από καλαντζήδες και χαλκουργεία (θυμάμαι του Αληγιάννη, απέναντι από το φωτογραφείο του Μπρέστα, κοντά στο περίπτερο του Γιώτη Λίτση, που τρόμαζε με τις φωνές και τη θωριά του τα παιδιά) ή κασάρες, κόσες, τσεκούρια, κασμάδες, φτυάρια και τσαπιά από σιδηρουργεία, (θυμάμαι εκείνο του Πασχάλη, όπου βλέπαμε τα κάρβουνα, την φουφού και τα χτυπήματα του πυρωμένου σίδηρου με τη βαριά, δίπλα το καφενείο του Φρατζαλά, πάνω από την όμορφη «Βρύση του Κατή», στα «Γύφτικα»).

Πολλοί αγόραζαν ή επισκεύαζαν σαμάρια και σέλλες, αγόραζαν καπίστρια και τριχιές από σαμαρτζήδες που είχαν μαγαζιά ή άλλους υπαίθριους.
Όλα αυτά είχαν σχέση με την παραγωγική δραστηριότητα του κόσμου εκείνη την εποχή, που ήταν κυρίως αγροτοτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα.

Παραπέρα προς το «Καρκαμίσι» ήταν κι άλλα πολλά μαγαζιά και παράγκες, ο φούρνος του Βαϊμάκη που πούλαγε και κρασιά Ζίτσας και το «Μονοπώλιο» που πούλαγε, τα κρατικά προϊόντα, αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα και τράπουλες.
Εκείνο όμως που ήταν συγκλονιστικό για μας τα παιδιά ήταν «Ο γύρος του θανάτου», που περιμέναμε ουρές για να τον απολαύσουμε. Ήταν μια στεγασμένη και καλά στερεωμένη κυλινδρική, συνήθως ξύλινη κατασκευή, ύψους ύψος 6 με 8-10 μέτρα και λίγο μικρότερη διάμετρο, όπου στο εσωτερικό της ανάπτυγμα κινούνταν οριζόντια, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς, ένας μοτοσυκλετιστής, που ξεκινούσε από τον πυθμένα και τον παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα από το χείλος της. Ο ξανθός Κωνσταντίνος Νικολαΐδης ήταν συχνός μοτοσυκλετιστής στο «Λάμποβο» και ίνδαλμα των παιδιών.

Παρά δίπλα ήταν και μια φτωχική, σχετικά με το σήμερα, παιδική χαρά με αιώρες, κούνιες και μεταλλικές βάρκες, που πηγαινοέρχονταν. Κοντά σε αυτά δεν έλειπαν και μαγαζιά όπου έκανε κανείς σκοποβολή με «φλόμπερ» σε κυκλικούς στόχους, κερδίζοντας -δύσκολα- κουτιά με γλυκά, ποτά και άλλα δώρα ή έριχνε πλαστικούς κρίκους σε μπουκάλια με ποτά, μπύρες, κρασιά, αναψυκτικά και άλλα, που κέρδιζες -κι εδώ δύσκολα- αν ο κρίκος έμπαινε στο λαιμό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις είχαν παρουσιαστεί και παπατζήδες. Στο «Καρκαμίσι» τέλος υπήρχαν μαγαζιά που το βράδυ γλεντούσε ό κόσμος με ορχήστρες με κλαρίνα και με ελκυστικές «ντιζέζ»-τραγουδίστριες, που ήταν κλεισμένα γύρω – γύρω με λινάτσες για να μη βλέπουν οι «τσαμπατζήδες», ενώ οργανοπαίχτες έπαιζαν και την ημέρα στα καφενεία.

Κάποιες φορές ερχόταν και κάποιοι μασίστες που έδιναν παραστάσεις μυϊκής δύναμης στους δρόμους, θυμάμαι τον Τζιμ Αρμάου, που δενόταν και λυνόταν με αλυσίδες ή τις έκοβαν, σήκωναν υπερβολικά βάρη, χτυπούσαν με το κεφάλι τους σιδερένιες βαριές, τους πατούσαν με βαριά αντικείμενα και έκαναν άλλα «θιαμαστά» πράγματα.
Σουβλάκια υπήρχαν πολύ λίγα τότε -μόλις είχαν εμφανιστεί- κυρίως ψητά με κρέας ή κοτόπουλο, κοψίδια και σπληνάντερο, με φημισμένο εκείνο του Σιαμά, δίπλα στο καφενείο του Φούρκα. Και για μας τα παιδιά, μαλλί της γριάς, ζαχαρωτά, καραμέλες κούφιες και άλλες, «Αχιλλεύς» ΙΩΠΑ, γλειφιτζούρια και παστέλια και από παιγνίδια, μπάλες λαστιχένιες, τόπια, μπίλιες, σβούρες, τόξα, πλαστικά ντουφέκια με τάπες και κανένα ψεύτικο αμαξάκι.
Και τα είδη των πιοτών λιγοστά, με κυρίαρχο το ούζο, που έρρεε άφθονο, του Αγουρίδη και του Πιλαβά, του Χάχαλη και τοπικό από Παραμυθιώτικα ουζοποιεία, με φημισμένο εκείνο του Τσίλη Μάρα, ενώ υπήρχαν και αναψυκτικά, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, γκαζόζες και μπιράλ, από ένα τοπικό μικρό εργοστάσιο «ΚΑΛΗ», της οικογένειας Παππά.

Πολλοί συγγενείς, φίλοι και γνωστοί έδιναν ραντεβού και αντάμωναν μετά από πολύ καιρό στο «Λάμποβο», από τον οποίο δεν έλειπαν άλλες εμπορικές πράξεις και συμφωνίες, συνοικέσια και προξενιά, ενώ τις μέρες αυτές στην «βόλτα» που γινόταν πέρα-δώθε, στο νυφοπάζαρο, πολλά μάτια έκλεβαν τις καρδιές νέων αγοριών και κοριτσιών.
Όλη αυτή η ατμόσφαιρα με τους ήχους και τις φωνές, τις φορεσιές, τα χρώματα και τις μυρουδιές προκαλούσαν έναν εκκωφαντικό θόρυβο και μια μοναδική εικόνα λαϊκού πανηγυριού, ένα κοινωνικό γεγονός, μέσα στο οποίο ξεχωριστή παρουσία είχαν χαρακτηριστικοί τύποι της πόλης, ο Μιχο Κάτσιος που έκανε μεταφορές με τα γαϊδουράκια του, ο φορτοεκφορτωτής Πίπη Τσιώτας με αλευρωμένα τα κουρελιασμένα ρούχα του από τα τσουβάλια που ξεφόρτωνε, ο αξιοπρεπής τελάλης κύριος Σπύρος Αλεξίου (κάποιοι παλιότεροι μιλούσαν για τον Κοσταμό, που είχε πολύ δυνατή φωνή) και ο τυφλός με το ραβδί του, που ερχόταν κάθε χρόνο στο «Λάμποβο» και επαναλάμβανε «Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Ελεήστε κύριε τον αόμματο».

Λειψές είναι σίγουρα οι ξεθωριασμένες αυτές εικόνες με πολλές απουσίες και λάθη, που μπορούν να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν από κάποιους άλλους παλιότερους ή με δυνατότερη μνήμη. Και μπορεί να μας προκαλούν σήμερα μια γλυκιά παραλυτική νοσταλγία, αλλά πίσω από αυτές τις εικόνες υπήρχε φτώχεια, πόνος και δυσκολίες, γιατί ο κόσμος, «τέκνο της ανάγκης», βίωνε και τότε μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα, που με άλλους όρους την βιώνει και σήμερα και υπήρχαν περίοδοι που οι εκθέτες ήταν λιγότεροι και έλεγαν «φτωχότερος ήταν εφέτος ο Λάμποβος».

Άνθιζε όμως και τότε, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, το χαμόγελο, ο κόσμος έπαιρνε τα αναγκαία «καλούδια» και δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα, τον δύσκολο χειμώνα και τον χρόνο που έρχονταν. Ας κάνουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε για να ανθίσει και σήμερα το χαμόγελο και η ελπίδα και ας ευχηθούμε «Να είμαστε καλά» και «Του χρόνου» στο «Λάμποβο».

In this article

Join the Conversation