O “Ζάλαζος” ο λαδάς και οι ελιές της Παραμυθιάς

Την ιστορία του Ζάζαλου του Λαδά, ενός εμπόρου που αγόραζε τις ελιές και το λάδι από το φημισμένο παζάρι του Σαββάτου της Παραμυθιάς και που τις πούλαγε ανα...

 

Μια παλάντζα να ζυγίζει τις ελιές και για το λάδι δύο δοχεία από χονδρό χαλκό το ένα να παίρνει οκά και το άλλο μισή. Τα ίδια με αυτά που έχουν σήμερα οι ταβέρνες και τα κρασοπωλιά που τα γεμίζουν απ’ ευθείας από το βαρέλι. Τα δοχεία αυτά τάκαμε παραγγελιά στο χαλκουργείο του Χρήστου Ζαφειρόπουλου που ήταν – τότε – κοντά στο χάνι του Ματσάγγα και το φαρμακείο του Στεφάνου στο Γυαλί Καφενέ. Έδωσε όμως εντολή στον τεχνίτη τα δοχεία να γίνουν λίγο λειψά (σκάρτα μικρά).Η σκάλα της Παραμυθιάς – που ήταν πρόσφατα η ταλαιπωρία της Εγνατίας οδού λόγω του εδάφους – και η σκάλα του μέγα λόγγου Χίνκας Κουρέντων, ήταν τα λημέρια των κλεφτών. Κάθε βδομάδα στην Παραμυθιά γινόταν παζάρι και εκεί διάλεγε καλό πράμα από λάδι και ελιές. Ελιές αλατισμένες σε καλάθες, σουφρωμένες, ζαρωμένες, αλλά νοστιμότατες. (Από αυτές μούβαζε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου όταν πήγαινα μικρός τα πρόβατα για βοσκή 8 έως 10 μετρημένες στο σακούλι με ένα κομμάτι κουλούρα μπομποτίσια και παγούρι με νερό τρώγοντας και πίνοντας μια γουλιά για ξεκούμπιασμα).

Με τον τρόπο αυτό κέρδιζε μια μικρή ποσότητα λαδιού. Άλλωστε ποιος θα το πρόσεχε; Τα δρομολόγια που έκαμε ήταν πότε από το μεγαλόγγο μέσω Κουρέντων, Βροσίνα, και γύριζε πίσω στα λαδοχώργια Πλακωτή και Ουστίνα – και τα δυο χωριά έχουν αλλάξει όνομα που δεν γνωρίζω – και πότε μέσω Τύριας, Λάκκας Σούλι, Παραμυθιά, περνώντας από τη θέση σκάλα που ήταν ο φόβος και τρόμος των περαστικών από τους κλέφτες. Δυστυχώς δεν υπήρχε άλλο πέρασμα, θα περνούσες οπωσδήποτε από εκεί.

Επειδή είχε πολλά έξοδα με τα μουλάρια έπρεπε να τα ταΐζει καλά – φρόντιζε το κάθε δρομολόγιο να έχει διπλό κέρδος. Γι’ αυτό προς τα εκεί προμηθεύονται καλό καπνό από το Μπιστούνι και πωλούσε στα χωριά κρυφά, σε ανθρώπους της απολύτου εμπιστοσύνης του. Σ’ έπιανε η αστυνομία με ποσότητα καπνού, χάθηκες, γραμμή εξορία. Φόβο και τρόμο είχε από το σταθμό Χωροφυλακής Κουρέντων και Τύριας. Καρτέρι τούκανε ο Σταθμός Χωρ/κής Κουρέντων στη θέση σκάλα στο μεγαλόγγο. Νύχτα μεσάνυχτα, το φεγγάρι στο πυκνό δάσος με τα πανύψηλα δένδρα σχεδόν ανύπαρκτο. Καβάλα στο ένα μουλάρι και το άλλο φορτωμένο με καπνό. Για μια στιγμή το μουλάρι που ήταν καβάλα δεν προχωρούσε κάμοντας συνέχεια ένα φρ, φρ, Ντε, ντε, πουθενά να κάμει βήμα. Κατάλαβε αμέσως ότι κάποιοι τούκαναν καρτέρι, αλλά, δεν ήξερε τι είναι, αστυνομία ή οι κλέφτες; Τα ζώα τη νύχτα βλέπουν, ακούνε και οσφρίζονται καλά. Πρώτη του δουλειά να ξεφορτώσει τον καπνό παραμερίζοντας από το δρόμο σε φουντωτό και τραβώντας τα μουλάρια πιο πέρα ακούει τη λέξη αλτ. Τότε τους λέει: Τι είστε βρε παιδιά; Εγώ είμαι ο Ζάζαλος ο λαδάς, πάω στα λαδοχώρια για λάδι. Τον καπνό θέλουμε που έχεις φορτωμένο να μας φέρεις. Ποιον καπνό βρε παιδιά, καλάθες αδειανές έχω και ασκιά για λάδι. Ερευνήσαν τα δυο μουλάρια αλλά μάταια.

 

 

Κακώς μας πληροφόρησαν είπαν και έφυγαν. Σαν πήρε ημέρα γύρισε, το φόρτωσε και το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι. Αφού πωλούσε τον καπνό στους ανθρώπους που τούχε παραγγελιά φόρτωνε το καινούργιο εμπόρευμα και γυρνούσε τα χωριά με τη σειρά, έβαζε τη μεγάλη φωνάρα του, λάδι, καλό λάδι, ο λαδάς.

Αμέσως οι γυναίκες με τις γαράφες τις μισοκάρες στις αργαλίσες τσάντες – σπάνια έβλεπες καμιά εχούμενη γυναίκα με πλόσκα – γέμιζε η πλατεία του χωριού. Στο κάθε χωριό είχε και από ένα φίλο να τ’ όχι γύρισμα. Στο χωριό μου Χίνκα είχε γύρισμα για διανυκτέρευση το σπίτι του γείτονά μου Δημήτρη Δάλλιου, καλός νοικοκύρης, χρόνια αρτεργάτης στα Γιάννινα. Μεσάνυχτα χειμώνα-καλοκαίρι, ο θόρυβος από τα πέταλα των μουλαριών ξεσήκωνε τα σκυλιά της γειτονιάς γαυγίζοντας, και όλοι έλεγαν, α, θα ήλθε ο λαδάς ο Ζάζαλος. Σε ένα χωριό των Κουρέντων – κατά ομολογία του μακαρίτη του γιατρού Παπαγγέλη – εκεί που ζύγιζε ελιές και έβαζε λάδι στις γαράφες – μπουκάλες – μια χήρα που είχε χάσει πρόσφατα τον άνδρα της τον πήρε χαμπάρι ότι η οκά ήταν σκάρτη, μικρή. Εκτός αυτού παρακολούθησε και κάτι άλλο: το δοχείο δεν το γέμιζε μέχρι την κορυφή, και στο γύρισμα δεν άφηνε το δοχείο να στραγγίσει καλά το λάδι. Όταν το λάδι είναι παχύ και είναι και χειμώνας, μια ποσότητα λαδιού μένει στο δοχείο. Την πήρε χαμπάρι ο λαδάς που τα παρακολουθούσε όλα αυτά η χήρα και φίδια άρχισαν να τον ζώνουν. Τελευταία έμεινε η χήρα. Δυο γαράφες είχε. Έπρεπε να γεμίσουν με την οκά και οι δύο. Γέμισε η μία και η άλλη πήγε λίγο πιο πάνω από τη μέση.

Σκούρο ήταν το γυαλί από τις μπουκάλες, αλλά το μάτι της χήρας δεν γελιέται. Τότε δεν άντεξε και του λέει: Αμ’ μωρέ προκομένε, δεν φτάνει που την έχεις μικρή, την βάζεις και λειψή, αλλά δεν την αφήνεις και να στραγγίσει. Κοκκίνησε ξανακοκκίνησε ο λαδάς, έγινε παπαρούνα αλλά, τι νάλεγε; Είπε μόνο μουρμουριστά χωρίς να ακουστεί: Αχ τι σούνε αυτές οι γυναίκες!..

 

In this article

Join the Conversation