Οι μνήμες με ρίζες τον μαύρο Σεπτέμβρη της εκτέλεσης των 49 | Γράφει η Αγνή Δρίμτζια*

Το πένθος και ο πόνος που μοιράστηκαν σχεδόν όλες οι οικογένειες της Παραμυθιάς έγινε ο δεσμός που δεν επέτρεψε το μίσος του εμφυλίου να εισχωρήσει στην πόλη

Share

Ο Σεπτέμβρης είναι ένας μήνας ανασυγκρότησης , οργάνωσης της οικογένειας για τον επερχόμενο χειμώνα . Έτσι ήταν και για τη δική μου οικογένεια… μόνο που όταν έμπαινε ο Σεπτέμβρης τα μάτια του πατέρα μου σκιάζονταν από μια μελαγχολία ανάμεικτη με πόνο , θυμό αλλά και εγρήγορση… Σαν να ξύπναγε κάτι μέσα του… κάθε χρόνο… την ίδια  πάντα εποχή…

Και ήταν οι μνήμες που ξύπναγαν … μνήμες που είχαν τις ρίζες τους στο παρελθόν, στο Σεπτέμβρη του 1943… στο Μαύρο Σεπτέμβρη, όπως τον λέει κάθε χρόνο κλαίγοντας η θεία Βαρβάρα, 93 ετών σήμερα…

Όταν ήμουν μικρότερη δεν το καταλάβαινα … αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια γίνονταν όλο και πιο έντονο… και αναρωτιόμουν γιατί δεν ίσχυε το ρητό « ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα»;;;; Πριν πολλά χρόνια τον ρώτησα και μου είπε: «Κάθε χρόνο παιδί μου αυτό το μήνα ξυπνούν οι μνήμες μου , όπως και όλων των συγγενών των εκτελεσθέντων»,  και σκουπιζοντας ένα δάκρυ αρχίζει τις διηγήσεις , κάποιες από τις οποίες θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας.

Δεν επιθυμώ  να αναμοχλεύσω πάθη ή να ξύσω πληγές. Πώς  και γιατί οι μνήμες ενός εξάχρονου αγοριού , τόσο ήταν ο πατέρας μου τότε, υπάρχουν ολοζώντανες 76 χρόνια;;;

Κάθε χρόνο ζούμε την αγωνία του για να είναι όλα όπως πρέπει για το μνημόσυνο των 49, ταξίδια στην Παραμυθιά , επαφές με τις τοπικές αρχές… να μην ξεχαστεί η θυσία…γιατί, μου έλεγε, οι νεκροί πεθαίνουν όταν τους ξεχνάμε!!

Αυτό προσπάθησε να μας το εμφυσήσει… , δύσκολο έργο μιας και εμείς , οι κόρες του , είμασταν απορροφημένες στις υποχρεώσεις της ζωής μας και δεν είχαμε νιώσει αυτό που ο πατέρας μας βίωνε κάθε χρόνο τέτοιες μέρες.

Πόσες φορές από πολύ μικρή έχω πει με υπερηφάνεια « ο παππους μου ήταν ένας από τους 49 που εκτέλεσαν οι Γερμανοί» και αυτό ήταν για μένα… ένα παράσημο στο στήθος!

Και καλούμαι σήμερα να μιλήσω ενώπιων όλων σας  για κάτι που  ακούω σε όλη μου τη ζωή… μέσα όμως από τη ματιά του 6χρονου αγοριού εκείνου του Σεπτέμβρη…του πατέρα μου. Και σήμερα ο Θεός με αξίωσε με υπερηφάνεια να στέκομαι απέναντι στις θείες μορφές τους για να μιλήσω.

Όλοι γνωρίζετε τα ιστορικά γεγονότα …. Η Θεσπρωτία ζούσε ένα ιδιότυπο καθεστώς τριπλής κατοχής Ιταλοί, Γερμανοί  και οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της περιοχής. Οι τελευταίοι μένουν σαν μειονότητα μετά από την εξαίρεσή τους από τις ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1925(διπλωματικό σφάλμα έχει χαρακτηριστεί) και ήταν αυτοί οι πιο σκληροί…. Η άγρια τρομοκρατία που έχουν εγκαταστήσει οι Τσάμηδες στη Θεσπρωτια φέρνει και την εμφάνιση των αντάρτικων ομάδων στις αρχές του 1943.Και τα πράγματα χειροτερεύουν με την εγκατάσταση στην Ήπειρο της Μεραρχίας «Εντελβάις» , μιας από τις επίλεκτες μονάδες του Γερμανικού στρατού με επικεφαλής μερικούς από τους αξιωματικούς του ναζιστικού πανθέου Μην ξεχνάμε ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα στο Κομμένο, τη Μουσιωτίτσα, στους Λυγκιάδες…

Τον Αυγουστο του 1943 ενωμένες οι δυνάμεις των τριών δυναστών της Θεσπρωτίας καταστρέφουν με πρωτοφανή αγριότητα τα χωριά του κάμπου της Παραμυθιάς και του Φαναρίου. Φονικά, βιασμοί , λεηλασίες αγριότητες που δεν βρίσκουν δικαίωση μέχρι και σήμερα.

Τον 15Αύγουστο μικτά αποσπάσματα Γερμανών και Τσάμηδων συλλαμβάνουν 35 Παραμυθιώτες και τους μεταφέρουν στα Γιάννενα με την κατηγορία της συνεργασίας με τους αντάρτες. Λόγω της διαφωνίας με τις Ιταλικές αρχές που αγνοήθηκαν στην όλη επιχείρηση, η εκτέλεση των 35 αποσοβείται την τελευταία στιγμή…

8 Σεπτεμβρίου 1943 οι Ιταλοί συνθηκολογούν και η συνεργασία Τσάμηδων και Γερμανών δεν έχει πια εμπόδια… Η αφορμή  για την ολοκλήρωση του εγκλήματος που απέτυχε να υλοποιηθεί το δεκαπενταύγουστο δίνεται σε μια συμπλοκή 6 Γερμανών στρατιωτών με τους αντάρτες στην περιοχή της Σκάλας την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου.

Η αρχή του τέλους…. Ένας προς δέκα τα αντίποινα… αυτό είναι το μέτρο… Το ξέρουν όλοι… Ένας προς δέκα… η βαριά απειλή πλανιέται πάνω από την Παραμυθιά … ένα σιωπηλό προσκλητήριο γίνεται στις γειτονιές της πόλης κάθε πρωί… όλοι εδώ;;;

Η λίστα συντάσσεται τάχιστα από τους αδερφούς Ντίνο… Η ευκαιρία που περίμεναν ήρθε… ήρθε η ώρα να κλείσουν τα σπίτια που ήθελαν … να ξεκαθαρίσουν οι λογαριασμοί…

Τα σκοτάδια της νύχτας της 27ης Σεπτεμβρίου φωτίζονται από φωτοβολίδες … η ιστορία παίρνει το ανεξίτηλο  μολύβι για να ξεκινήσει να γράφει το δράμα μιας ολόκληρης πόλης…αρχίζουν οι συλλήψεις… μέχρι το πρωί…

Ο Γιώργος (δεν έχουν σημασία τα επίθετα…) καθισμένος στο πεζούλι του σπιτιού του αφηγείται στον πατέρα μου:

«Ήταν 10 η ώρα πρωί στις 28 του Σεπτέμβρη. Ήμουν στην αυλή με τον αδερφό μου και παίζαμε. Ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος στη στέγη και διόρθωνε τα κεραμίδια. Προετοιμασία για το χειμώνα . Πρώτα το σπίτι και τη οικογένεια. Κορώνα στο κεφάλι τους. Χτυπάει η εξώπορτα δυνατά. Την ανοίγω και εμφανίζονται τρεις οπλοφόροι, δύο Μουσουλμάνοι και ένας Γερμανός. Ζητούν τον πατέρα μου. Του φωνάζω και κατεβαίνει από τη στέγη. Λες και τους περίμενε. Τον προστάζουν να τους ακολουθήσει στο Σχολείο.Ίσα που πρόλαβε να χαιρετίσει τη μάνα μου και εμάς. Ήταν το τελευταίο αντίο. Χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Στο σχολείο τον περίμεναν και οι άλλοι. Η καθημερινή του παρέα. Όλοι τους είχαν την κοινή τους μοίρα. Η μάνα μου δεν κοιμήθηκε , ήταν ανήσυχη. Την άλλη μέρα το πρωί 29 Σεπτέμβρη σηκώθηκε και βγήκε στην πόρτα. Άκουσε ριπές πολυβόλων. Το μυαλό της δεν πήγε στο κακό. Σε λίγο άκουσε κλάματα και οδυρμούς από πάνω , από το σπίτι της Χαραλαμπέσιας, της γιαγιάς μου. Είχαν την ίδια μοίρα»

Η γριά Αναστασία, αφού καλοδέχτηκε τον πατέρα μου ξετυλίγει τις μνήμες…

«Ήταν μεσημέρι 28 Σεπτέμβρη. Έπλενα στο πεζούλι την κατσαρόλα. Ήμουν 11 χρονών τότε. Βλέπω τρεις οπλοφόρους να έρχονται στο σπίτι. Δυο Μουσουλμάνους και ένα Γερμανό. Βιαστικοί ανεβαίνουν τη σκάλα και ζητούν τον πατέρα μου. Τον προστάζουν να τους ακολουθήσει. Εμείς τρεις μικρές κοπέλες βάζουμε τα κλάματα. Ο Γερμανός, νεαρός, με ακουμπισμένο το κεφάλι στην πόρτα έκλαιγε όπως εμείς. Προφανώς γνώριζε τι περίμενε τον πατέρα μου. Ίσως ήταν Αυστριακός. Τον πήραν και σπρώχνοντας τον οδήγησαν στο δρόμο και από εκεί στο σχολείο. Τελευταίο χαιρετισμό σηκώνοντας το χέρι κοντά στη στροφή.

Την άλλη μέρα το πρωί η μάνα μου με έστειλε στη αγορά να μάθω τι έκαναν τον πατέρα μου και τους άλλους. Κατεβαίνοντας βρήκα το Φώτο να ανεβαίνει. Είχε πάει κι αυτός να μάθει για τον αδερφό του και τον ανιψιό του Δήμο, 18 χρονών. Τον ρώτησα και μου είπε « Γύρισε , τον σκότωσαν». Κόπηκαν τα πόδια μου. Πήγα και είπα το μαντάτο στη μάνα μου που με περίμενε στην πόρτα. Έπεσε κάτω….»

Και το απόσπασμα από το ποίημα του Παναγιώτη Τσαμάτου  που περιγράφει τη συγκλονιστική νύχτα στο σχολείο :

¨… κι εκείνος ο νεαρός ο γυμναστής (ο Νίκος Γιαννάκης) απ‘ τον καημό του όλη την ώρα μουρμουράει το «Γεροδήμο». Για κείνον έγινε ο θάνατος τραγούδι.

«Μακαρία η οδός ήν πορεύει σήμερον..»Παπαβαγγέλη, τη φανταζόσουν τέτοια χάρη από τη μοίρα; Ορθός κι ίσος προς ίσο με το θάνατο κοιτώντας τον κατάματα να ψέλνεις τη θανή σου; Να ταν τα πράγματα αλλιώς ένας χορός θα σου ‘ πρεπε. Να σέρνεις το χορό σαν πρωτοχορευτής κάτω από τον πλάτανο του Ελευθεροχωρίου στο πανηγύρι του Αι Λιά, έτσι λεβεντόκορμος που ήσουν και να σε καμαρώνουν οι πιστοί. Και τώρα εσύ ταπεινός λευίτης να τελείς στη φυλακή και ώσπου να φέξει η μέρα τη νεκρώσιμη στερνή ακολουθία στους συγκρατούμενούς σου.

Όμως αυτή η μάζωξη δεν είναι δίκαια μοιρασμένη. Παιδιά αμούστακα και μικροπατεράδες, άφησαν πίσω ρημαγμένες αγκαλιές΄. Πώς να κρατήσεις το λυγμό στο «αιωνία η μνήμη»;

Αυτοί θα ήταν οι νεκροί, αυτοί ο παπάς και ψάλτης, αυτοί το πλήρωμα της εκκλησιάς, αυτοί νεκροί και ζώντες.

Και η μαρτυρία του πατέρα μου… έξι χρονών τότε…

«Παραμονή της εκτέλεσης 28 του Σεπτέμβρη. Το πρωί έρχονται στο σπίτι μου που είναι στην κορφή της Παραμυθιάς με την ίδια σύνθεση και ζητούν τον πατέρα μου. Οι Μουσουλμάνοι γνωστοί , φίλοι μας. Κάθε μέρα έπιναν τον καφέ τους στο μαγαζί του πατέρα μου και μετά ξεκίναγαν για τη δουλειά τους. Οι γυναίκες τους το πρωί, έβγαιναν στον τοίχο και μας καλημέριζαν. Θυμάμαι , όταν γίνονταν τα σκάμινα και τίναζαν τη σκαμνιά, μάς φώναζαν να μασούμε.  Εκείνη  τη μέρα δεν μας γνώρισαν. Τα παιδιά τους συνομήλικά μας, ο Τάτης και ο Κασμής κάθε μέρα παρουσιάζονταν στην πόρτα και μας ζήταγαν για παιχνίδι μαζί στις λύπες μαζί και στις χαρές. Οι γονείς τους ήξεραν πως θα γίνουν συλλήψεις και τι θα τους κάνουν. Όλα ξεχάστηκαν μπροστά στο μίσος. Γιατί όμως;;; Εμείς Θεό κι αυτοί Αλάχ , που λέει το τραγούδι.

Με βίαιο τρόπο τον οδήγησαν έξω, τον έβαλαν στη μέση και κατηφόρισαν την πέτρινη σκάλα. Φώναξε ο καημένος την αδελφή μου τη Βαρβάρα να του πάει το παγούρι με το νερό. Ένας Μουσουλμάνος τον έσπρωξε λέγοντας «Στο σχολείο θα πιείς νερό». Ο Κύριος επάνω στο Σταυρό δίψασε και ζήτησε νερό. Οι σταυρωτές του του έδωσαν, οι Μουσουλμάνοι δεν άφησαν τον πατέρα μου να πιεί νερό. Η άκρα ταπείνωση του Ευαγγελίου. Στη στροφή του οικοπέδου του Βενέτη ανηφόριζε ένας γείτονας Μουσουλμάνος. Του είπε βιαστικά «Μπράχο , Μπράχο πρόσεξε τη Βαρβάρα. Οι κοπέλες ήταν το αδύνατο σημείο της οικογένειας. Ήξερε τι τον περιμένει. Χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Μου έμεινε η φιγούρα του φορώντας το καπέλο του. Είναι η μόνη εικόνα αποτυπωμένη στο μυαλό μου.

Η μάνα μου όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Ήταν ανήσυχη. Πρωί βγήκε πάνω από την εξώπορτα και αγνάντευε προς το Γαλατά μήπως δει τα φορτηγά να τους πάνε εξορία. Έτσι είχαν διαδώσει. Σε λίγο βλέπει τη Ζωίτσα , γειτόνισσα να ανεβαίνει το δρόμο. Είχε κατέβει στην αγορά να μάθει για τον αδερφό και τον 18χρονο ανιψιό της. Της φώναξε «Τι κοιτάς στραποκαμένη, έγινες και συ νοικοκυρά»

Η μάνα μου κατάλαβε. Μπήκε μέσα και άρχισε το μοιρολόι , όπως συνήθιζαν. Πίσω κι εμείς. Έξι και ο Πέτρος στη σαρμανίτσα… επτά. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας.

Ξεκίνησαν αρκετές γυναίκες , αναμαλλιασμένες να πάνε στον τόπο της εκτέλεσης αλλά στο Καρκαμίσι είχαν στήσει μπλόκο Γερμανοί και Μουσουλμάνοι και δεν τις άφησαν να προχωρήσουν. Γύρισαν πίσω. Τη άλλη μέρα η μάνα μου, μάζεψε τα ερείπια της ψυχής της, μας μάζεψε στο ματζάτο και μας είπε «Τον πατέρα σας τον σκότωσαν. Πρέπει εμείς να αγωνιστούμε για να ζήσομε.» Τότε ο μεγαλύτερος αδερφός μου ο Βασίλης τη ρώτησε « Μάνα, και το Θεό τον σκότωσαν; Όχι παιδί μου , του είπε. Ε, αυτός θα μας βοηθήσει!, απάντησε. Θυμάμαι τα λόγια του παππού μου « Ο Θεός ορφανά έκανε, άμοιρα δεν έκανε».

Η Πολιτεία μετά την απελευθέρωση σε όλα τα ορφανά επεφύλαξε μια πολύ δυσάρεστη και θλιβερή έκπληξη που μάτωσε για άλλη μια φορά τις ευαίσθητες παιδικές ψυχές. Θεώρησε τα ορφανά ξεχωριστή κατηγορία παιδιών  και στα ενδεικτικά που έδινε το σχολείο αναγράφονταν η ένδειξη «ορφανό πατρός», σαν να μην ήταν παιδιά του ίδιου Θεού. Μετά από πολλά χρόνια και αφού η ζημιά στις παιδικές ψυχές είχε γίνει διόρθωσε το λάθος, χωρίς φυσικά συγνώμη…

Η πορεία της ζωής των οικογενειών συνεχίστηκε κάτω από το βλέμμα του Θεού…

Οι συνέπειες του χαμού τραγικές και αποτυπώνονται στην τελευταία μαρτυρία που θα αφηγηθώ για να γίνουμε όλοι για λίγο κοινωνοί των συνθηκών που επικρατούσαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια στην μικρή πόλη της Παραμυθιάς…θα μπορούσε να είναι ιστορία οποιασδήποτε από τις οικογένειες των εκτελεσθέντων και είμαι σίγουρη ότι θα υπάρχουν και άλλες πολλές….

Ο θάνατος του Πέτρου με τα μάτια ενός εξάχρονου.

Τρεις μήνες μετά την εκτέλεση του πατέρα μου από τους Ναζί και τους Μουσουλμάνους με τους 49 Πρόκριτους Παραμυθιάς, στο σπίτι μείναμε επτά ανήλικα παιδιά , με τον Πέτρο 9 μηνών στη σαρμανίτσα. Οι περισσότερες οικογένειες τότε ήταν πολύτεκνες και ο προστάτης πατέρας φρόντιζε από την αρχή του φθινοπώρου να εξασφαλίσει για την οικογένεια τα απαραίτητα τρόφιμα ώστε ο ερχομός του χειμώνα να τη βρει έτοιμη. Να όμως που οι Μουσουλμάνοι και οι Ναζί άλλα ήθελαν.

Το βασικότερο αγαθό μέσα στην οικογένεια ήταν το λάδι. Όποιοι είχαν το λάδι και το καλαμπόκι ήταν νοικοκύρηδες. Σε μας η «καπάσα» με το λάδι άδειασε και η μάνα μου, ακολουθώντας τις συνήθειες του πατέρα μου, προπαραμονή Χριστουγέννων του 1943 με δύο άλλες χήρες , με τα πόδια, χαράματα έφυγαν για την Πάργα, μια πορεία έξι ωρών για να μαζέψουν ελιές.. Θα περνούσαν από Μουσουλμανοκρατούμενα χωριά με πολλούς προσωπικούς κινδύνους. Τους αψήφησαν όμως μπροστά στην έντονη επιθυμία να επιβιώσει η οικογένεια.

Στο σπίτι, άφησε «στο ποδάρι της» την αδελφή μου Βαρβάρα, 17 χρονών τότε. Αυτή θα ήταν η μάνα, αυτή και ο πατέρας.

Όταν βράδιασε μας μάζεψε στο «ματζάτο»-καθιστικό και ύστερα από μια υποτυπώδη διατροφή, μας έστρωσε στο πάτωμα, κατά σειρά και ηλικία, μας σκέπασε με μια βελέτζα και αυτή έπιασε θέση δίπλα στη σαρμανίτσα , κοντά στον Πέτρο για να την κουνάει με το πόδι.

Έξω ο καιρός πολύ άσχημος. Καρδιά του Χειμώνα. Ο αέρας μούγκριζε λες και θα σήκωνε το σπίτι. Το κρύο βελόνιαζε μέχρι τα κόκκαλα.

Όλα έδειχναν ότι η βραδιά θα κυλούσε ήσυχα.

Τα μεσάνυχτα και στον ερχομό της άλλης μέρας, παραμονή Χριστουγέννων, ο Πέτρος άρχισε να «ροχαλίζει». Το ροχαλητό ασυνήθιστο, γινόταν όλο και πιο έντονο…

Η Βαρβάρα , φανερά ανήσυχη, σηκώνεται , δυναμώνει τη λάμπα, χαλαρώνει τη «φασκιά» αλλά το ροχαλητό όλο και δυνάμωνε. Κάτι κακό προμήνυε.

Δίπλα ήταν το σπίτι της Μουσουλμάνας Τζέκος, καλή γειτόνισσα. Ανοίγει το παράθυρο, την καλεί σιγά να έρθει γιατί ο Πέτρος κινδυνεύει. Αμέσως ήλθε και μόλις μπήκε στο δωμάτιο , είδε το εικόνισμα στον τοίχο και κάλεσε τη Βαρβάρα να της το δώσει. Το πήρε με πρωτοφανή ευλάβεια και το τοποθέτησε στο στήθος του Πέτρου.

Δυστυχώς ο Πέτρος είχε πάρει άλλο δρόμο… Την επόμενη θα ερχόταν το Θείο Βρέφος… Δεν περίμενε.. Έτσι κανόνισε η Θεία Πρόνοια…

Η Τζέκο έφυγε αφήνοντας τη Βαρβάρα μόνη αντιμέτωπη με μια θλιβερή πραγματικότητα… το θάνατο του Πέτρου…

Εμείς άφωνοι παρακολουθούσαμε κάτω από το σκέπασμα, τη βελέτζα, όσα συνέβαιναν. Δεν μπορούσαμε να προσφέρουμε τίποτε.

Η Βαρβάρα δεν παραιτήθηκε όμως… συνέχισε τις προσπάθειες για τη σωτηρία του Πέτρου. Αισθανόταν βαριά την ευθύνη. Έπρεπε το βράδυ που θα ερχόταν η μάνα να «παραδώσει» σωστό τον αριθμό των παιδιών που παρέλαβε, σύνολο 7.

Σαν μια άλλη λαφίνα του τραγουδιού έτρεχε ανήσυχη, μόνη, χωρίς βοήθεια και ,ενώ ο Πέτρος είχε σχεδόν τελειώσει,  πήρε τη δύσκολη απόφαση να καλέσει τη θεία Γκέλαινα, που έμενε σε κοντινή απόσταση από εμάς μήπως αυτή, μια που θήλαζε και το δικό της παιδί, θηλάσει και τον Πέτρο και τον σώσει.

Μα όμως ,πώς θα πήγαινε μόνη της… Σε πολύ κοντινή απόσταση ήταν Γερμανικό φυλάκιο και έπρεπε να περάσει χωρίς να γίνει αντιληπτή. Το είχαν ιδρύσει εκεί για να ελέγχει το μονοπάτι που κατέβαινε από το Κάστρο και από το οποίο περνούσαν οι αντάρτες και έπαιρναν πληροφορίες και τρόφιμα από πατριώτες.

Αψηφώντας τον κίνδυνο, έρπουσα μέσα στο σκοτάδι, για τη σωτηρία του Πέτρου έφθασε στο σπίτι της θείας και την έφερε. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο προσπάθησε να θηλάξει αλλά ο Πέτρος είχε φύγει..

Τότε με ακουμπισμένο το κεφάλι στη σαρμανίτσα ψιθύρισε «ΑΧ παιδί μου, δεν είχες τον πατέρα σου, να μην έχεις  και τη μάνα σου…», λόγια που θυμάται η Βαρβάρα και τα επαναλαμβάνει και σήμερα…

Ξημερώνοντας  Παραμονή Χριστουγέννων, ήρθε ο παππούς Δήμος, πατέρας της μάνας μου και έκανε την ετοιμασία για την κηδεία. Έκοψε το κεφαλάρι και τα πόδια της σαρμανίτσας , την έκανε φέρετρο και συνοδευόμενος από τη Βαρβάρα, τη θεία τη Γκέλαινα και τη Ζωίτσα , τη μαμή, πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο του Αι Νικόλα. Όλα κι όλα τέσσερα άτομα με τον παππού να κρατάει στην αγκαλιά τη σαρμανίτσα-φέρετρο, χωρίς παπά , χωρίς συνοδεία. Τον Πέτρο παν στην Εκκλησιά, τον Πέτρο παν στον τάφο.

Εμείς πιασμένα από τα σίδερα του παραθυριού βλέπαμε την κουστωδία να βαδίζει στο μονοπάτι προς το νεκροταφείο με βήματα βαριά – βαριά και αργά- αργά, μια νεκρική πομπή ασυνήθιστη.. ώσπου χάθηκε στη στροφή του δρόμου.

Σε λίγη ώρα , αφού έγινε η ταφή, γύρισαν. Η Βαρβάρα τότε μας είπε « Τον Πέτρο τον θάψαμε στη ρίζα της ελιάς, σημάδι αιώνιο. Εκεί θα τον βρει η μάνα»

Το βράδυ θα γύριζε η μάνα… Η δεύτερη πράξη του δράματος… Αλήθεια τραγικές στιγμές… Έπρεπε και εδώ η Βαρβάρα να είναι η ηρωίδα.

Το βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων, μια γειτόνισσα είπε στη Βαρβάρα πως έρχεται η μάνα, ζαλωμένη τον ντενεκέ με το λάδι, ο κόπος της δουλειάς της στην Πάργα. Μόλις μπήκε στην πόρτα ζήτησε τον Πέτρο λέγοντας «Φέρτε μου τον Πέτρο να τον θηλάξω, πέτρωσε το στήθος μου». Ο παππούς Δήμος, πατέρας της, που είχαμε φροντίσει να είναι στο σπίτι, βγήκε στην πόρτα και της είπε «Έλα μέσα , έχεις και άλλα παιδιά…».

Κατάλαβε τι την περίμενε… Σωριάστηκε στο λιθόστρωτο… Άρχισε το μοιρολόι, κάτι χειρότερο από Μανιάτικο , που ράγιζε πέτρες…. Και τελείωνε με το οϊ οϊ…

Την άλλη μέρα , ανήμερα Χριστούγεννα, σέρνοντας τα πόδια πήρε το δρόμο για το νεκροταφείο του Αϊ Νικόλα. Πήγε να βρει τον Πέτρο. Η Βαρβάρα από την πόρτα της φώναξε «Μάνα , εκεί στη ρίζα της ελιάς είναι ο Πέτρος»

Αργότερα όταν ήρθαν οι καλές μέρες , η μάνα μου κάθε τρεις και λίγο μας έλεγε «…εκεί στη ρίζα της ελιάς θέλω να με θάψετε. Εκεί… στον Πέτρο»

Η επιθυμία της ικανοποιήθηκε….

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 1943 χαράματα 49 μορφές με το φωτοστέφανο του μάρτυρα πήραν το δρόμο της θυσίας με αξιοπρέπεια… θυσιάστηκαν στο βωμό ενός παράλογου και αδιέξοδου πολέμου… στο βωμό του θρησκευτικού μίσους που παράλογα καλλιεργήθηκε για να εξυπηρετήσει συμφέροντα τα οποία απέβλεπαν στην Αλβανοποίηση της Θεσπρωτίας

Η Παραμυθιά άλλαξε σελίδα… Το πένθος και ο πόνος που μοιράστηκαν σχεδόν όλες οι οικογένειες έγινε ο δεσμός που δεν επέτρεψε το μίσος του εμφυλίου να εισχωρήσει και έτσι η μικρή πόλη δεν έζησε τον αδελφοκτόνο αλληλοσπαραγμό που έζησαν άλλες περιοχές της Ελλάδας. Η θυσία των 49 δεν πήγε χαμένη….

Είμαι συναισθηματικά φορτισμένη, σαν εγγονή εκτελεσθέντα και για το λόγο αυτό ζητώ να κρίνετε την ομιλία μου με επιείκεια . Προσπάθησα το περιεχόμενο της ομιλίας μου να είναι ακριβές αντλώντας πληροφορίες από μαρτυρίες παιδιών εκτλεσθέντων και κείμενα εγνωσμένου κύρους και αξιοπιστίας ιστορικών του τόπου μας.

Εμείς , όλοι εμείς και άλλου πολλοί που νοερά βρίσκονται ανάμεσά μας, ήλθαμε σήμερα εδώ , όπως κάνουμε εδώ και πολλά χρόνια, στο προσκηνυτάρι της φυλής μας με τις 49 θείες μορφές, να τιμήσουμε του νεκρούς με τις τιμές που τους πρέπουν και να τους υποσχεθούμε επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Σπαρτιάτη πολεμιστή : «Άμες δε γ’εσσόμεθα πολλώ κάρρονες» – Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας.

Η πατρίδα μας είναι διάσπαρτη από τέτοια προσκυνητάρια – μνημεία ολοκαυτωμάτων που μαρτυρούν την ανδρεία της φυλής μας και τον πόθο για ελευθερία.

Τελειώνοντας και απευθυνόμενη στους ισχυρούς της γης επαναλαμβάνω τον στίχο του ποιητή «Μη, παρακαλώ σας ,μη λησμονάτε τη χώρα μου».

Αγνή Δρίμτζια, ειναι εγγονή εκτελεσμένου και διαχειρίστρια του μουσείου αργυροτεχνίας Ιωαννίνων



In this article

Join the Conversation