Για τα 200 χρόνια από το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη | Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Το όνομά του να γίνει ο άνεμος, που θα φτάσει στην έρμη Ήπειρο, στο ορφανό Σούλι, να το πάρουν οι ποιητές, να το κάνουν ποιήματα, οι μούσες τραγούδια.

Διακόσια χρόνια κλείνουν από τον ηρωικό θάνατο, του Σουλιώτη εθνικού ήρωα.

Κορυφαίος της γενιάς των Μποτσαραίων, κορυφαίος του γένους των Σουλιωτών υπήρξε, αναμφισβήτητα, ο Μάρκος. Αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της Σουλιώτικης καλοψυχίας αλλά και της πολεμικής θρασύτητας. Υπήρξε ο πιο μεγάλος Μπότσαρης, ό πιο τρανός Σουλιώτης!

Ο στρατηγός του 1821 που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή και θυσιάστηκε μαχόμενος σαν απλός στρατιώτης. Σκοτώθηκε στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, 9 -10 Αυγούστου 1823

Ήταν σπάνιες οι αρετές του, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η ευφυΐα του, η καλοσύνη του, η φιλοπατρία του, η στρατιωτική και στρατηγική του ικανότητα. Τίμησε το όνομά του όσο κανένας άλλος και θυσιάστηκε για την πατρίδα στο πεδίο της μάχης, παλικαρίσια και κατέχει δικαιωματικά μία από τις πρώτες θέσεις, στο πάνθεον των ηρώων της επανάστασης του 1821.

Ό Μάρκος ως γνωστό, γεννήθηκε στο Σούλι το 1790. Ήταν μετρίου αναστήματος, καστανός, έξυπνος, και καλοσυνάτος. Όπως συνηθιζόταν στο Σούλι έμαθε από μικρός στα όπλα αλλά και τον πόλεμο μέσα από τις περιπέτειες της οικογένειάς και της πατρίδας του. Από μικρός διδάχτηκε την καλή χρήση των όπλων, το αξιόμαχο και την περιφρόνηση του κινδύνου.

Έχει καταλάβει πλέον δικαίως και επάξια μίαν από τις πρώτες θέσεις στο πάνθεον των ηρώων της προεπαναστατημένης και επαναστατημένης Ελλάδας. Αποτελεί προσωπικότητα σπανίων αρετών. Ήταν μεγάλο στρατηγικό μυαλό, πανέξυπνος στις διαπραγματεύσεις με τον εχθρό, αδάμαστος ήρωας, αφιλοκερδής αγωνιστής, ανώτερος άνθρωπος με ευγενή αισθήματα, με υψηλό φρόνημα, και όλες τις ψυχικές αρετές. Συνετός και τίμιος, ανδρείος, δίκαιος και φλογερός πατριώτης. Ό Μάρκος δραστήριος αλλά και σκεπτόμενος. Δεν ήταν μόνο ικανός να εκτελεί διαταγές αλλά και να παίρνει πρωτοβουλίες. Όσο άγριος και τραχύς ήταν κατά τις μάχες, άλλο τόσο μετριόφρων και ντροπαλός ήταν μακριά από τις μάχες.

Εμπνεόταν από τα ιδανικά της ελευθερίας, ήταν οραματιστής. Οι λόγοι του έκαναν πάντοτε βαθιά εντύπωση, όταν ενθάρρυνε τα παλικάρια του δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην καταφρόνηση των υλικών αγαθών. Μιλούσε με μεγάλη αγάπη και πατριωτισμό, ήταν στρατιωτικός αλλά και πολιτικός νους, ήταν ονειροπόλος και είχε σχέδια για την πατρίδα.

Ζώντας στην Αυλή του Αλή-πασά, στην Κέρκυρα, στην Ιταλία, στον Γαλλικό στρατό, πλούτισε τις γνώσεις του, την πολεμική πείρα του, μεγάλωσε η αυτοπεποίθησή του, ολοκληρώθηκε με ανθρωπισμό και γνώσεις.

Σε μικρή ηλικία δέχτηκε τον διορισμό του υπό του Αλή ως διοικητής του Κακόλακου το 1815. Το 1820-21 επέτυχε τη μεγάλη του ανάδειξη ως πολεμικός αρχηγός της επιθετικής φάλαγγας των Σουλιωτών στην Ήπειρο. Ήταν τότε που μεγαλούργησε στην Ήπειρο, από Άρτα ως Γιάννινα με πραγματικούς άθλους.

Το 1822 μεσουρανεί στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου κατά την πρώτη πολιορκία του. Διαπραγματεύτηκε άριστα με τον Όμέρ-Βρυώνη και κατόρθωσε να χρονοτριβήσει μέχρις ότου κατέφθασαν οι ενισχύσεις.

Το 1823 διορίστηκε Αρχιστράτηγος της Δυτικής Ελλάδος αλλά προκειμένου να σταματήσουν οι ζηλοφθονίες από Ρουμελιώτες και Σουλιώτες καπεταναίους, έσκισε το δίπλωμα λέγοντας:
«Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα με το σπαθί του από τα χέρια του πασά της Σκόντρας!…» και ζήτησε ομοψυχία από τους Σουλιώτες. Πήγε και πήρε το δίπλωμα του αρχιστρατήγου και το επισφράγισμα της αντρειοσύνης, αφού έφτασε έξω από την σκηνή του. Περνώντας με το σπαθί του ανάμεσα σε χιλιάδες εχθρούς και σκοτώνοντας ανελέητα εχθρικό ασκέρι. Έτσι, με την ηρωική θυσία, του έγινε αθάνατος, 33 ετών.

Ό Μάρκος Μπότσαρης είναι από τούς λίγους καπεταναίους του αγώνα, τέτοιας στρατηγικής αξίας και προσωπικής ανδρείας, μέγιστης πολιτικής σύνεσης, και ψυχικής ευγένειας. Άψογος, και αψεγάδιαστος, γεννημένος ικανότατος αρχηγός και πανάξιος μαχητής.

Ό Μάρκος ως οικογενειάρχης, σύζυγος και πατέρας, ήτο στοργικός και τρυφερός. Είχε νυμφευθεί στην Κέρκυρα το 1810 την Χρυσούλα, κόρη του αρματολού της Πρεβέζης Χρηστάκη Καλόγερου και είχε αποκτήσει τρία παιδιά. Τον Δημήτριο, κατόπιν στρατηγό και υπουργό των Στρατιωτικών,
την Βασιλική και την πανέμορφη Αικατερίνη ή Ρόζα, σύζυγο έπειτα του στρατηγού Καρατζά. Όταν ή οικογένεια του επανήλθε από την αιχμαλωσία, ανταλλαγείσα με τα χαρέμια του Χουρσίτ, την συνάντησε για λίγες μέρες στην Κόρινθο και αμέσως την έστειλε στην Αγκώνα της Ιταλίας κοντά στον επίσκοπο Ιγνάτιο. Αποχαιρετώντας την γυναίκα του ό Μάρκος της είπε:
«Όταν γίνει ειρήνη θα είμαι όλη μέρα με σένα, αλλά τώρα που είναι πόλεμος θέλω να είμαι μόνον με την πατρίδα!»

Ό Πουκεβίλ γράφει, ότι ό Μάρκος δάκρυσε από την συγκίνηση του όταν άκουσε ότι οι Ελβετοί αποφάσισαν να βάλουν τα παιδιά του δωρεάν στο Λύκειο. Όσον τρυφερός όμως και αν ήτο ό Μάρκος δεν υποχωρούσε μπροστά στην φιλοπατρία του και το στρατιωτικό του καθήκον. Η φιλοπατρία και μεγαλοψυχία του αποδεικνύεται ακόμη, όταν συγχώρησε τον φονιά του πατέρα του, τον Γώγο Μπακόλα ενώ είχε ορκισθεί εκδίκηση.

Αισθάνθηκε βαθιά τον φθόνο των άλλων καπεταναίων για την αρχιστρατηγία του. Αυτό τον πλήγωσε και αποφάσισε έστω μόνο με τους λίγους πιστούς Σουλιώτες του να μπει μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο και να σφάζει εχθρούς, ώσπου ή να πιάσει ζωντανό τον Μουσταή πασά της Σκόντρας ή να τον σφάξει ή να σκοτωθεί!

Ήξερε ότι είχε λίγες πιθανότητες αλλά η πληγή που του άφησε ο φθόνος κάποιων καπεταναίων ακόμη και Σουλιωτών, για την αρχιστρατηγία, του άφησε αβάσταχτο πόνο!

Πονούσε η ψυχή του από την ζηλόφθονη άρνηση της αποδοχής, , όπως και η άρνηση να τον ακολουθήσει ένα μέρος μαχητών, κατά την νύχτα της επίθεσης, η οποία άρνηση ισοδυναμούσε ίσως και με προδοσία, τότε που επετέθη νύχτα μέσα στο στρατόπεδο του Μουστάμπεη, στο Κεφαλόβρυσο, όπου και ο ηρωικός του θάνατος.

Δεν ήταν προαίσθηση θανάτου, ήταν απόφαση με ρίσκο έτοιμος να το επωμιστεί. Μπήκε στο ξωκλήσι του Προυσού και προσευχήθηκε… Πριν φύγει έδωσε στον παπά πολλά γρόσια και του είπε να τα μοιράσει στους φτωχούς λέγοντάς του: «…για την ψυχή του Μάρκο Μπότσαρη». Ο παπάς που δεν τον γνώριζε ποιος είναι τον κοίταξε εμβρόντητος και τον ρώτησε περίλυπος:
«Τι; Πέθανε ο Μάρκος;»
«Όχι… Πηγαίνει για να πεθάνει…» Απαντάει ο ίδιος ο Μάρκος.
Εκεί… στο μοναστήρι του Προυσού το θελε η μοίρα να τον εναποθέσουν τον Μάρκο νεκρό. Εκεί ασπάστηκε στο μέτωπο τον Μάρκο νεκρό ο Καραϊσκάκης λέγοντας με δάκρυα:
«’Άμποτε, ορέ Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω!»
Ο Γ. Αθάνας μας βεβαιώνει ότι προτού ξεχυθεί για την έφοδο ο Μάρκος είπε στα παλικάρια του: «Αν με χάσετε, θα με βρείτε στο τσαντίρι του πασά!»
Όμως έμελλε να φύγει πολύ πιο μακριά από το «τσαντίρι του πασά».

Το όνομά του να γίνει ο άνεμος, που θα φτάσει στην έρμη Ήπειρο, στο ορφανό Σούλι, να το πάρουν οι ποιητές, να το κάνουν ποιήματα, οι μούσες τραγούδια. Να πετάξει στα παιδιά του, να φέρει το γύρω του κόσμου, να συγκινήσει ακόμα και τους εχθρούς της πατρίδας και να μείνει στην Αιωνιότητα! Ή κηδεία του στο Μεσολόγγι ήταν μεγαλοπρεπέστατη!

Ο Μάρκος τραγουδήθηκε, ελληνικά και αρβανίτικα… Ο θάνατος του ήρωα, συγκλόνισε τον μαχόμενο ελληνισμό και την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ποιητές, γλύπτες και ζωγράφους, έγινε το όνομα σε δρόμους και πλατείες, όχι μόνο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη αλλά και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, τόσο όσο σε κανέναν άλλο!

Για δε την σεμνότητα του γράφοντα όλα τα παραπάνω, και όσα δεν χωρούν ή δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν τον Σουλιώτη ήρωα Μάρκο Μπότσαρη, είναι ό,τι καλύτερο ανέδειξε η επανάσταση του ΄21 και πρέπει όλα τα παραπάνω, να αποτελούν λαμπρό παράδειγμα ήθους, αγωνιστικότητας και εντιμότητας, για τις επόμενες γενιές!




In this article

Join the Conversation