Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός | Η μετάβαση από τις σπασμωδικές λύσεις στη μακροπρόθεσμη ευημερία

Γράφει ο Κοσμάς Κασίμης*

Ο ενεργειακός σχεδιασμός αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους πυλώνες για τη βιωσιμότητα, την οικονομική ανάπτυξη και κυρίως την ενεργειακή ασφάλεια μιας χώρας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, παρά τις επιμέρους πρωτοβουλίες και τις επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, απουσιάζει ένας συνεκτικός, μακροπρόθεσμος και πολύ επίπεδος εθνικός σχεδιασμός που να διασφαλίζει τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

Αντί ενός ολοκληρωμένου πλαισίου, παρατηρείται μια αποσπασματική και συχνά σπασμωδική προσέγγιση, όπου προωθούνται κατά περίπτωση λύσεις χωρίς συνοχή και χωρίς επαρκή αξιολόγηση των τεχνικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση γύρω από τους Small Modular Reactors (SMRs), οι οποίοι, αν και παρουσιάζονται ως καινοτόμα ενεργειακή επιλογή, δεν έχουν ακόμη αποδείξει την τεχνική και οικονομική τους ωριμότητα, ιδιαίτερα για εφαρμογές σε νησιωτικά συστήματα ή σε μικρής και μεσαίας κλίμακας βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

Πέραν των τεχνικών ζητημάτων, η προώθηση τέτοιων λύσεων αγνοεί συχνά τον κοινωνικό αντίκτυπο. Η εγκατάσταση πυρηνικών τεχνολογιών σε νησιωτικές περιοχές ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά κρίσιμους τομείς της τοπικής οικονομίας, όπως ο τουρισμός, υπονομεύοντας την ελκυστικότητα των περιοχών αυτών και δημιουργώντας αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες.

Αντίθετα, υπάρχουν ήδη τεχνικά ώριμες και δοκιμασμένες λύσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ενός σύγχρονου ενεργειακού μοντέλου. Τα υβριδικά συστήματα ΑΠΕ, τα οποία συνδυάζουν παραγωγή από ήλιο και άνεμο με τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, προσφέρουν αξιοπιστία και σταθερότητα, ιδιαίτερα σε νησιωτικά δίκτυα. Παράλληλα, η αξιοποίηση της βιομάζας και του βιοαερίου, μέσω διεργασιών όπως η αναερόβια χώνευση, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά όχι μόνο στην παραγωγή ενέργειας αλλά και στη διαχείριση αποβλήτων.

Η ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων εντάσσεται πλήρως στη λογική της κυκλικής οικονομίας, όπου τα απόβλητα μετατρέπονται σε πόρους, μειώνοντας ταυτόχρονα το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και δημιουργώντας νέες οικονομικές δραστηριότητες. Ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, η σύνδεση ενεργειακών έργων με συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων και υδάτων μπορεί να προσδώσει σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, ενισχύοντας ακόμη και τον τουριστικό τομέα μέσω της δημιουργίας «πράσινων» προορισμών.

Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη τεχνολογιών ή λύσεων. Είναι η απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Δεν υφίσταται ένας σαφής οδικός χάρτης που να συνδέει την εθνική στρατηγική με τις περιφερειακές και τοπικές ανάγκες, ούτε ένας μηχανισμός συντονισμού που να διασφαλίζει τη συνέπεια και τη συνέχεια των πολιτικών.

Η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές αποφάσεις ή σε τεχνολογίες που βρίσκονται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Απαιτείται ένας μακροπρόθεσμος, τεκμηριωμένος και κοινωνικά αποδεκτός ενεργειακός σχεδιασμός, που θα αξιοποιεί τις διαθέσιμες ώριμες τεχνολογίες, θα ενσωματώνει τις αρχές της βιωσιμότητας και θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις για να καταστεί πρότυπο βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης. Αυτό όμως προϋποθέτει τη μετάβαση από τη λογική των αποσπασματικών παρεμβάσεων σε έναν συνεκτικό Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό, που θα διασφαλίζει όχι μόνο την επάρκεια ενέργειας, αλλά και τη μακροχρόνια ευημερία της κοινωνίας και της οικονομίας.

Ο Κοσμάς Κασίμης, είναι Πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ.

In this article