Στη Δράμα ο Παραμυθίας κ. Σεραπίων, για τον Όσιο Γεώργίο Καρσλίδη.

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος

Στην εορτή του νεοφανούς οσίου Γεωργίου Καρσλίδη στη Δράμα συμμετείχε ο Μητροπολίτης Παραμυθίας Σεραπίων.

Την παραμονή της εορτής χοροστάτησε στην καθιερωμένη πανηγυρική αγρυπνία (σύμφωνα με το αγιορείτικο τυπικό). Κατά την ημέρα της εορτής τελέστηκε η πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γουμενίσης Δημητρίου. Συνιερούργησαν οι Μητροπολίτες Παραμυθίας Σεραπίων, Τσάλκας Γρηγόριος από το Πατριαρχείο Γεωργίας (Επίσκοπος της ιδιαίτερης πατρίδας του Αγίου), καθώς και ο οικείος ποιμενάρχης, Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος.

Κηρύττοντας ο Μητροπολίτης Παραμυθίας Σεραπίων αναφέρθηκε στο πνευματικό ανάστημα του γέροντα Γεωργίου Καρσλίδη και στην πολυκύμαντη ζωή του. Διακρίθηκε για την ολόψυχη ορμή του για τον Χριστό και την αγία βιωτή που διδάσκει το Ευαγγέλιο.

Τους εκκλησιαστικούς ύμνους απέδωσε η αδελφότητα μοναζουσών από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πανοράματος Θεσσαλονίκης, μεταφέροντας το κατανυκτικό κλίμα του μοναχισμού.

Οι εορτασμοί ολοκληρώθηκαν με τη λιτάνευση της λάρνακας των ιερών λειψάνων του Οσίου πέριξ της Μονής. Κατά τη διάρκεια του διημέρου, εκατοντάδες προσκυνητές σχημάτισαν ουρές για να ασπαστούν τα χαριτόβρυτα λείψανα του Αγίου της Δράμας, ζητώντας την πρεσβεία και την ευλογία του.

Μόλις εννέα ετών έγινε δόκιμος μοναχός. Χειροτονημένος διάκονος, το 1919, 18 ετών, ένιωσε στο πετσί του, κατά την περίοδο του αθεϊστικού διωγμού στη Γεωργία, τα πάνδεινα.

Δάρθηκε, ταπεινώθηκε, εξευτελίστηκε, βασανίστηκε, φυλακίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, τον τουφέκισαν, αλλά δεν μπόρεσαν να τον σκοτώσουν!

Το 1929, τέσσερα χρόνια μετά τη χειροτονία του σε ιερέα, εγκαταστάθηκε στη Δράμα και στη Σίψα των Ταξιαρχών, όπου ίδρυσε γυναικεία Μονή και έμεινε έως την κοίμησή του το 1959.

Οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και στην Ελλάδα, αφού κατά τη Βουλγαρική εισβολή στη Μακεδονία το 1941, ξανά καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά πάλι έμεινε αλώβητος.

Φυσική και δικαιολογημένη ήταν η αγιοκατάταξή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2008.

Δίδασκε, οι διδαχές του ειδικά περί βαπτίσματος και νουνών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές, όσα είχε αποθησαυρίσει από την πίστη και την εμπειρία της Εκκλησίας, που διαχεόταν διαρκώς μέσα του.

Είχε τη δύναμη, το μαρτυρούν πολλοί αυτό, να ανακαινίζει, να ανανεώνει και να μεταμορφώνει τον άνθρωπο, λειτουργώντας καθαρτικά και αποκαλυπτικά.

Και αυτό το πετύχαινε, γιατί ποτέ δεν ξεχνούσε ότι ο Θεός είναι Θεός και ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, με όλες τις ομοιότητες και τις διαφορές, που έχουν μεταξύ τους.

Πήγε κόντρα στην αντιπνευματικότητα της εποχής, που φυγαδεύει τις ηθικές αξίες και τις μετατρέπει σε ηθικές αταξίες.

Υπερασπίστηκε την αληθινή αγάπη, την πραγματική χαρά, τη βαθιά ειρήνη, τη μακροθυμία, την επικοινωνία και την πηγαία καλοσύνη.

Πολέμησε το πρόσκαιρο, το επιφανειακό, το φανταχτερό τη διαίρεση, το διχασμό, τη διάσπαση, την πλήξη.

Διέκρινε το σημαντικό από το ευτελές και το ορθό από το εσφαλμένο, ενώ με την πνευματικότητά του πέτυχε να καταργήσει σύνορα και φραγμούς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

In this article