Βασίλης Γιόγιακας | «Να κριθούμε από τους πολίτες έχοντας δώσει τον καλύτερο εαυτό μας»

Συνέντευξη στο Documento

Η κυβέρνηση δεν προτίθεται να συναινέσει στη συγκρότηση Προανακριτικής για Αραμπατζή και Λιβανό τη στιγμή που είναι νωπή η υπερψήφιση της άρσης των ασυλιών 13 συναδέλφων σας. Θεωρείτε πως οι υπουργοί τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των βουλευτών;

Να θυμίσω, πρώτα απ’ όλα, ότι αποτελεί πάγια θέση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας να ζητείται από τον ίδιο τον βουλευτή η άρση της ασυλίας του, όπως έγινε και τώρα. Άρα, ως προς αυτό δεν άλλαξε κάτι. Είναι, μάλιστα, ο πιο γρήγορος και καθαρός δρόμος ώστε να μπορέσουν όλοι οι συνάδελφοί μου να αποδείξουν την αθωότητά τους. Δεν έχει νόημα, λοιπόν, να συνδέουμε μια σταθερή κοινοβουλευτική πρακτική με έκτακτα μέσα ελέγχου, όπως η προανακριτική επιτροπή. Εκεί, η Βουλή – όπως ορίζεται από το Σύνταγμα και το άρθρο 86 – αξιολογεί και αποφασίζει κάθε φορά με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κοινοβουλευτική πλειοψηφία έκρινε ότι, με βάση όσα επικαλείται η αντιπολίτευση, δεν στοιχειοθετείται λόγος σύστασης προανακριτικής. Και θα έλεγα ότι το γεγονός πως κατατέθηκαν δύο διαφορετικές προτάσεις δείχνει κάτι ακόμα: ότι η αντιπολίτευση συνεχίζει να επενδύει στη φθορά της κυβέρνησης με κάθε τρόπο, γιατί έτσι νομίζει ότι καλύπτει την έλλειψη ουσιαστικής πρότασης και σχεδίου για τη χώρα.

Το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότεροι «γαλάζιοι» βουλευτές εκφράζουν προβληματισμό για το επιτελικό κράτος. Συμμερίζεστε την κριτική που ασκούν; Κι αν ναι, ποια ζητήματα έχετε εντοπίσει;

Αυτό που έχει σημασία είναι να υπάρχει διαρκής και ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ υπουργών και βουλευτών. Και όταν λέω ουσιαστική, εννοώ να οδηγεί σε αποτέλεσμα. Να μπορούν να «τρέχουν» πιο γρήγορα διαδικασίες και αποφάσεις για ζητήματα που αφορούν χιλιάδες νοικοκυριά, επιχειρήσεις ή ολόκληρες περιοχές. Η κριτική έχει αξία μόνο όταν υπηρετεί έναν κοινό στόχο: να αναδεικνύουμε προβλήματα και να βελτιώνουμε την αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου.

Ποια η άποψη σας για την πρόθεση θέσπισης ασυμβίβαστου υπουργών και βουλευτών, όπως επίσης για τη μείωση του αριθμού της εθνικής αντιπροσωπείας;

Νομίζω ότι και τα δύο αξίζει να συζητηθούν στο πλαίσιο μιας συνολικής, σοβαρής συζήτησης που θα περιλαμβάνει ευρύτερες αλλαγές στο εκλογικό σύστημα. Και εκεί κάθε κόμμα οφείλει να προσέλθει με συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες προτάσεις. «Τέλειο» σύστημα αντιπροσώπευσης δεν υπάρχει. Γι’ αυτό έχει σημασία να συμφωνήσουμε πρώτα ποια είναι τα προβλήματα και οι αδυναμίες του σημερινού συστήματος, και στη συνέχεια πώς αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Με αφορμή τη δημόσια διαφωνία σας με τον Νίκο Ταχιάο, κρίνετε ότι η άγνοια των προβλημάτων της περιφέρειας περιορίζεται στον συγκεκριμένο εξωκοινοβουλευτικό υφυπουργό ή το έχετε αντιμετωπίσει και με άλλα μη αιρετά μέλη της κυβέρνησης;

Θεωρώ ότι στα υπουργεία υπάρχει γνώση για τα θέματα της περιφέρειας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που εισέπραξα, και το είπα δημόσια, ήταν μια στάση που υποτίμησε τη σημασία ενός κρίσιμου οδικού άξονα για τη Θεσπρωτία και συνολικά για την Ήπειρο. Μαζί με μια γενικόλογη απάντηση που, προφανώς, δεν ανταποκρινόταν ούτε στις ανάγκες ούτε στις προσδοκίες των τοπικών κοινωνιών. Από εκεί και πέρα, η συνολική μου εμπειρία είναι θετική. Η συνεργασία μου με υπουργούς και υφυπουργούς είναι μέχρι σήμερα ουσιαστική και παραγωγική, και αυτό είναι που μετράει.

Η έκβαση της συνεδρίασης της ΚΟ γεφυρώνει το ψυχικό χάσμα μεταξύ ΚΟ και Μεγάρου Μαξίμου ή επιτείνει το πρόβλημα;

Αντιλαμβάνεστε ότι, για προφανείς λόγους, πολλές φορές μια διαφωνία ή μια κριτική μεγεθύνεται και προβάλλεται με δόση υπερβολής, ώστε να δημιουργηθούν εντυπώσεις. Η εικόνα που έχω εγώ δεν δικαιολογεί τέτοιους χαρακτηρισμούς. Αντίθετα, δείχνει μια κοινή αγωνία, έναν κοινό αγώνα κι έναν κοινό στόχο: να βελτιώνουμε συνεχώς το έργο μας και, στο τέλος της ημέρας, να κριθούμε από τους πολίτες έχοντας δώσει τον καλύτερο εαυτό μας.

In this article