
Οι περισσότεροι είχαν μάθει να ενημερώνονται μέσα από ένα story, ένα reel, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων ή έναν τίτλο που εμφανιζόταν βιαστικά στην οθόνη του κινητού τους. Κάποιοι παραδέχονται σήμερα ότι δεν σκέφτονταν ποτέ, αν μια είδηση είναι αληθινή, ποιος τη γράφει ή γιατί τη δημοσιεύει. «Πιστεύαμε ότι αφού το βλέπουμε παντού, θα είναι αλήθεια», λένε μαθητές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Γραμματισμός στις Ειδήσεις για Νέους – Καλλιεργώντας Κριτικούς Αναγνώστες», που κατέκλυσαν την περασμένη Παρασκευή την αίθουσα της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης προκειμένου να παρουσιάσουν τους καρπούς της δουλειάς τους.
Άλλοι θυμούνται πως στην αρχή αντιμετώπισαν με δυσπιστία όσα άκουγαν από τους δημοσιογράφους και τους εκπαιδευτές του προγράμματος. «Νομίζαμε ότι ξέρουμε ήδη πώς λειτουργεί η ενημέρωση», εξηγούν. «Μετά καταλάβαμε ότι στην πραγματικότητα δεν είχαμε μάθει ποτέ να ελέγχουμε την πληροφορία».
Οι παραπάνω φράσεις, διάσπαρτες σε παρουσιάσεις, συζητήσεις και εργασίες μαθητών από όλη την Ελλάδα, αποτυπώνουν το ουσιαστικό αποτύπωμα μιας πρωτοβουλίας που έφερε περίπου 1.200 μαθητές από 35 σχολεία αντιμέτωπους με ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής: την παραπληροφόρηση και την ανάγκη να μάθουν να ξεχωρίζουν την αξιόπιστη ενημέρωση από τον ψηφιακό θόρυβο.
Από την Παραμυθιά, την Καστοριά και τη Φλώρινα μέχρι το Διδυμότειχο, την Πάτρα, την Κεφαλλονιά, τη Μυτιλήνη, την Πελοπόννησο και την Κρήτη, μαθητές γυμνασίων και λυκείων συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Γραμματισμός στις Ειδήσεις για Νέους: Πλοήγηση στον Κόσμο της Πληροφορίας και των Ψηφιακών Μέσων, Καλλιεργώντας Κριτικούς Αναγνώστες», που οργανώθηκε από το Υπουργείο Παιδείας, τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μέσω του Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ.
Για τους περισσότερους μαθητές, το πρόγραμμα ξεκίνησε σαν μια ακόμη σχολική δράση. Πολύ γρήγορα όμως μετατράπηκε σε μια διαδικασία προσωπικής αμφισβήτησης. «Αρχίσαμε να παρατηρούμε πόσες ειδήσεις διαβάζουμε καθημερινά χωρίς να σκεφτόμαστε από πού προέρχονται», λέει μαθήτρια λυκείου από τη Βόρεια Ελλάδα. «Μέχρι τώρα ενημερωνόμουν μόνο από TikTok και Instagram. Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ, αν κάποιος μπορεί να χρησιμοποιεί τις ειδήσεις για να επηρεάζει τον κόσμο», τονίζει.
Μαθητές του 4ου ΓΕΛ Πετρούπολης, παρουσιάζοντας τη δουλειά τους, μίλησαν ανοιχτά για την εμπειρία τους απέναντι στην παραπληροφόρηση. «Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε τις εργασίες μας σε σχέση με την παραπληροφόρηση και τους τρόπους ευαισθητοποίησης γύρω από το κοινωνικό αυτό φαινόμενο, το οποίο τείνει να γιγαντώνεται», ανέφεραν. «Δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στο γεγονός της συμμετοχής μας σε αυτό το καινοτόμο πρόγραμμα και να υπογραμμίσουμε τη σημασία του για τη θωράκισή μας ως σημερινών νέων και αυριανών πολιτών απέναντι στα φαινόμενα της παραποίησης της αλήθειας».
Οι δηλώσεις αυτές ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να προκαλέσει το πρόγραμμα, σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο της δράσης, καθηγητή του ΑΠΘ, Νίκο Παναγιώτου. «Θέλαμε να αναδείξουμε και να συνδέσουμε ξανά τη δημοσιογραφία και ειδικά την υπεύθυνη επαγγελματική δημοσιογραφία με τη νέα γενιά», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής κ. Παναγιώτου.
Όπως λέει, τα τελευταία χρόνια οι νέοι είχαν μάθει να ενημερώνονται μέσα από ένα τελείως διαφορετικό οικοσύστημα πληροφορίας, όπου κυριαρχεί η ανωνυμία, η ταχύτητα και συχνά η έλλειψη διασταύρωσης. «Ερχόμαστε τώρα να τους ξεμάθουμε», σημειώνει χαρακτηριστικά. «Να τους πούμε ότι υπάρχει και μια άλλη διαδικασία, πολύ πιο υπεύθυνη και επώνυμη. Είναι πολύ διαφορετική η επαγγελματική δημοσιογραφία από την ανώνυμη πληροφορία που κυκλοφορεί χωρίς πηγή».
Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο. «Στην αρχή ήμασταν αρκετά δύσπιστοι», παραδέχεται μαθητής που συμμετείχε με τους συμμαθητές του στο πρόγραμμα. «Θεωρούσαμε ότι τα παραδοσιακά μέσα δεν λένε πάντα την αλήθεια και ότι οι πιο “ αληθινές” πληροφορίες βρίσκονται στα social media. Μετά καταλάβαμε ότι το βασικό δεν είναι αν κάτι είναι παραδοσιακό ή όχι, αλλά αν υπάρχει πηγή, αν υπάρχει έλεγχος και αν κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτό που δημοσιεύει».
Μια άλλη μαθήτρια θυμάται ότι το πιο σοκαριστικό κομμάτι ήταν όταν οι ομάδες του προγράμματος κλήθηκαν να επαληθεύσουν ειδήσεις που κυκλοφορούσαν ευρέως στο διαδίκτυο. «Πολλές από αυτές που πιστεύαμε ότι είναι αληθινές, αποδείχθηκαν ψεύτικες ή παραποιημένες. Εκεί καταλάβαμε πόσο εύκολο είναι να παρασυρθείς».
Οι μαθητές δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στη θεωρία. Το πρόγραμμα τούς έδωσε την ευκαιρία να λειτουργήσουν οι ίδιοι ως μικρές δημοσιογραφικές ομάδες. Δημιούργησαν podcasts, εφημερίδες, βίντεο, ψηφιακές εφαρμογές και ενημερωτικές καμπάνιες. Πήραν συνεντεύξεις, έστησαν κάμερες, μπήκαν σε ραδιοφωνικά στούντιο και συνεργάστηκαν με επαγγελματίες δημοσιογράφους. «Όταν χρειάστηκε να πάρουμε συνέντευξη, καταλάβαμε πόσο δύσκολο είναι να κάνεις σωστές ερωτήσεις και να μεταφέρεις με ακρίβεια αυτό που λέει κάποιος», αναφέρει ένας άλλος μαθητής. «Μέχρι τότε πιστεύαμε ότι η δημοσιογραφία είναι απλώς να γράφεις κάτι γρήγορα».
Άλλοι μαθητές επέλεξαν να ασχοληθούν με ζητήματα που αφορούσαν τις τοπικές κοινωνίες τους. «Ανακαλύψαμε ιστορίες στον τόπο μας που δεν γνωρίζαμε καν», λέει ομάδα μαθητών από τη Δυτική Μακεδονία. «Μιλήσαμε με κατοίκους, ψάξαμε αρχεία, αναζητήσαμε στοιχεία και τελικά καταλάβαμε ότι η ενημέρωση μπορεί να βοηθήσει μια κοινωνία να θυμηθεί και να συζητήσει πράγματα που διαφορετικά θα χάνονταν».
Ο Νίκος Παναγιώτου δηλώνει ιδιαίτερα συγκινημένος από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκαν οι μαθητές. «Τα παιδιά ανέδειξαν πλευρές μοναδικές», τονίζει. «Φώτισαν ζητήματα της τοπικής ιστορίας και της επικαιρότητας με έναν εξαιρετικά δημιουργικό τρόπο. Δημιούργησαν ένα σύνολο ειδησεογραφικού υλικού που είναι πραγματικά πρωτοποριακό».
Για τους εκπαιδευτικούς, το πιο σημαντικό στοιχείο ήταν η αλλαγή στη στάση των παιδιών απέναντι στην πληροφορία. «Άρχισαν να ρωτούν περισσότερο», λέει φιλόλογος που συμμετείχε στο πρόγραμμα. «Δεν αποδέχονται πια τόσο εύκολα ό,τι βλέπουν. Και αυτό είναι τεράστιο βήμα».
Το ίδιο περιγράφουν και οι μαθητές. «Πλέον δεν κάνω share μια είδηση πριν δω από πού προέρχεται», λέει μια άλλη μαθήτρια. «Κοιτάζω αν υπάρχει όνομα δημοσιογράφου, αν υπάρχουν στοιχεία, αν το γράφουν και άλλες πηγές». Ενώ ένας άλλος μαθητής συμπληρώνει: «Το πρόγραμμα μάς έκανε να καταλάβουμε ότι η παραπληροφόρηση δεν είναι κάτι μακρινό. Μπορεί να επηρεάσει τις απόψεις μας, τις επιλογές μας, ακόμη και τη δημοκρατία».
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι μαθητές μίλησαν και για τον τρόπο με τον οποίο τα social media επηρεάζουν την ψυχολογία και τη σκέψη των νέων. «Καταναλώνουμε τεράστιο όγκο πληροφορίας χωρίς να προλαβαίνουμε να τη σκεφτούμε», ανέφερε ομάδα μαθητών σε παρουσίασή της. «Το πρόγραμμα μάς έδωσε χρόνο να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε: γιατί βλέπουμε αυτά που βλέπουμε; Ποιος τα προωθεί; Ποιος ωφελείται;».
Αυτή ακριβώς η καλλιέργεια κριτικής σκέψης είναι, σύμφωνα με τον κ. Παναγιώτου, η μεγαλύτερη επιτυχία της πρωτοβουλίας. «Η κυρίαρχη οπτική σήμερα είναι η απαξίωση», σημειώνει. «Ερχόμαστε λοιπόν μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον να δημιουργήσουμε μια άλλη συνθήκη. Να επενδύσουμε στο μέλλον δίνοντας στα παιδιά δεξιότητες που θα μπορούν να αξιοποιήσουν σε όλη τους τη ζωή».
Ο ίδιος θεωρεί ότι το πρόγραμμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου η διάκριση ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο γίνεται ολοένα δυσκολότερη. «Οι νέοι χρειάζονται εργαλεία για να αξιολογούν την πληροφορία και να λειτουργούν υπεύθυνα μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ψηφιακό θόρυβο», τονίζει.
Για πολλά παιδιά, πάντως, το σημαντικότερο δεν ήταν μόνο όσα έμαθαν για τις ειδήσεις, αλλά η αίσθηση ότι η δική τους φωνή μπορεί να έχει αξία. «Για πρώτη φορά νιώσαμε ότι μπορούμε κι εμείς να παράγουμε περιεχόμενο που έχει σημασία», λέει μαθήτρια από την Πάτρα. «Δεν ήμασταν απλώς θεατές». Ένας μαθητής από τη Φλώρινα περιγράφει ότι το πρόγραμμα άλλαξε ακόμη και τον τρόπο που συζητά με την οικογένεια και τους φίλους του. «Πλέον, όταν ακούω κάτι υπερβολικό ή ακραίο, ψάχνω να δω αν ισχύει πριν το πιστέψω. Και προσπαθώ να εξηγήσω και στους άλλους γιατί είναι σημαντικό να ελέγχουμε τις ειδήσεις».
Οι ιστορίες αυτές είναι που κάνουν τον Νίκο Παναγιώτου να μιλά για μια «ξεχωριστή κοινότητα» που δημιουργήθηκε μέσα από το πρόγραμμα. «Νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη», αναφέρει. «Γιατί μέσα από αυτή τη διαδρομή έγινα μέρος μιας κοινότητας εκπαιδευτικών που πίστεψαν στην αξία του προγράμματος, αφιέρωσαν χρόνο, ενέργεια και δημιουργικότητα. Μιας κοινότητας μαθητών που μας εντυπωσίασαν με την ωριμότητα, τις ιδέες και τις ανησυχίες τους».
Το πρόγραμμα, όπως λέει, απέδειξε τι μπορεί να συμβεί όταν πανεπιστήμιο, σχολείο, δημοσιογράφοι και νέοι άνθρωποι συνεργάζονται με κοινό στόχο. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη κληρονομιά του: ότι σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, υπάρχουν ακόμη χώροι όπου οι νέοι μπορούν να μάθουν όχι μόνο πώς να καταναλώνουν ειδήσεις, αλλά πώς να σκέφτονται. «Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σπουδαίο», λέει ο καθηγητής του ΑΠΘ, που από το 2009 υπηρετεί πιστά τον γραμματισμό στα ΜΜΕ ως επιστημονικό αντικείμενο. «Να δημιουργούμε κοινότητες που βοηθούν τους νέους να αμφισβητούν, να δημιουργούν και να ελπίζουν». Και τα ίδια τα παιδιά φαίνεται πως συμφωνούν. «Τελικά», λέει μια μαθήτρια λίγο πριν ολοκληρωθεί η παρουσίαση της ομάδας της, «το πιο σημαντικό που μάθαμε δεν είναι μόνο πώς να ξεχωρίζουμε τις ψεύτικες ειδήσεις. Είναι ότι έχουμε ευθύνη για όσα διαβάζουμε, όσα πιστεύουμε και όσα μεταδίδουμε στους άλλους».
Απο το ΑΠΕ

